Η θρυλούμενη κατάρα του κλασικού χολιγουντιανού έπους «Όσα παίρνει ο άνεμος» άφησε ανέγγιχτη τη στωική και καταδεχτική Μέλανι της διασκευής του πολύκροτου μυθιστορήματος της Μάργκαρετ Μίτσελ: μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60, οι άνθρωποι που ενεπλάκησαν δημιουργικά στο πιο εμπορικό φιλμ όλων των εποχών είχαν φύγει από τη ζωή. Ο σεναριογράφος Σίντνεϊ Χάουαρντ, από ανακοπή πριν χαρεί τη νίκη του στα Όσκαρ. Ο συμπρωταγωνιστής της Λέσλι Χάουαρντ σε αεροπορικό δυστύχημα και η συγγραφέας σε αυτοκινητικό, λίγα χρόνια αργότερα. Ο Κλαρκ Γκέιμπλ πέθανε από καρκίνο, όπως και η Χάτι Μακντάνιελ, ο über-παραγωγός Ντέιβιντ Σέλζνικ και ο σκηνοθέτης Βίκτορ Φλέμινγκ από καρδιά, ενώ η Βίβιαν Λι έσβησε από τη φυματίωση, χαμένη στην παραζάλη της ψυχικής ασθένειας που την ταλαιπωρούσε όλη της τη ζωή. Η μεγάλη απόφαση ζωής της Ντε Χάβιλαντ ήταν η εθελούσια μετοίκησή της στο Παρίσι στα μέσα της δεκαετίας του ’50, γεγονός που συμπίπτει με την πτώση του studio system, τη δυσφορία της απέναντι την κοινότητα που κάποτε θεωρούσε σπίτι της αλλά έβλεπε πως κυριευόταν από μοχθηρία και κακεντρέχεια, την ηλικία και την επακόλουθη δυσκολία εξεύρεσης ρόλων με ενδιαφέρον, αλλά και με την εσωτερική της ανάγκη να ζήσει σε έναν τόπο αληθινό, μακριά από την εικονική πραγματικότητα του σινεμά, «με πλακόστρωτους δρόμους και αυθεντικούς πύργους, τη σωστή εκδοχή όλων αυτών που έβλεπα τόσα χρόνια γύρω μου, στις ταινίες στις οποίες έπαιζα», όπως είπε αργότερα η ίδια.

 

Η Ντε Χάβιλαντ ομολογεί πως δεν γνώρισε ποτέ τον Γκοντάρ ή τον Τριφό, ούτε κατάλαβε πως γινόταν κάτι σημαντικό στη χώρα που επέλεξε ως δεύτερη πατρίδα της. Ως καλεσμένη, και μάλιστα στη θέση της προέδρου της κριτικής επιτροπής στο Φεστιβάλ Καννών, το 1965, εκπροσωπούσε ουσιαστικά το κύρος του παλιού, που ευτυχώς δεν πρόλαβε να ευτελιστεί ή να ζητιανέψει ούτε από τα παλιά αφεντικά, ούτε βέβαια από τη hip γενιά που μπορεί και να την αγνοούσε

 

Είχε προλάβει να διαγράψει μια λαμπρή πορεία στο Χόλιγουντ, εισπράττοντας αγάπη, τιμές και εγκώμια, αλλά και να πρωταγωνιστήσει σε μια εμβληματική δίκη που θα άλλαζε εμφατικά τις συνθήκες εργασίας των αναμφίβολα ακριβοπληρωμένων, κακομαθημένων, αλλά συχνότατα frustrated συναδέλφων της. Είναι ειρωνικό, αλλά η Αμερικανίδα ηθοποιός εγκατέλειψε την πρωτεύουσα του σινεμά για να πάει σε μια χώρα που ξεκινούσε το αντάρτικο στο κατεστημένο –με τη γενιά του Νέου Κύματος που ξεμύτιζε ακριβώς εκείνη την περίοδο– από το μετερίζι της κριτικής και θα εξελισσόταν στην πιο υπολογίσιμη, επιδραστική ομάδα της αντίστασης στον ακαδημαϊκό τρόπο αφήγησης που τόσα χρόνια επικρατούσε. Η Ντε Χάβιλαντ ομολογεί πως δεν γνώρισε ποτέ τον Γκοντάρ ή τον Τριφό, ούτε κατάλαβε πως γινόταν κάτι σημαντικό στη χώρα που επέλεξε ως δεύτερη πατρίδα της. Ως καλεσμένη, και μάλιστα στη θέση της προέδρου της κριτικής επιτροπής στο Φεστιβάλ Καννών, το 1965, εκπροσωπούσε ουσιαστικά το κύρος του παλιού, που ευτυχώς δεν πρόλαβε να ευτελιστεί ή να ζητιανέψει ούτε από τα παλιά αφεντικά, ούτε βέβαια από τη hip γενιά που μπορεί και να την αγνοούσε.

