O Φαίδων Ταμβακάκης μιλά στο lifo.gr

O Φαίδων Ταμβακάκης μιλά στο lifo.gr Facebook Twitter
Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες όσων πρωτοεμφανίστηκαν τη δεκαετία του '80 σε πολύ μικρή ηλικία, αποδείχτηκε ότι δεν γίνεται να επιβιώσει κανείς εδώ ως πεζογράφος... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
1

Από μικρός ονειρευόταν ταξίδια με ιστιοφόρο. Όποιο βιβλίο έβρισκε με αφηγήσεις από γύρους του κόσμου, από περάσματα ωκεανών, από πρωτιές –για το μικρότερο σκάφος που πέρασε τον Ατλαντικό, για τον πρώτο ιστιοπλόο που πήγε και στους δύο πόλους– το καταβρόχθιζε. Ο θαυμασμός δεν τον έκανε να θέλει να πρωτεύσει κι ο ίδιος σε κάτι, τον ενέπνεε όμως να ακολουθήσει τα χνάρια των άλλων, να αναμετρηθεί κι αυτός με την πρόκληση. Και να τος τώρα, σχεδόν πενηντάρης, μ' έναν διαλυμένο γάμο πίσω του, μ' ένα θρυλικό σκαρί στην κατοχή του κι όλος λαχτάρα να ταξιδέψει από το Χονγκ-Κονγκ στο Ντάρμουθ, χωρίς μηχανή, μόνο με πανί, να τος καθηλωμένος σ' ένα καρνάγιο της Σύρου, όμηρος όχι μόνο της ζημιάς που παρουσίασε τελευταία στιγμή το σκάφος αλλά και της ανάμνησης ενός νεανικού, άδοξου έρωτα που θα μπορούσε ίσως ν' αναζωπυρωθεί. Αυτό τον άντρα ζωντανεύει ο Φαίδων Ταμβακάκης στην Αναπαλαίωση (Εστία), στα δικά του μπουκωμένα αισθήματα δίνει διέξοδο. Κι όπως διαβάζεται η νέα του νουβέλα, με μιαν ανάσα, έτσι ακριβώς, λέει, προέκυψε: «Μια κι έξω. Σαν να ήταν έτοιμη από καιρό κι εγώ απλώς την αντέγραψα».

Είναι το γράψιμο ένα είδος ψυχοθεραπείας; «Ψυχοθεραπείας δεν ξέρω, αλλά εκτόνωσης σίγουρα! Γράφοντας ανακαλύπτεις περισσότερα για τις λειτουργίες του εγκεφάλου και της καρδιάς σου, κοσκινίζεις τα πράγματα. Εκείνο, πάντως, που με μεταμορφώνει από... κατσαρίδα σε άνθρωπο, σε καλύτερο άνθρωπο, ήταν και παραμένει η θάλασσα. Με το που μπαίνω σε πλεούμενο, αγαλλιάζω. Από τότε που με θυμάμαι, μόλις έβλεπα στην παραλία βαρκάκι έτρεχα να χωθώ μέσα, να κουνήσω το τιμόνι του. Ήμουν παιδί όταν ξεκίνησα ιστιοπλοΐα –πήγαινα στην προπόνηση με την αίσθηση ότι φεύγω για ταξίδι– και ουδέποτε την εγκατέλειψα. Τρέχω ακόμη σε αγώνες, πιο ελαφρά, αλλά τρέχω. Φτάνει να με φυσάει το αεράκι, δεν με ενδιαφέρει το αποτέλεσμα».

Έχει αποδειχτεί ότι το πολιτικό μας σύστημα δημιούργησε ένα ανεξέλεγκτο τέρας που, δίχως ισοπεδωτικές αλλαγές, δεν μπορεί ν' ανατραπεί. Ο καθένας για την πάρτη του! Αυτό έχει καταστρέψει τη δομή του κράτους, και μόνο αν συνεργαστούμε όλοι μαζί, μόνο τότε υπάρχει περίπτωση να το ξαναφτιάξουμε.

