Πότε θα ξανανιώσουμε την δόνηση ενός κονσέρτου; Πόση θα είναι η απόσταση ανάμεσα στους μουσικούς; Πόσοι άνθρωποι θα τολμήσουν να μπουν σύντομα σε αίθουσες συναυλιών; Ποιες θα είναι οι απώλειες αυτής της δυστοπικής πραγματικότητας;


Ερωτήματα που ζητούν απαντήσεις, καλλιτεχνικά προγράμματα που έχουν παγώσει, όνειρα που πήραν μια μικρή αναβολή κι ένας ακόμα διευθυντής καλλιτεχνικού οργανισμού που παλεύει με τη δύσκολη εξίσωση της πανδημίας. Πριν προλάβει να αναλάβει και να ονειρευτεί το μέλλον του στην πρώτη ορχήστρα της χώρας, ο Λούκας Καρυτινός ρίχτηκε σε μια μάχη από την οποία πρέπει πάση θυσία να βγει νικήτρια η μουσική.


Ο κορυφαίος Έλληνας μαέστρος και νέος καλλιτεχνικός διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών (ΚΟΑ) δεν χρειάζεται συστάσεις. Έχει μακρά πορεία, σπουδαίες επιδόσεις στο πόντιουμ, παρελθόν σε θέσεις ευθύνης (έγινε μουσικός διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής το 1992 και καλλιτεχνικός της διευθυντής το διάστημα 1999-2005) και φανατικό κοινό που εμπιστεύεται την μπαγκέτα, την εμπειρία και την ιδιοσυγκρασία του στα πιο δύσκολα.


«Η ΚΟΑ ήταν επίσης ένα όνειρό μου, διότι πάντα προσδοκούσα την αφοσίωση στη συμφωνική μουσική. Ήθελα πολύ να την αναλάβω για να έχω συχνή συναυλιακή επαφή μαζί της. Είναι η πρώτη ορχήστρα της χώρας, όχι μόνο γιατί είναι η αρχαιότερη, αλλά κυρίως γιατί είναι κορυφαία σε ποιότητα. Για όσους μπορούν να καταλάβουν τη θέση ενός μαέστρου, είναι μια πολύ εύκολη ορχήστρα. Μαζί της έχω περάσει τις πιο εύκολες στιγμές μου. Ήρθα, λοιπόν, σε ένα οικείο σύνολο και το ίδιο οικείο θέλω να το κάνω στο ευρύ κοινό» λέει ο 68χρονος μαέστρος, χωρίς να κρύβει τον ενθουσιασμό για την ανάληψη των καθηκόντων του.

 

«Στην ΚΟΑ υπάρχει μεγάλη δυσαναλογία μεταξύ της ποιότητας που προσφέρει η ορχήστρα και της μικρής απήχησης που έχει στις ελληνικές οικογένειες. Δεν θεωρώ ότι έχει γίνει κάτι λάθος μέχρι τώρα από τους προκατόχους μου, απλώς ονειρεύομαι να τη δω να περνά σε μέγεθος άλλης τάξης. Καταλαβαίνω, βεβαίως, ότι το είδος μουσικής που υπηρετεί θεωρείται δύσκολο, αλλά κανείς εκεί έξω δεν γνωρίζει τι ψυχικό κέρδος μπορεί να αποκομίσει μπαίνοντας στο σύμπαν της συμφωνικής μουσικής».

 

«Όσο και να υπακούμε στα υγειονομικά πρωτόκολλα, όλοι ξέρουμε πως οι παράγοντες επιτυχίας ή αποτυχίας ενός κονσέρτου είναι τρεις: ο δημιουργός, ο εκτελεστής και το κοινό. Όταν το τελευταίο λείπει, το δημιούργημα πάσχει».


Ο Λουκάς Καρυτινός γεύεται αυτή την ψυχική ευχαρίστηση εδώ και περίπου πέντε δεκαετίες, από την εποχή που ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο Τεχνών Δυτικού Βερολίνου και στο Μοτσαρτέουμ του Ζάλτσμπουργκ και επιδόθηκε σε μια σημαντική καριέρα στον ελληνικό και διεθνή στίβο.


