Η ΣΗΜΑΙΝΟΥΣΑ ακαδημαϊκός και ομότιμη καθηγήτρια στην έδρα Νεοελληνικής και Συγκριτικής Λογοτεχνίας «Γιώργος Σεφέρης» του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ , Μάργκαρετ Αλεξίου, απεβίωσε στο σπίτι της στο Ουόλμερ, στο Κεντ της Αγγλίας, στις 16 Σεπτεμβρίου 2026.
Γεννήθηκε στο Μπέρμιγχαμ το 1939, κόρη του σπουδαίου κλασικού φιλολόγου Τζορτζ Τόμσον και της Kάθριν Φρέιζερ. Το ζευγάρι συνδέθηκε φιλικά με τον φιλόσοφο Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν – η Aλεξίου κατέγραψε τις αναμνήσεις της από αυτή την εμβληματική προσωπικότητα. Ο πατέρας της συνδύασε την αγάπη του για την ελληνική γλώσσα με τις ισχυρές κομμουνιστικές του πεποιθήσεις στο πρωτότυπο έργο του πάνω στις τραγωδίες του Αισχύλου, τις οποίες προσέγγισε με βάση τη μαρξιστική θεωρία.
Αναμφίβολα, η Aλεξίου επηρεάστηκε τόσο από τη φιλολογική κατάρτιση όσο και από τη διεπιστημονική προσέγγιση του πατέρα της. Αφιέρωσε τη σταδιοδρομία της στη μελέτη της ελληνικής γραμματείας, σε όλη τη διαχρονία της. Σπούδασε κλασική φιλολογία στο Κέμπριτζ, όπου συνδέθηκε με την Τζέσι Στιούαρτ, μαθήτρια της πρωτοπόρου Τζέιν Χάρισον που καθιέρωσε τον κλάδο της θρησκειολογίας και μελέτης των αρχαίων ελληνικών μύθων στην Αγγλία και επηρέασε το έργο της Βιρτζίνια Γουλφ και του T.Σ. Έλιοτ. Μετά την περάτωση και των διδακτορικών της σπουδών, η Aλεξίου δίδαξε επί δύο δεκαετίες στο πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ, προτού διαδεχθεί τον Γιώργο Σαββίδη στην έδρα Σεφέρη τού Χάρβαρντ.
Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι η Mάργκαρετ Αλεξίου, με τη μακρόχρονη προσφορά της, μας βοήθησε να ανακαλύψουμε πώς οι Έλληνες αντιλαμβάνονταν διαχρονικά τους βασικούς πυλώνες της ύπαρξής τους: τον θρήνο και τον έρωτα, το γέλιο και το κλάμα.
Σημαντικoί σταθμοί στην αρχή της καριέρας της υπήρξαν οι μελέτες της για τον Ρωμανό τον Μελωδό και για τον Ευστάθιο Μακρεμβολίτη, μυθιστοριογράφο του 12ου αιώνα. Η κριτική επαναξιολόγηση της ερωτικής μυθιστορίας «Υσμίνη και Υσμινίας» επανέφερε στο προσκήνιο τα παραγνωρισμένα μυθιστορήματα της εποχής των Κομνηνών και είχε αξιοσημείωτη επιρροή στον κλάδο των Βυζαντινών Σπουδών. Το φάσμα των ενδιαφερόντων της υπήρξε πάντοτε εντυπωσιακά ευρύ και κάλυπτε όλες τις περιόδους της ελληνικής πνευματικής παράδοσης, από την αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα μέχρι την Κρητική Αναγέννηση και τη νεοελληνική λογοτεχνία, όπου ξεχώρισαν οι αναγνώσεις της στο έργο του Βιζυηνού και του Καβάφη.