 

Η Ολίβια Ντε Χάβιλαντ γίνεται σήμερα 100 χρονών
H Oλίβια Ντε Χάβιλαντ υπήρξε τυχερή, γιατί πριν ακόμη κλείσει τα 20 της χρόνια ήταν διάσημη σε όλο τον κόσμο για τις περιπέτειες που γύρισε με τον Έρολ Φλιν (και κυρίως ως η Μάριαν του Ρομπέν των Δασών), τον απόλυτο γόη της εποχής – μαζί του τσιμπήθηκε, αλλά ποτέ δεν προχώρησε ερωτικά, διαψεύδοντας πολλές φορές τις φήμες για το αντίθετο.

 

Η Ολίβια ντε Χάβιλαντ μεγάλωσε στην καρδιά της κινηματογραφικής βιομηχανίας. Κόρη Άγγλων, γεννημένη στο Τόκιο, ήρθε μικρό κορίτσι στην Καλιφόρνια μαζί με την αδελφή της Τζόαν (μετέπειτα Φοντέν, επίσης διάσημη ηθοποιό) και μπήκε από νέα κοπέλα στα στούντιο έπειτα από παρότρυνση της μητέρας της. Υπήρξε τυχερή, γιατί πριν ακόμη κλείσει τα 20 της χρόνια ήταν διάσημη σε όλο τον κόσμο για τις περιπέτειες που γύρισε με τον Έρολ Φλιν (και κυρίως ως η Μάριαν του Ρομπέν των Δασών), τον απόλυτο γόη της εποχής – μαζί του τσιμπήθηκε, αλλά ποτέ δεν προχώρησε ερωτικά, διαψεύδοντας πολλές φορές τις φήμες για το αντίθετο. Ο Τζορτζ Κιούκορ την ξεχώρισε και κανόνισε, πριν απολυθεί και αναλάβει ο Φλέμινγκ τη σκηνοθεσία του «Όσα παίρνει ο άνεμος», να διαβάσει κρυφά τον ρόλο της Μέλανι Χάμιλτον σε μια άτυπη οντισιόν, αλλά το στούντιο με το οποίο είχε συμβόλαιο, η Warner Bros, δεν την άφηνε να δουλέψει αλλού. Χρειάστηκε να καλέσει σε τσάι τη σύζυγο του εργοδότη της, Τζακ Γουόρνερ, για να την πείσει να τουμπάρει το ανένδοτο αφεντικό κι έτσι συμμετείχε στο ρομαντικό έπος που σηματοδότησε νωρίς την επαγγελματική της ενηλικίωση, όχι τόσο γιατί έδειξε το ταλέντο της εκεί αλλά γιατί τη βραδιά των Όσκαρ ανακάλυψε το πραγματικό της κίνητρο για τη δουλειά που αγαπούσε όσο τίποτε άλλο. Όταν όλοι σχεδόν οι δημιουργοί και ηθοποιοί μοιράστηκαν τα 8 Όσκαρ που απονεμήθηκαν στην ταινία, η Λίβι, όπως την αποκαλούσε η μητέρα της, πάλαι ποτέ ηθοποιός και ακραιφνής ιμπρεσάριος, συμπεριφέρθηκε ιπποτικά, με stiff upper lip, που λένε και οι Άγγλοι, και μόλις έπεσαν οι μάσκες, κατέληξε στην κουζίνα, κλαίγοντας απαρηγόρητη για την ήττα, πιστεύοντας πως δικαιούνταν μερίδιο στον θρίαμβο. Μόλις καταλάγιασε η πικρία της, τις αμέσως επόμενες ημέρες, κατάλαβε πως δεν άξιζε το Όσκαρ δεύτερου ρόλου, διακρίνοντας ψύχραιμα πως αυτό δίκαια κατέληξε στα χέρια της Χάτι Μακντάνιελ. «Ήμουν πρωταγωνίστρια» υποστήριξε σε συνέντευξη, και ως τέτοια έπρεπε να δηλωθεί, αλλά το στούντιο είχε διαφορετική γνώμη και τακτική, αφήνοντας τον απαραίτητο χώρο στη Βίβιαν Λι. Από τότε πείσμωσε και στρώθηκε στη δουλειά, γεμάτη αυτοπεποίθηση και φλογερότερη πίστη στον εαυτό της, παραμερίζοντας την εύθραυστη πλευρά του χαρακτήρα της μια για πάντα.