Από τους μαέστρους-θρύλους ξεχωρίζει τον Κάρλος Κλάιμπερ, νιώθει απέραντη οικειότητα και τρυφερότητα για τον Σούμπερτ, θεωρεί πολύτιμο το ξάφνιασμα που μπορεί να χαρίσει στους μουσικούς του και δεν έκρυψε ποτέ πως η γνώριμη ένταση με την οποία τον βλέπουμε να διευθύνει είναι το αποτύπωμα της απόλυτης ευτυχίας που νιώθει στο πόντιουμ.

 

Λουκάς Καρυτινός: «Όταν λείπει το κοινό, το κονσέρτο πάσχει»
Όταν ανεβαίνω στο πόντιουμ, ξεχνάω τα πάντα. Ωστόσο, αγαπώ τη ζωή γενικότερα και δεν ανήκω στους εμμονικούς μαέστρους. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO


Δύσκολη, λοιπόν, αυτή η περίοδος για έναν μουσικό διευθυντή που έχει αποθεωθεί στις αίθουσες και πρέπει να συνηθίσει τα άδεια καθίσματα, να συμφιλιωθεί με τα πολύ λιγότερα αναλόγια που έχει πια μπροστά του, τις μεγάλες αποστάσεις ανάμεσα στους μουσικούς και το ψαλίδισμα στο ρεπερτόριο, καθώς ο κορωνοϊός καθιστά απαγορευτικά τα μεγάλα, απαιτητικά έργα και την πλήρη σύνθεση της ορχήστρας. Παρ' όλα αυτά, επιμένει πως οι αντίξοες συνθήκες μπορούν να αποτελέσουν πηγή δημιουργικής δράσης και το αποδεικνύει εμπράκτως, αφού, εν μέσω πανδημίας, η ΚΟΑ χαρίζει ψηφιακές μουσικές εμπειρίες, παρουσιάζοντας το πρόγραμμα «(Dis)playing Attica», όπου κάθε Πέμπτη μουσικοί της ερμηνεύουν έργα μουσικής δωματίου, σε διαφορετικούς εμβληματικούς χώρους της Αττικής (συντονιστείτε κάθε Πέμπτη, στις 20:00, στην ιστοσελίδα της ορχήστρας).


«Η ηλεκτρονική επαφή με τη μουσική έχει πολύ θετική συμβολή όταν εξαντλείται στο επίπεδο της επικοινωνίας που μπορούμε να χειριζόμαστε. Το θέμα είναι να μη γίνεται αυτοσκοπός, να μη σε καταδυναστεύει, όπως όλες οι εξαρτήσεις, και να μην ξεχνάς τα ανθρώπινα ψυχικά ανοίγματα. Ξέρετε, όσα live streamings και να κάνουμε, το ζωντανό δεν αντικαθίσταται με τίποτα» επιμένει ο Λ. Καρυτινός.

 

«Όσο και να υπακούμε στα υγειονομικά πρωτόκολλα, όλοι ξέρουμε πως οι παράγοντες επιτυχίας ή αποτυχίας ενός κονσέρτου είναι τρεις: ο δημιουργός, ο εκτελεστής και το κοινό. Όταν το τελευταίο λείπει, το δημιούργημα πάσχει. Η ενεργή συμμετοχή του κόσμου είναι που διαμορφώνει τα πράγματα και δημιουργεί τη μαγική στιγμή. Μαγική στιγμή στις πρόβες δεν υπάρχει, γιατί απουσιάζει ο απαραίτητος για την ολοκλήρωση ηλεκτρισμός. Ούτως ή άλλως, εγώ ποτέ δεν πίστεψα στο δόγμα "η τέχνη για την τέχνη". Κανένας δεν θέλησε να φτιάξει ένα έργο και αφού το ολοκληρώσει, να το καταστρέψει. Όλοι κάπου φιλοδοξούν να απευθυνθούν».