Βρισκόμαστε στην Κηφισιά, στα γραφεία της Alpha Trust, της χρηματιστηριακής εταιρείας που δημιούργησε και διευθύνει, και η ματιά του πηγαινοέρχεται διακριτικά στην οθόνη του κινητού που αναβοσβήνει διαρκώς πλάι του. Για το λογοτεχνικό σινάφι, ο Ταμβακάκης των Ναυαγών της Πασιφάης και της Υστάτης, είναι ένας συγγραφέας ανοιχτών οριζόντων με επιρροές από τον Ντεφόε, τον Κόνραντ και τον Στήβενσον, ένας από τους πεζογράφους της γενιάς του '80 στον οποίο, συν τοις άλλοις, χρωστάμε την μετάφραση όλου του έργου του Τζον Φόουλς στη γλώσσα μας. Παράλληλα, ωστόσο, είναι και ο επικεφαλής μιας ομάδας οικονομολόγων που ποντάρουν σε αξίες υποβαθμισμένες με την πεποίθηση ότι κάποια στιγμή θα αναβαθμιστούν. Μια δουλειά που τον αναγκάζει να περνά περισσότερες ώρες στ' αεροπλάνα παρά στα πελάγη, ροκανίζοντας τον χρόνο που θα μπορούσε ν' απολαύσει γράφοντας.

Πιτσιρικάς, ό,τι ιστορίες είχε στο μυαλό του, τις αφηγούνταν πλάθοντας με πλαστελίνες στρατιές καουμπόηδων και πειρατών. «Ως τα δεκατρία μου», λέει, «δεν τα πήγαινα καλά με τα βιβλία, μόνο κόμικς διάβαζα. Ώσπου έπεσε στα χέρια μου το Κάστρο του Κρόνιν και, ξαφνικά, όλα άλλαξαν». Το Κάστρο, λοιπόν. Στον ουμανισμό του Κρόνιν χρωστά το ότι έγινε συστηματικός αναγνώστης, χάρη στις περιπέτειες ενός ιδεαλιστή γιατρού ανακάλυψε ότι είναι ωραία συντροφιά η λογοτεχνία. Πού πήγε, άραγε, ο ανθρωπισμός με τον οποίο γαλουχήθηκαν τόσα εκατομμύρια έφηβοι ως τα τέλη της δεκαετίας του '70; Βλέπει πολλούς να τον υπερασπίζονται γύρω του;

O Φαίδων Ταμβακάκης μιλά στο lifo.gr Facebook Twitter
Όσο πιο εύκολα κυλάει η ζωή, τόσο πιο άψυχοι και άπληστοι γινόμαστε. Μόλις όμως αρχίσουν τα ζόρια, ξαναθυμόμαστε την ανοχή, την κατανόηση... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

«Δεν άλλαξαν και τόσο τα πράγματα» ισχυρίζεται. «Εκείνο που άλλαξε, μέσω της τεχνολογίας, είναι η δυνατότητα να τα βλέπουμε όλα από μια πολύ πιο διευρυμένη οπτική γωνία, σε μεγάλη κλίμακα. Ό,τι συμπεριφορές διακρίνεις ανάμεσα σε διακόσιους ανθρώπους –του ανιδιοτελούς, του τεμπέλη, του επιμελή, του γενναιόδωρου–, θα τις δεις να υπάρχουν κι ανάμεσα σε διακόσια εκατομμύρια. Ο ανθρωπισμός είναι κάτι σχετικό. Γι' άλλον σημαίνει να του προσφέρεις ένα ποτήρι νερό, γι' άλλον να του χαρίσεις το νοίκι ενός μήνα. Όσο πιο εύκολα κυλάει η ζωή, τόσο πιο άψυχοι και άπληστοι γινόμαστε. Μόλις όμως αρχίσουν τα ζόρια, ξαναθυμόμαστε την ανοχή, την κατανόηση. Στις περισσότερες κοινωνίες ο ανθρωπισμός συνυπάρχει με το πολύ χρήμα. Εκείνοι που μεγάλωσαν με ανέσεις, αυτοί που δεν πέρασαν, όπως εμείς, απότομα από το τσαρούχι στο Καγιέν, έχουν μεγάλη έγνοια να βοηθήσουν τους πιο αδύναμους. Ως και συμβούλους προσλαμβάνουν για να δουν πού θα πιάσουν καλύτερα τόπο τα λεφτά που θα χαρίσουν. Προπολεμικά, το 'χουμε δει και στην Ελλάδα να συμβαίνει, ενώ ανάλογη ωριμότητα είχε επιδείξει και η ελληνική κοινότητα της Αλεξάνδρειας, προσφέροντας σε χιλιάδες παιδιά δωρεάν τροφή, παιδεία και περίθαλψη».