 

Η Ολίβια Ντε Χάβιλαντ γίνεται σήμερα 100 χρονών
Η Ντε Χάβιλαντ ήξερε πως την προόριζαν μόνο για ρόλους ενζενί, αδυνατώντας να διακρίνουν την εξέλιξή της σε μια ανήσυχη και σοφιστικέ γυναίκα. Προσέλαβε έναν δικηγόρο και ενεργοποίησε έναν παλιότερο νόμο που ίσχυε στην Καλιφόρνια και όριζε πως κανείς εργοδότης δεν μπορεί να αναγκάσει τον εργαζόμενο να μείνει στην εταιρεία του για περισσότερο από 7 χρόνια, χωρίς τη θέλησή του.

 

Τιμώντας όπως μπορούσε καλύτερα το συμβόλαιό της με το στούντιο, αν και ανήμπορη να βρει κάτι που την ενδιέφερε πραγματικά, προτάθηκε για δεύτερη φορά για Όσκαρ, αυτήν τη φορά πρώτου ρόλου, για το «Hold back the dawn», δανεική στην Paramount, παίζοντας μια δασκάλα που αφυπνίζεται ερωτικά από έναν ζιγκολό. Το ποτήρι ξεχείλισε όταν η Warner την τιμώρησε, όπως συνήθιζαν να κάνουν τότε τα στούντιο σε όσους αρνούνταν έναν ρόλο, με έξι μήνες παράταση στην ούτως ή άλλως μονομερούς ανανέωσης γραπτή συμφωνία τους. Η Ντε Χάβιλαντ ήξερε πως την προόριζαν μόνο για ρόλους ενζενί, αδυνατώντας να διακρίνουν την εξέλιξή της σε μια ανήσυχη και σοφιστικέ γυναίκα. Προσέλαβε έναν δικηγόρο και ενεργοποίησε έναν παλιότερο νόμο που ίσχυε στην Καλιφόρνια και όριζε πως κανείς εργοδότης δεν μπορεί να αναγκάσει τον εργαζόμενο να μείνει στην εταιρεία του για περισσότερο από 7 χρόνια, χωρίς τη θέλησή του. Η ηθοποιός κέρδισε τη δίκη, το στούντιο το οποίο είχε θησαυρίσει με τις 8 συνεργασίες της με τον Έρολ Φλιν και τις ανάλαφρες ψυχαγωγίες στην οποία την έβαζε να παίζει απρόθυμα έκανε έφεση και την έχασε, με αποτέλεσμα να ενισχυθεί εφεξής η ευελιξία των ηθοποιών του Χόλιγουντ και να κερδίσουν το αυταπόδεικτο δικαίωμα της γνώμης στην καριέρα τους. Ο νόμος έμεινε στην ιστορία ως De Havilland Law και η κάποτε αγγελική και αξιοπρεπής Μέλανι Χάμιλτον κέρδισε την κρίσιμη μάχη που περίπου δέκα χρόνια νωρίτερα είχε ένθερμα δώσει και άδοξα χάσει απέναντι στο ίδιο στούντιο η μετέπειτα στενή της φίλη, Μπέτι Ντέιβις.