 

— Εν μέσω πανδημίας δεν είναι ακόμα δυσκολότερη η προσέγγιση νέου κοινού;

Συμβαίνει το εξής με τους Έλληνες: κάθε φορά που ανακοινώνονται νέα μέτρα, βλέπεις τον κόσμο να δυσανασχετεί και να παραπονιέται, θεωρώντας ότι αυτά του περιορίζουν τη διασκέδαση. Θα έλεγα ότι αυτή κοινωνία έχει μια φρενίτιδα με τη διασκέδαση, αλλά δεν ξέρει τι χάνει μένοντας εκτός της συμφωνικής μουσικής. Θεωρώ ότι η κλασική μουσική είναι ένα καθαρτήριο, ένα δυτικό επίτευγμα, το οποίο βρίσκεται στο ίδιο ύψος με τα επιτεύγματα των αρχαίων Ελλήνων. Ο άνθρωπος που μπαίνει στον κόσμο της αυτομάτως δομεί έναν ολοκαίνουριο συναισθηματικό κόσμο. Το πνεύμα του κινείται μέσα σε μια σπάνια αγαλλίαση. Η μουσική σού δίνει όπλα και τεράστια δύναμη για την καθημερινότητα κι αν την γνωρίσει κανείς, θα δει ότι θα έχει λιγότερο ανάγκη την ανούσια διασκέδαση.

 

—Πόσα χρήματα λαμβάνει σε αυτήν τη φάση η ορχήστρα;

Δεν θα το πιστέψετε, αλλά μόλις 500.000 ευρώ, δηλαδή τίποτα για ένα τόσο σημαντικό σύνολο. Το επιθυμητό είναι να φτάσουμε στο ποσό που παίρναμε πριν από τις μνημονιακές αφαιρέσεις. Είναι αδύνατο να στραφείς στον κόσμο με αυτά τα χρήματα. Είναι κρίμα να έχουμε ένα θαυμάσιο προϊόν και να μην μπορούμε να πούμε σε κάποιον: «Είμαστε εδώ, ελάτε και δώστε μια ευκαιρία σ' εμάς και στον εαυτό σας να γνωρίσετε και να αγαπήσετε αυτήν τη μουσική». Η εξωστρέφεια και η επικοινωνία είναι τομείς πάνω στους οποίους θέλω να δουλέψουμε. Μια ορχήστρα δεν χρειάζεται καν να στρέφεται συνεχώς στα πολύ μεγάλα ονόματα, γιατί δεν είναι μόνο αυτά που προσφέρουν ψυχική αγαλλίαση. Χρειάζεται κυρίως σοβαρό budget, για να προσεγγίσεις όσο το δυνατό περισσότερους νέους φίλους.

 

— Παρ' όλα αυτά, τα διεθνή ονόματα λειτουργούν ως κράχτες για το κοινό που δεν είναι μυημένο και αναζητά ένα ερέθισμα για να μπει σε μια αίθουσα.

Σωστά. Όσο έχουμε αυτά τα μεγάλα ονόματα η αίθουσα γεμίζει. Οπότε μπαίνει στα ταμεία κι ένα μεγάλο ποσό από τα εισιτήρια που προσδοκούμε να έχουμε. Το πρόβλημα το μεγάλο είναι ότι εν μέσω πανδημίας δεν μπορούμε να γεμίσουμε την αίθουσα. Όταν η επιτρεπτή πληρότητα είναι κοντά στο 30%, δηλαδή 500 εισιτήρια, τότε οι σταρ της κλασικής καθίστανται απαγορευτικοί.

 

— Άρα, λέτε ότι το φετινό πρόγραμμα είναι ουσιαστικά μη υλοποιήσιμο;

Το πρόγραμμα που ετοίμασε ο κ. Τσαλής είναι πραγματικά πολύ φιλόδοξο, αλλά με τίποτα δεν μπορεί να υλοποιηθεί σε όλο του το εύρος.

 

Λουκάς Καρυτινός: «Όταν λείπει το κοινό, το κονσέρτο πάσχει»
Φωτογραφία από πρόβα της ΚΟΑ εν μέσω πανδημίας. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

— Υπάρχουν σε αυτό συναυλίες και αφιερώματα σε βάθος τετραετίας. Σας δεσμεύουν;

Όχι. Πολλά από αυτά που έχουν ανακοινωθεί δεν θα γίνουν. Δεν μπορώ να λάβω υπ' όψιν ένα πρόγραμμα που φτάνει σε βάθος τετραετίας, γιατί καταλαβαίνετε ότι περιορίζουν όσα έχω στο μυαλό μου. Δεσμευτική είναι μόνο η δύναμη της μουσικής του Σοστακόβιτς, όχι ο κύκλος που έχει ανακοινωθεί.