Οι νέες γενιές, όσοι είναι κάτω των σαράντα, δεν έχουν ιδέα για το ποιοι είμαστε. Πρέπει να κάνουμε τεράστια προσπάθεια για να συγκρατήσουμε τη μνήμη της χώρας μας στον πλανήτη. Αλλιώς, κινδυνεύουμε να μας ξεχάσουν εντελώς...

Γόνος αλεξανδρινής οικογένειας, τα μέλη της οποίας είχαν καταφύγει στην Αίγυπτο λίγο πριν και λίγο μετά την καταστροφή της Σμύρνης, ο Ταμβακάκης ήταν νήπιο όταν οι γονείς του αποφάσισαν να εγκατασταθούν στην Αθήνα το '63. «Όχι, δεν εκδιώχθηκαν οι Έλληνες, όπως οι Ισραηλίτες ή οι ΄Αγγλοι, αλλά η τεράστια ύφεση της οικονομίας με τους κρατικούς περιορισμούς και το κύμα των εθνικοποιήσεων έσπρωξαν πολλούς σε φυγή. Ένιωθαν πως δεν υπήρχε πια η χαρά της ζωής που ήταν συνυφασμένη με τον πολιτισμό της Αλεξάνδρειας, σαν να είχε κατεβάσει κάποιος τον διακόπτη, και η καχυποψία απέναντι στους ξένους βάραινε πολύ την ατμόσφαιρα. Οι περισσότεροι έφυγαν έχοντας χάσει τα πάντα». Πώς τα είχαν καταφέρει μέχρι τότε να είναι τόσο οργανωμένοι; Τι συνέβη εκεί που δεν μπόρεσε να μεταλαμπαδευτεί εδώ; «Όσο κι αν έψαξα, δεν βρήκα απάντηση. Δεν έχω καταλάβει τι έκανε τη διαφορά. Για την Αίγυπτο μιλάμε, όχι για την Ελβετία! Σίγουρα, πάντως, η ρίζα του καλού δεν ήταν τοπικιστική. Όλοι, Ηπειρώτες, Μεσσήνιοι, Επτανήσιοι, συνυπήρχαν θαυμάσια και όσο μεγαλύτερες περιουσίες είχαν φτιάξει, τόσο μεγαλύτερες δωρεές έκαναν. Οι Μπενάκηδες, οι Χωρέμηδες, οι Τοσίτσες, θεωρούσαν τιμή τους να στηρίξουν την κοινότητα. Ενώ σήμερα, όσο περισσότερα λεφτά έχει κάποιος, τόσο περισσότερο θέλει να τα κρύψει, να τα πάει μακριά...».

Προς μεγάλη έκπληξη, αν όχι αποτροπιασμό του Τζον Φόουλς, ο Ταμβακάκης δημοσίευσε το πρώτο του μυθιστόρημα, την Ευμορφία, σε ηλικία μόλις 22 ετών. «Δεν γράφονται μυθιστορήματα πριν από τα 40» του μήνυσε ο συγγραφέας του Μάγου και της Ερωμένης του Γάλλου υποπλοιάρχου όταν γνωρίστηκαν. «Μεγαλώνοντας, κατάλαβα πως μάλλον δίκιο είχε!» παραδέχεται ο ίδιος σήμερα. Το μεγαλύτερο δίδαγμα, εντούτοις, που πήρε από τον σπουδαίο αυτόν συγγραφέα ήταν ότι «δεν πρέπει να υποτιμούμε τον μόχθο, υπερτιμώντας την έμπνευση. Ο Φόουλς ήταν απίστευτα επιμελής με τα γραπτά του. Μπορεί να είδε την Ερωμένη... μπροστά του σαν οπτασία, μπορεί να συνέλαβε αμέσως την ιστορία της, αλλά η δουλειά που έριξε μετά ήταν τρελή!». Κάτι άλλο που συνειδητοποίησε μεγαλώνοντας ήταν ότι το γράψιμο δεν αποτελεί επαγγελματικό προσδιορισμό στην Ελλάδα. «Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες όσων πρωτοεμφανίστηκαν τη δεκαετία του '80 σε πολύ μικρή ηλικία, αποδείχτηκε ότι δεν γίνεται να επιβιώσει κανείς εδώ ως πεζογράφος. Είναι αδύνατον ν' αφοσιωθείς απερίσπαστος στη λογοτεχνία, όπως καταφέρνει, για παράδειγμα, ο Τζέφρι Ευγενίδης. Αυτός, με τρία όλα κι όλα, αλλά εξαιρετικά βιβλία πίσω του, ούτε στη διδασκαλία χρειάζεται ν' αναλώνεται, ούτε στην αρθρογραφία, ούτε στη συγγραφή σεναρίων». Όπως και να 'χει, στο σπίτι του Ταμβακάκη καλλιεργούνταν άλλες ψευδαισθήσεις. «Η μητέρα μου νόμιζε ότι το γράψιμο είναι κάτι σαν την ακμή, που περνάει, όπως και η εφηβεία» θυμάται και χαμογελάει.