 

Ελεύθερη πλέον, πάντα ωραία με έναν αβίαστο τρόπο, αλλά όχι και τόσο άνετη, αφού δεν χάρηκαν όλοι για τη γλυκιά της εκδίκηση και τα στούντιο μυρίστηκαν προδοτική αχαριστία και δεν της έδιναν δουλειά για δύο χρόνια, η Ντε Χάβιλαντ υπηρέτησε την πατρίδα της (είχε προλάβει να πάρει την αμερικανική ιθαγένεια λίγο πριν από το Περλ Χάρμπορ και τον κίνδυνο να θεωρηθεί εχθρός λόγω της εκ γενετής ιαπωνικής της υπηκοότητας), ξεπέρασε μια βαριά πνευμονία και επικράτησε στο δεύτερο μισό των ’40s με τέσσερις ρόλους-δυναμίτες, από εκείνους που ήταν της μόδας εκείνη την εποχή, μελοδραματικοί και με απαιτήσεις εμφανών υποκριτικών αλλαγών. Στο «Το each his own» του Μίτσελ Λάιζεν έπαιξε μια ανύπανδρη μητέρα που έδωσε το παιδί της για υιοθεσία, γερνώντας 30 χρόνια και κατεβάζοντας ανάλογα τη φωνή της για τις ανάγκες του ρόλου. Στο πρώτο της Όσκαρ έλαμπε από συγκίνηση, 7 μόλις χρόνια μετά το κάζο του «Όσα παίρνει ο άνεμος». Την ίδια χρονιά πρωταγωνιστεί σε διπλό ρόλο διδύμων, εκ των οποίων η μία ψυχωτική, στο «Dark Mirror», ένα ψυχολογικό θρίλερ του Ρόμπερτ Σιόντμακ. Το 1948 ανεβάζει τον πήχη με τον χαρακτήρα της Βιρτζίνια Κάνιγχαμ, μιας τροφίμου ψυχιατρείου, στο δράμα «Snake Pit» του Ανατόλ Λίντβακ, κερδίζοντας το βραβείο των κριτικών της Νέας Υόρκης, το Volpi Cup γυναικείας ερμηνείας στο Φεστιβάλ Βενετίας και την τέταρτη υποψηφιότητά της στα Όσκαρ.

 

 

Η Ολίβια Ντε Χάβιλαντ γίνεται σήμερα 100 χρονών
Ως Μέλανι Χάμιλτον στο Όσα Παίρνει ο Άνεμος

 