 

— Έχετε προλάβει να θέσετε στο υπουργείο τα ζητήματα που σας απασχολούν;

Ευελπιστώ να υπάρξει μέριμνα από την πολιτεία, διότι η ΚΟΑ υποχρηματοδοτείται και το οικονομικό ζήτημα πρέπει να συζητηθεί άμεσα. Ωστόσο, είναι τόσο συχνές και μεγάλες οι ανατροπές που φέρνει αυτό που ζούμε, που δεν έχουμε προλάβει να κουβεντιάσουμε διεξοδικά όλα τα ζητήματα. Πιστεύω, όμως, ότι το ΥΠ.ΠΟ. καταλαβαίνει πως έχει έναν θησαυρό στα χέρια του και δεν μπορεί να τον αφήσει στην τύχη του.

 

— Όταν σας έγινε η πρόταση να αναλάβετε την ορχήστρα θέσατε ως όρο μια πιο γενναία στήριξη της ορχήστρας από το υπουργείο;

Όχι, δεν έθεσα κανέναν όρο. Πιστεύω όμως ότι θα τα καταφέρω.

 

— Η μονιμότητα έχει νόημα στην τέχνη το 2020;

Ας μη μιλήσουμε για την τέχνη γενικώς αλλά για την τέχνη υπό τις ελληνικές συνθήκες. Στη χώρα μας, ναι, τη θεωρώ απολύτως αναγκαία. Οι ορχήστρες μας αυτήν τη στιγμή στελεχώνονται από εξαιρετικούς μουσικούς. Ξέρετε γιατί; Διότι, όταν πριν από καιρό το κράτος αποφάσισε να τους κάνει μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους, αύξησε πάρα πολύ οι αποδοχές τους, για να τους επιτρέψει να είναι «μονοθεσίτες».

 

Αυτές, λοιπόν, οι θέσεις γίνανε περιζήτητες και όλοι οι νέοι μουσικοί έφυγαν στα πανεπιστήμια του εξωτερικού για να σπουδάσουν και να τις διεκδικήσουν επιστρέφοντας. Άρα, αυτήν τη στιγμή το δυναμικό μας αποτελείται από καταπληκτικούς σολίστες με αδιανόητα πτυχία απ' όλα τα πανεπιστήμια της Ευρώπης. Ήταν ευχής έργον αυτό που έγινε για την ποιοτική αναβάθμιση των ορχηστρών. Ποτέ στο παρελθόν δεν είχαμε τέτοιου επιπέδου σύνολα.

 

— Η πανδημία βοήθησε να βγάλουμε κι άλλα συμπεράσματα σχετικά με τις σχέσεις κράτους και καλλιτεχνικών οργανισμών;

Βεβαίως. Κάτι που μάθαμε με τον χειρότερο τρόπο από τον κορωνοϊό είναι ότι τα θέατρα και οι ορχήστρες πρέπει πάση θυσία να είναι κρατικά. Βλέπετε ότι στην Αμερική, όπου η αγορά λειτουργεί με διαφορετικούς οικονομικούς κανόνες και χωρίς την κρατική υποστήριξη, τα θέατρα ανακοίνωσαν πως θα παραμείνουν κλειστά καθ' όλη τη διάρκεια της σεζόν 2020-2021. Σε αντίθεση με την Ευρώπη, όπου μπορεί η καλλιτεχνική παραγωγή να έχει πληγεί, αλλά παραμένει παρούσα διότι, αλλού λιγότερο κι αλλού περισσότερο, έχει την κρατική υποστήριξη, άρα μια σχετική ασφάλεια να πορευτεί σε τόσο δύσκολες περιόδους. Δεν είναι δυνατό να βλέπεις τον ναό της όπερας, τη Metropolitan, να υποκύπτει σε μια συνθήκη την οποία προφανώς κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει πριν από μερικούς μήνες.