Έργο ωριμότητας, η λιτή και μικροσκοπική «Αναπαλαίωση» –ούτε ογδόντα σελίδες– αγκαλιάζει όλα τ' αγαπημένα μοτίβα του Ταμβακάκη, το πάθος για τη θάλασσα, τον πόθο για περιπέτεια, τον έρωτα, τη σύγκρουση πραγματικότητας κι επιθυμίας, αποτελώντας ταυτόχρονα ένα ευθύβολο σχόλιο για την εικόνα που παρουσιάζει σήμερα η χώρα. Στην καρδιά της νουβέλας, στο περιθώριο μιας σχολικής γιορτής («ένα ανακάτεμα πατρίδας, Ελύτη και οικολογίας»), ο αφηγητής, με το βλέμμα καρφωμένο σ' ένα υπέροχο καΐκι, αναρωτιέται: μπορεί αυτό το υπόδειγμα μαστοριάς, τέχνης και πειθαρχίας σε αυστηρούς κανόνες να εμπνεύσει ένα σημερινό παιδάκι; Η απάντηση δίνεται εμμέσως λίγο παρακάτω, όταν γίνεται λόγος για τη μαζική καταστροφή των καϊκιών πριν από λίγα χρόνια, με τις ευλογίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Μ' έτρωγε καιρό αυτό το θέμα», λέει ο Ταμβακάκης, «κι ακόμα δεν το έχω χωνέψει. Υποτίθεται πως ήταν ένα μέτρο για την καταπολέμηση της υπεραλίευσης στη Μεσόγειο, κάτι σαν την απόσυρση των Ι.Χ., κι όπως συμβαίνει συνήθως, μολονότι δεν ήταν υποχρεωτικό, βρέθηκαν πολλοί ευκαιριακοί εθελοντές. Άνθρωποι που δεν είχαν καμιά σχέση με το ψάρεμα, που απλώς είχαν μια βάρκα απ' τον παππού τους, έσπευσαν να την κάνουν κομμάτια για να εισπράξουν την επιδότηση. Στο δίλημμα να τ' αρπάξω τώρα ή να κρατήσω τη ρίζα, την παράδοσή μου, η τάση για εύκολο κέρδος επικρατεί. Λίγες παραδοσιακές στολές δόθηκαν παλιότερα για ψίχουλα στους πραματευτάδες; Για να μην πούμε τι γινόταν τον 19ο αιώνα με τις αρχαιότητες. Κι άλλοι λαοί, όμως, συμπεριφέρονται έτσι. Στη Λατινική Αμερική έκαψαν ζούγκλες για να φυτέψουν σόγια. Θέλει πάρα πολλή δουλειά για να μπορεί ένας λαός να έχει αξίες και να τις υπερασπίζεται».