Την επόμενη χρονιά την παραλαμβάνει ο πιο αξιόπιστος και αποτελεσματικός σκηνοθέτης ηθοποιών στην ιστορία του Χόλιγουντ, ο Γουίλιαμ Γουάιλερ, για να τη βοηθήσει στην απόδοση του καλύτερού της ρόλου, στην «Κληρονόμο», δίπλα στον Μοντγκόμερι Κλιφτ – το δεύτερό της Όσκαρ πρώτου ρόλου και η τελευταία της υποψηφιότητα. Η Ντε Χάβιλαντ με τα μεγάλα μάτια, την κυμαινόμενη γλυκύτητα, τα κλασικά χαρακτηριστικά και μια έμφυτη συστολή που απόδιωξε με τα χρόνια, σαν φολίδες άμυνας που έπεσαν φυσικά, δεν διέθετε ποτέ το μυστήριο μιας Γκάρμπο, το φασαριόζικο τσαγανό της Ντέιβις, τη νεο-αγγλική αυθάδεια της Χέπμπορν, την εξωτική επιθετικότητα της Ντίτριχ, ούτε βέβαια προκάλεσε τα βλέμματα με τον τρόπο των σέξι ξανθών σειρήνων ή των pin up που διασκέδαζαν πικάντικα τη λογοκρισία και τον πουριτανισμό. Στην «Κληρονόμο» διέσχισε όλα τα στάδια, ξεκινώντας από μια «μέτρια, ανυπεράσπιστη κόρη», όπως περιέγραφε την κόρη του ο Ραλφ Ρίτσαρντσον στη συνωμοτική θεία της, για να μάθει τι σημαίνει συναισθηματική κακοποίηση και καθαρή εξαπάτηση, εγκαταλελειμμένη και πλούσια, περήφανη και δικαιωμένη, ολοκληρώνοντας τα κεντήματα της μοναξιάς της στο αγαπημένο της σπίτι, στη Washington Square της καλής κοινωνίας του 19ου αιώνα. Ένα πρόθυμο θύμα, η Κάθριν Σλόουπερ της Ντε Χάβιλαντ δεν ξεπέφτει ποτέ σε ένα αδρανές, εξουδετερωμένο θηλυκό, όπως αντίστοιχα η Τζένιφερ Τζέισον Λι στη νεότερη διασκευή του μυθιστορήματος του Χένρι Τζέιμς, αλλά προσπαθεί φιλότιμα, άτσαλα και ειλικρινώς να βρει τη θέση της, ακόμη κι αν χρειαστεί να κλείσει μόνη της τον κύκλο, με εκδικητική σκληρότητα απέναντι στον μοναδικό μνηστήρα που χτύπησε την πόρτα της. Η Ντε Χάβιλαντ τη μία εμφανίζεται όντως ως σβησμένη γεροντοκόρη, και αμέσως σπινθιρίζει με ζωντάνια και μεταδοτικό ενθουσιασμό, ώσπου στον εντυπωσιακό επίλογό της αποκρούει το κίβδηλο μέλλον της τακτοποιημένης συζύγου με σέξι κακία και αμαρτωλή ικανοποίηση. Και μόνο για την «Κληρονόμο», μία από τις πιο τρανές ερμηνείες του κλασικού Χόλιγουντ, θα μπορούσε να μείνει για πάντα στην Ιστορία. Το διάφανο συναίσθημά της ηλεκτρίζει, γιατί δεν εκλύει δωρεάν τον απωθημένο πόθο της για ζωή και μεγάλους έρωτες, προτιμώντας να διαφυλάξει τα απομεινάρια της αξιοπρέπειάς της έπειτα από όλες τις προσβολές που δέχθηκε στην άχαρη και βαρετή ανατροφή της, για μια μοναχική ανάσα επιθυμίας. Με κάποιον μεταφορικό τρόπο, συνοψίζει επίσης όχι μόνο μια έκφανση της προσωπικότητας της Ντε Χάβιλαντ αλλά κυρίως την εντύπωση που έδινε στους άλλους, όσους τουλάχιστον δεν τη γνώριζαν τόσο καλά.

 

Η Ολίβια Ντε Χάβιλαντ γίνεται σήμερα 100 χρονών
H φήμη της Ολίβια ντε Χάβιλαντ παραλίγο να περιοριστεί άδοξα και άδικα στην (υπαρκτή) έριδα με τη μικρή της αδελφή, την Τζόαν Φοντέιν. Τα σκανδαλοθηρικά περιοδικά του Χόλιγουντ δεν τις άφησαν ούτε μια στιγμή ήσυχες να αναλογιστούν αν πραγματικά άξιζε να παραμείνουν ψυχραμένες, μιλώντας για παιδικά μαλλιοτραβήγματα, ύβρεις και αμοιβαίες προσβολές.

 