 

Λουκάς Καρυτινός: «Όταν λείπει το κοινό, το κονσέρτο πάσχει»
Ευελπιστώ να υπάρξει μέριμνα από την πολιτεία, διότι η ΚΟΑ υποχρηματοδοτείται και το οικονομικό ζήτημα πρέπει να συζητηθεί άμεσα. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

— Τα τελευταία χρόνια η ορχήστρα οδηγήθηκε σε καλλιτεχνικές επιλογές που δέχτηκαν μεγάλη κριτική (Ζέπελιν, Μπάντμιντον, κινηματογραφικές μουσικές). Τις θεωρείτε εξωστρέφεια ή υποτίμηση της ορχήστρας;

Ήταν μια αναγκαία υποτίμηση. Το crossover ήταν μια επιλογή για να αυξηθούν τα έσοδά της. Είπαμε, 500.000 ευρώ δεν φτάνουν. Αυτό στο οποίο διαφωνώ, και θα προσπαθήσω να αποφύγω, είναι όλες αυτές οι συναυλίες να μπουν στο ετήσιο πρόγραμμα της ορχήστρας, κάτι που θα είναι εις βάρος της κεντρικής της στόχευσης. Σε δεύτερες ημερομηνίες ή, αν υπάρξει ανάγκη, θα μπορεί η ορχήστρα επ' αμοιβή να συμμετέχει σε παραγωγές ιδιωτών, αλλά σίγουρα δεν θα αποτελεί σάουντρακ και crossover κομμάτι του καλλιτεχνικού της προφίλ.

 

— Επί σειρά ετών υπήρξατε επικεφαλής σε διάφορους πολιτιστικούς οργανισμούς. Νιώθετε ότι θυσιάσατε ένα κομμάτι της καριέρας σας για χάρη των θέσεων;

Η αλήθεια είναι ότι δεν μου αρέσει το κομμάτι της διοίκησης. Μου αρέσει να διευθύνω. Πριν αναλάβω την Εθνική Λυρική Σκηνή, μου είχαν γίνει δύο φορές στο παρελθόν προτάσεις να τη διευθύνω, τις οποίες αρνήθηκα, γιατί ήμουνα στο πικ της καριέρας μου. Επίσης, καθότι ήμουν φανατισμένος άνθρωπος, πάντοτε έκανα εύκολη δημόσια κριτική, έπαιρνα θέση, τα έβαζα με τους καλλιτεχνικούς διευθυντές. Όταν, λοιπόν, ήρθε η τρίτη πρόταση, είπα στον εαυτό μου: «Αν δεν την αποδεχτείς, δεν έχεις δικαίωμα να ασκήσεις ξανά κριτική εκ του ασφαλούς». Έτσι, έβαλα τον εαυτό μου στην ηλεκτρική καρέκλα και είδα πόσο εύκολη είναι η κρίση και πόσο δύσκολη η λήψη αποφάσεων.

 

— Πολλοί, πάντως, υποστηρίζουν πως η καρδιά σας ανήκει στη όπερα, καθώς εκεί έχετε δοκιμαστεί πολύ.

Θυμάμαι, όταν σπούδαζα στο Βερολίνο, ο καθηγητής μάς απέτρεπε να ασχοληθούμε με την όπερα, λέγοντας: «Μην καταδεχτείτε ποτέ να διευθύνετε μέσα στο υπόγειο». Είναι, λοιπόν, μάλλον ένα παλιό απωθημένο. Θα μπορούσα να συμπεριλάβω την καριέρα μου σε μια φράση: «Η καρδιά μου ανήκει στην όπερα και το πνεύμα μου στη συμφωνική ορχήστρα».

 

— Σε αυτήν τη μακρά καριέρα ποιο επίτευγμά σας ξεχωρίζετε;

Νομίζω ότι κράτησα μια ποιότητα σε μια διάρκεια και δεν εκβίασα το να βρίσκομαι στην πρώτη γραμμή. Ήμουν πολύ πιστός και αφοσιωμένος στις παρτιτούρες και στον κόσμο μου και κατάφερα να βρίσκομαι για πολλά χρόνια σε υψηλό επίπεδο. Προφανώς, έκανα πάρα πολλά λάθη, αλλά αντιμετώπιζα πάντα τις καταστάσεις με ειλικρίνεια. Στις πρόβες συχνά εκρήγνυμαι, αλλά κανείς ποτέ δεν με παρεξήγησε, γιατί οι πάντες γνωρίζουν ότι όλη αυτή η οργή αφορά μόνο τη μουσική λεπτομέρεια.