O Φαίδων Ταμβακάκης μιλά στο lifo.gr Facebook Twitter
Γράφοντας ανακαλύπτεις περισσότερα για τις λειτουργίες του εγκεφάλου και της καρδιάς σου, κοσκινίζεις τα πράγματα... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

Το μέλλον τον τρομάζει; «Πιθανολογώ ότι μας περιμένουν χειρότερα... Δεν πιστεύω ότι οι συμφωνίες με τους δανειστές παίζουν κυρίαρχο ρόλο. Έχει αποδειχτεί ότι το πολιτικό μας σύστημα δημιούργησε ένα ανεξέλεγκτο τέρας που, δίχως ισοπεδωτικές αλλαγές, δεν μπορεί ν' ανατραπεί. Ο καθένας για την πάρτη του! Αυτό έχει καταστρέψει τη δομή του κράτους, και μόνο αν συνεργαστούμε όλοι μαζί, μόνο τότε υπάρχει περίπτωση να το ξαναφτιάξουμε. Βλέπω την Κορέα και με πιάνει ζήλια. Κι εκεί διχαστήκανε, κι εκεί είχαν δυσκολίες, αλλά κάποια στιγμή αποφάσισαν ότι δεν θα είναι οι ζήτουλες του ΔΝΤ, ούτε οι ανάπηροι της Ασίας, με αποτέλεσμα να είναι σήμερα το κέντρο της Άπω Ανατολής σε όλους τους τομείς – στη μόδα, στη μουσική, στη βιομηχανία, παντού. Εμείς, δυστυχώς, με το που μπήκαμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση νιώσαμε αυτάρκεις κι όποτε συμβαίνει αυτό, σε παίρνει ο διάολος. Όσο ταλαντευόμαστε ανάμεσα στον αυτο-οικτιρμό για την κατάντια μας και την περηφάνια για την πολιτιστική κληρονομιά μας, στον δυτικό κόσμο οι κλασικές σπουδές σβήνουν, ενώ και οι ιστορικοί επικεντρώνονται στους τελευταίους αιώνες, κατά τους οποίους ο ρόλος μας δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικός. Οι νέες γενιές, όσοι είναι κάτω των σαράντα, δεν έχουν ιδέα για το ποιοι είμαστε. Πρέπει να κάνουμε τεράστια προσπάθεια για να συγκρατήσουμε τη μνήμη της χώρας μας στον πλανήτη. Αλλιώς, κινδυνεύουμε να μας ξεχάσουν εντελώς...».

Tο βιβλίο του Φαίδων Ταμβακάκη κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Εστία. 

1

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Γκάμπορ Ματέ: «Έχουμε απεγνωσμένα ανάγκη ο ένας τον άλλον»

Βιβλίο / Γκάμπορ Ματέ: «Έχουμε απεγνωσμένα ανάγκη ο ένας τον άλλον»

Ο γιατρός και συγγραφέας, που τα βιβλία του είναι όλα μπεστ σέλερ, βρέθηκε στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση και συζήτησε με την Αφροδίτη Παναγιωτάκου για το τραύμα και τη σύγχρονη ζωή, αλλά και για τη γενοκτονία στη Γάζα, που ο ίδιος, ως Εβραίος, θεωρεί ότι είναι χειρότερη από το Άουσβιτς.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
«ASTY», η Αθήνα του 2999: Μια πόλη στα όρια της ασφυξίας

Design / Αθήνα 2999: Μια πόλη στα όρια της ασφυξίας

Ο αρχιτέκτονας και δημιουργός κόμικς Δημήτρης Πασχάλης μετατρέπει την ανησυχία του για τη σύγχρονη Αθήνα σε μια δυστοπική αφήγηση που εκτυλίσσεται στο έτος 2999. Μέσα από το «ASTY» εξερευνά την υπεραστικοποίηση, την απώλεια του προσωπικού χώρου και τη σχέση ανάμεσα στην αρχιτεκτονική, την ψυχική υγεία και το μέλλον της πόλης.
M. HULOT
O Ντέιβιντ Λοτζ μάς διαβεβαιώνει ότι ο παράδεισος είναι δίπλα μας

Το πίσω ράφι / O Ντέιβιντ Λοτζ μάς διαβεβαιώνει ότι ο παράδεισος είναι δίπλα μας

Στο μυθιστόρημά του «Νέα από τον παράδεισο» ο Βρετανός θεωρητικός της λογοτεχνίας και συγγραφέας μάς κάνει συμμέτοχους στους προβληματισμούς του γύρω από την πίστη, τη μαζική νεύρωση των διακοπών και τις ανθρώπινες σχέσεις.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Γιατί (ξανα)διαβάζουμε μανιακά Λατινοαμερικανούς συγγραφείς;

Βιβλίο / Γιατί (ξανα)διαβάζουμε μανιωδώς Λατινοαμερικανούς συγγραφείς;