Κι όμως, παρά την αξιοζήλευτη καριέρα της, τις τόσες διακρίσεις, την αιώνια αίγλη που της εξασφάλισε το «Όσα παίρνει ο άνεμος», την οικειοθελή μετανάστευση, τους γάμους, τα παιδιά, ακόμη και ενδιάμεσους έρωτες με τον σκηνοθέτη Τζον Χιούστον και τον ζάπλουτο ερημίτη Χάουαρντ Χιουζ, ως rebound από την αισθηματική θύελλα που έζησε με την Κάθριν Χέπμπορν, η φήμη της Ολίβια ντε Χάβιλαντ παραλίγο να περιοριστεί άδοξα και άδικα στην (υπαρκτή) έριδα με τη μικρή της αδελφή, την Τζόαν Φοντέιν. Τα σκανδαλοθηρικά περιοδικά του Χόλιγουντ δεν τις άφησαν ούτε μια στιγμή ήσυχες να αναλογιστούν αν πραγματικά άξιζε να παραμείνουν ψυχραμένες, μιλώντας για παιδικά μαλλιοτραβήγματα, ύβρεις και αμοιβαίες προσβολές. Το πρόβλημα μάλλον ξεκίνησε από τη μητέρα τους, η οποία θεωρούσε πως το παλκοσένικο ή, μάλλον, το κινηματογραφικό πλατό δεν χωρούσε και τις δύο, και επειδή η μεγάλη Λίβι ξεκίνησε πρώτη, η μικρή όφειλε να υποχωρήσει Η Φοντέιν τους έκανε μόνο μια χάρη, να αλλάξει το επώνυμό της για να μην μπερδεύονται στην ίδια πόλη, αλλά στη συνέχεια βρήκε γρήγορα τα πατήματά της και διακρίθηκε με το σπαθί της, παίρνοντας το Όσκαρ το 1941 για το «Suspicion» κάτω από τις οδηγίες του Άλφρεντ Χίτσκοκ. Προσωπικές παρεξηγήσεις και οικογενειακές φιλονικίες οδήγησαν τις άλλοτε αγαπημένες αδελφές, που διάβαζαν παραμύθια μικρές και προστάτευε η μία την άλλη, να ψυχρανθούν για μεγάλα διαστήματα, αλλά, όπως ομολογεί, ενδεχομένως ωραιοποιώντας τα γεγονότα, τα βρήκαν οριστικά, καθώς το γήρας άμβλυνε τα πάθη, μέσω της θρησκείας: η Ολίβια ξαναβρήκε τη χριστιανική της πίστη μετά την ασθένεια και τον θάνατο του πρώτου της παιδιού και υπενθύμισε στην Τζόαν, που ζούσε στη Νέα Υόρκη, την προτεσταντική τους ανατροφή, παραπέμποντάς την σε μια εκκλησία κοντά στο σπίτι της. Νωρίτερα, η Φοντέιν είχε δηλώσει, για να τη σπάσει στην αδελφή της, πως, αν και μικρότερη, πρώτη εκείνη πήρε Όσκαρ, πρώτη παντρεύτηκε, πρώτη έκανε παιδί και πρώτη θα πεθάνει. Έτσι κι έγινε. Οι κουτσομπόλες δεν υπάρχουν πια, το τσεκούρι του πολέμου θάφτηκε οριστικά, η μικρή αδελφή έφυγε πρώτη και η Ντε Χάβιλαντ, σοκαρισμένη όπως δήλωσε για την απώλεια, θα τη συναντήσει στον ουρανό.

 

Η Ολίβια Ντε Χάβιλαντ γίνεται σήμερα 100 χρονών
H Oλίβια Ντε Χάβιλαντ φωτογραφημένη το 2015 από τον Andy Gotts

 

Δεν σκοπεύει, ωστόσο, να εγκαταλείψει τον κόσμο και την αγαπημένη της πόλη σύντομα. Έπειτα από σποραδικές εμφανίσεις στο σινεμά (ξεχωρίζουν το «Lights in the Piazza» και το απολαυστικό «Hush, hush, sweet Charlotte» του Ρόμπερτ Όλντριτς, όπου επιτέλους έπαιξε την κακιά δίπλα στην Μπέτι Ντέϊβις), με απροθυμία στην τηλεόραση και με θέρμη στο θέατρο, όπου με τα χρόνια βελτιώθηκε, βελτιώνοντας την τεχνική που δεν διδάχθηκε ποτέ σε σχολή, η πάντα ευγενής και ποτέ αφελής Ντε Χάβιλαντ τσεκάρει ενδελεχώς την υγεία της, αντιμετωπίζει κάθε πόνο ως πρόβλημα προς επίλυση και όχι ως καταδικαστική φυσική φθορά, λύνει καθημερινά το δύστροπο σταυρόλεξο των «New York Times», διατηρώντας έτσι μια κοριτσίστικη συνήθεια, ανεβαίνει τις σκάλες του παλιού τριώροφου αρχοντικού της στο Bois de Boulogne με τα πόδια (δεν έχει ασανσέρ, ούτως ή άλλως!) και σκοπεύει να ζήσει μέχρι τα 110 για να γράψει επιτέλους την αυτοβιογραφία που χρωστάει στον εαυτό της και στο κοινό της, έτσι ώστε να βάλει και επίσημα τα πράγματα στη θέση τους. Όπως δήλωσε σε μια περσινή συνέντευξη που δημοσιεύθηκε φέτος στο «Vanity Fair», το απαράλλαχτο motto της είναι «Αγάπη, γέλιο και φως».