 

— Τι πραγματικά πιστεύετε ότι λένε οι μουσικοί όταν γυρνάτε την πλάτη;

Δεν ξέρω τι λένε, ελπίζω τα καλύτερα. Θα με πλήγωνε πάρα πολύ να μου έλεγε κάποιος ότι του φέρθηκα άσχημα σε ανθρώπινο επίπεδο ή ότι τον αδίκησα. Η δικαιοσύνη είναι μια πολύ μεγάλη αρετή που οι καλλιτέχνες οφείλουν να έχουν.

 

— Τι θα σας πλήγωνε περισσότερο, να σας πει κάποιος ότι τον αδικήσατε ή ότι «απόψε δεν ήσουν καλός»;

Ότι δεν ήμουν καλός στο πόντιουμ (γέλια).

 

— Τι συναισθήματα σας προκαλεί η μουσική διεύθυνση;

Είναι η καλύτερη στιγμή της ζωής μου. Όταν ανεβαίνω στο πόντιουμ, ξεχνάω τα πάντα. Ωστόσο, αγαπώ τη ζωή γενικότερα και δεν ανήκω στους εμμονικούς μαέστρους. Η μουσική και η αφοσίωση μου σε αυτήν καταλαμβάνει το μεγαλύτερο και ωραιότερο κομμάτι της ζωής μου, αλλά δεν είναι μόνο αυτή.

 

— Πότε καταλάβατε ότι της ανήκετε;

Από πολύ μικρός, όταν έτυχε να περάσει από τη γειτονιά μου μία μπάντα. Τα μάτια μου καρφώθηκαν στον μαέστρο. Είχα την αίσθηση ότι όλες αυτές οι μελωδίες και αρμονίες που έβγαιναν προέρχονταν από τα χέρια αυτού του κυρίου. Έκανα αυτόν τον συνειρμό και έκτοτε αποφάσισα ότι ήθελα να βρεθώ στη θέση του. Αν σήμερα ξαναγεννιόμουν, το ίδιο θα έκανα, γιατί, όσο κι αν έψαξα, δεν βρήκα τίποτα ομορφότερο από αυτήν τη δουλειά.

 

— Τι σας ιντριγκάρει όταν διευθύνετε, το ότι υπάρχει πίσω σας ένας ολόκληρος κόσμος που περιμένει να ακούσει την απόδοσή σας ή ότι υπάρχει μπροστά σας μια ομάδα μουσικών που περιμένει να την κατευθύνετε;

Είναι φοβερό να βρίσκεσαι περικυκλωμένος από δύο τόσο ισχυρές ενέργειες. Η κινητήριος δύναμη που έχω μέσα μου την ώρα που διευθύνω είναι να ξεχάσω ότι έχουν προηγηθεί οι πρόβες και να νιώσω ότι εκείνη τη στιγμή με πρωτοβλέπουν οι μουσικοί. Θέλουν να τους οδηγήσω σε μια εκτέλεση που θα ξεφεύγει εντελώς από τη ρουτίνα. Αισθάνομαι κάθε συναυλία σαν μια λευκή κόλλα, πάνω στην οποία θα δημιουργήσουμε μια νέα δροσιά, με την ελπίδα αυτή να περάσει στο κοινό.

 

Όταν έχεις κάνει 15 πρόβες με μια ορχήστρα και έρχεται η ώρα της συναυλίας, αλίμονο αν την αντιμετωπίσεις σαν τη 16η πρόβα. Στο κοινό δεν πρέπει να δείξουμε πόσο έχουμε κουράσει ο ένας τον άλλον στις πρόβες αλλά να του χαρίσουμε ό,τι ωραίο του ετοιμάσαμε. Ακριβώς, λοιπόν, επειδή αποζητώ τη φρεσκάδα και τη δροσιά, πολλές φορές στις πρόβες διευθύνω συγκρατημένα. Δεν θέλω να δοκιμάζω στην αίθουσα δοκιμών τα πάντα αλλά να εκπλήσσω τους μουσικούς μπροστά στο κοινό, να τους δημιουργώ ξάφνιασμα και να τους βλέπω να παίζουν με λαχτάρα.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

To νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.