Γιατί μια ζωή φεύγα ήμουνα... Δεν με νοιαζε τίποτα και για κανένα. Μα μια μέρα ξύπνησα. Γύρισα και είδα έναν "αγνωστο-γνωστό" να κοιμάται δίπλα μου. Τρόμαξα... Αργά πλησίασα τον καθρέφτη.. Δεν αντίκρυσα το πρόσωπο του 18χρονου κοριτσιού που ανέμενα να δω... Μόνο ρυτίδες και μαύρους κύκλους έβλεπα. Διέκρινα μόνο μια απέραντη λύπη. Ξύπνησα απότομα...Μεγάλωσα. Ποια είμαι; Το μόνο που θέλω είναι να ξαναπάω για ύπνο και όταν ξυπνήσω να 'μαι ξανά το κορίτσι με τα όνειρα, το κορίτσι που δεν υπολόγιζε τίποτα και κανένα. Αν όχι, τότε ας μην ξυπνήσω ποτέ!

 

Βλέπω την τσάντα στο πάτωμα, τα χαρτιά στο γραφείο, την αντζέντα με το πρόγραμμα της βδομάδας... Θέλω να ουρλίαξω... Παίρνω τα κλειδιά και φεύγω... Τρέχω, δεν σταματάω στα φανάρια, αυτοκίνητα κορνάρουν μα εγώ αδυνατώ να ακούσω οτιδήποτε. Τρέχω λες και αν τρέξω ίσως προλάβω το τρένο του χρόνου και ίσως πάω πίσω στην εποχή του φεύγα μου... Γυρνάω σαν χαμένη στο πάρκο, θέλω να φύγω, να φύγω, να φύγω... Θέλω να ουρλιάξω μα η κραυγή βγαίνει ως ένα γοερό κλάμα. Πολλα βλέμματα περιέργειας, πολλά βλέμματα οίκτου. Εγώ δεν βλέπω τίποτα παρά μόνο κάγκελα φυλακής των οποίων το κλειδί έχει χαθεί και όσο κι αν ψάχνω δεν το βρίσκω πουθενά.

 

Μα εγώ ακριβώς αυτό θέλω! Να φύγω! Να φεύγω όποτε μου κάνει κέφι. Να φεύγω από ό,τι με φυλακίζει... από ευθύνες, γκόμενους, οικογένειες, ό,τι δεν αγαπώ και δεν με κάνει να χαμογελώ. Αυτό έκανα τότε. Τώρα γιατί όχι; Γιατί;

 

Γυρνάω στην φυλακή που έφτιαξα μόνη μου και αυτοεγκλωβίστηκα. Με ρωτάει που ήμουνα...Μου λέει πως έχω αργήσει για τη δουλειά. Τον κοιτάω σαν χαμένη, δεν απαντώ... Παίρνω τη τσάντα μου και φεύγω. Με δελεάζει η ιδέα να το σκάσω. Η φωνή όμως του δεσμοφύλακα της ζωής μου λέει "Σύνελθε, δεν είσαι πια παιδί. Έχεις ευθύνες, δεν μπορείς να φεύγεις όποτε σου γουστάρει".

 

Μα εγώ ακριβώς αυτό θέλω! Να φύγω! Να φεύγω όποτε μου κάνει κέφι. Να φεύγω από ό,τι με φυλακίζει... από ευθύνες, γκόμενους, οικογένειες, ό,τι δεν αγαπώ και δεν με κάνει να χαμογελώ. Αυτό έκανα τότε. Τώρα γιατί όχι; Γιατί;

 

Μεγάλωσα... Γι' αυτό! Το Φεύγα πια δεν είναι τόσο απλό. Το φεύγα μου το θαψα μαζί με τον εαυτό μου, τον ανέμελο νεανικό εαυτό μου. Το έθαψα στα πρέπει και τα θέλω των άλλων και ξέχασα να τον ρωτήσω ποια είναι τα δικά του θέλω, τα δικά του όνειρα... Και κάπως έτσι μεγάλωσα και κάθε χρόνο, μαζί με το κεράκι που προστίθεται στην τούρτα σβήνω και λίγο απ' τον εαυτό μου, σβήνω λίγη απ' την ένταση της κραυγής του Φεύγα της ψυχής μου.