Οι τίτλοι της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας που κυκλοφορούν στα ελληνικά πολλαπλασιάζονται, αναδεικνύοντας ένα νέο, πιο ριζοσπαστικό κύμα συγγραφέων που ασχολούνται με την ακραία πολιτική κατάσταση της ηπείρου τους, την πατριαρχία και τα ζητήματα της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
«Αρνούμαι να είμαι πολίτης δεύτερης κατηγορίας στη δική μου γη»: Η νικήτρια του Booker μιλά για την Ταϊβάν

Πολιτισμός / «Αρνούμαι να είμαι πολίτης δεύτερης κατηγορίας στη δική μου γη»: Η νικήτρια του Booker μιλά για την Ταϊβάν

Η Γιανγκ Σουάνγκ-ζι, που μόλις κέρδισε το Διεθνές Βραβείο Booker με το «Taiwan Travelogue», μιλά για την απειλή του Πεκίνου, την ταϊβανέζικη ταυτότητα, την queer επιθυμία και τη λογοτεχνία που δεν μπορεί να μείνει μακριά από την πολιτική
THE LIFO TEAM
Φέρντια Λένον, ο Ιρλανδός που έγραψε για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο

Βιβλίο / Φέρντια Λένον, ο Ιρλανδός που έγραψε για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο

Στο πρώτο του μυθιστόρημα, «Ένδοξα Κατορθώματα», ο βραβευμένος συγγραφέας αφηγείται μια αληθινή αλλά απίστευτη ιστορία: Αθηναίοι αιχμάλωτοι πολέμου σώζονται, απαγγέλλοντας στίχους του Ευριπίδη.
M. HULOT
Romantasy: Το σύγχρονο εκδοτικό φαινόμενο που σπάει ταμεία και κατακτά τους νεαρούς αναγνώστες

Βιβλίο / Romantasy: Έρωτες, δράκοι και επική δράση στη νέα υβριδική λογοτεχνία της γενιάς του ΤιkTok

Συνδυάζοντας έρωτα, δράκους και επικές περιπέτειες, το υβριδικό αυτό είδος σημειώνει εντυπωσιακές πωλήσεις παγκοσμίως, μετατρέπει συγγραφείς όπως η Ρεμπέκα Γιάρος και η Σάρα Τζ. Μάας σε σταρ της γενιάς του TikTok
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Η συγγραφέας πίσω από τα «Μπούτια και Διανόηση»

Βιβλία και Συγγραφείς / Η συγγραφέας πίσω από τo «Μπούτια και Διανόηση»

Η πιο αναγνωρίσιμη βιβλιοφιλική φωνή του ελληνικού Instagram, η Ματίνα Αποστόλου, γνωστή από τον λογαριασμό της «Intellectual Thighs», μιλά για την αγάπη της για τα βιβλία αλλά και για το νέο της μυθιστόρημα, «Ρίζες».
M. HULOT
ΕΠΕΞ 22η ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, σε τροχιά σύνδεσης με τις νέες τάσεις αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Βιβλίο / ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Απολογισμός της 22ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 7 έως τις 10 Μαΐου και διοργανώθηκε για δεύτερη χρονιά από το ΕΛΙΒΙΠ. Ποιες σημαντικές καινοτομίες υπήρξαν και τι μένει να γίνει ακόμα;
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
«Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», ένα graphic novel για τη ζωή του πρόωρα χαμένου δημιουργού

Βιβλίο / Παύλος Σιδηρόπουλος: Ένα graphic novel για τη ζωή του «πρίγκιπα της ροκ»

Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, που εργάστηκαν στο σενάριο και στο σχέδιο του «Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», εξηγούν πώς προσέγγισαν τη ζωή και την καλλιτεχνική πορεία αυτής της σύνθετης προσωπικότητας.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Ευτυχώς για μας, η Τζένη Μαστοράκη αγαπούσε από μικρή τις ιστορίες που τη φόβιζαν/ «Κι όλα τα κακά σκορπά…»: Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη

Βιβλίο / Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη κυκλοφορεί ξανά

Ένα σπουδαίο, αλλά σχετικά άγνωστο έργο της κορυφαίας ποιήτριας και μεταφράστριας κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε αυτόνομη έκδοση από την Άγρα, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ

σχόλια

1 σχόλια