Αναμφίβολα, το γνωστότερο και πλέον επιδραστικό έργο της υπήρξε το μνημειώδες «Ο τελετουργικός θρήνος στην ελληνική παράδοση» (κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, σε μετάφραση Δημήτρη Γιατρομανωλάκη και επιμέλεια Παναγιώτη Ροϊλού, ο οποίος και τη διαδέχθηκε στην έδρα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Χάρβαρντ). Το βιβλίο-σταθμός διατρέχει την ελληνική παράδοση με αξιοθαύμαστη συνθετική δύναμη και εξετάζει το θεμελιώδες θέμα του θρήνου και του πένθους, από τον Όμηρο μέχρι τους Πατέρες της Εκκλησίας και από την αρχαία τραγωδία μέχρι το δημοτικό τραγούδι και τα μοιρολόγια της λαϊκής παράδοσης.
Συνδυάζοντας διαφορετικές μεθοδολογίες και προσφέροντας μια νέα ανάγνωση της γραπτής και προφορικής παράδοσης, επηρέασε και συνεχίζει να επηρεάζει επιστήμονες από διαφορετικούς χώρους και κλάδους. Στην εμβρίθεια με την οποία εποπτεύει τόσο διακριτά επίπεδα λόγου, προστέθηκε η προσωπική της εμπειρία από τη ζωή της στην Ελλάδα –με την οποία συνδέθηκε και οικογενειακά, όπως μαρτυρεί και το επίθετο του Έλληνα πρώην συζύγου της–, αλλά και η επιτόπια έρευνα σε πόλεις και χωριά της επικράτειας.
Οι συνομιλίες της με τις γυναίκες που κουβαλούσαν μέσα τους την αρχέγονη παράδοση του μοιρολογιού είναι από τα πιο ενδιαφέροντα και συγκινητικά σημεία του τόμου. Το έργο αυτό αποτελεί μέχρι και σήμερα, πενήντα δύο χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση, σημείο αναφοράς για φιλολόγους, λαογράφους, ανθρωπολόγους, ακόμη και θεολόγους ή μουσικολόγους που θέλουν να μελετήσουν τη σχέση του ελληνικού πολιτισμού με τον θάνατο και το πένθος. Πρόκειται για ένα βιβλίο που, χαρακτηριστικά, συνομιλεί με την ορθόδοξη θεολογία του αείμνηστου Κάλλιστου Ware, αλλά και με το καλλιτεχνικό έργο της αβανγκάρντ μουσικού Ντιαμάντα Γκαλάς. Συνέχεια, κατά κάποιον τρόπο, αυτού του βιβλίου αποτέλεσε το «After Antiquity-Greek language, myth, and metaphor» του 2002, το οποίο και πάλι συνθέτει με μαεστρία θέματα τόσο διαφορετικά φαινομενικά, όπως η επιρροή της Καινής Διαθήκης στη μεταφορική λειτουργία της ελληνικής γλώσσας μέχρι την αλληλεπίδραση γλώσσας και τελετουργίας στο φάσμα του αυτισμού.
Τα τελευταία χρόνια, η Αλεξίου είχε επιστρέψει στη μελέτη του 12ου αιώνα και στις βυζαντινές σπουδές και, συγκεκριμένα, στο έργο του Θεόδωρου Πρόδρομου, γνωστού και για τα σατιρικά «Πτωχοπροδρομικά» του ποιήματα, πάλι με μια πρωτότυπη ματιά και φρέσκια προσέγγιση στον παιγνιώδη λόγο του βυζαντινού λογίου. Μιλώντας πιο προσωπικά, το άρθρο της «Ploys of performance: games and play in the ptochoprodromic poems» του 1999 άλλαξε ριζικά τον τρόπο με τον οποίο, τουλάχιστον εγώ, αντιλαμβάνομαι τη βυζαντινή θεώρηση της γλώσσας, ίσως και τον βυζαντινό πολιτισμό εν γένει. Καρπός αυτής της συγγραφικής περιόδου ήταν και ο συλλογικός τόμος τον οποίο συνεπιμελήθηκε με τίτλο «Greek laughter and tears: antiquity and after».
Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι η Mάργκαρετ Αλεξίου, με τη μακρόχρονη προσφορά της, μας βοήθησε να ανακαλύψουμε πώς οι Έλληνες αντιλαμβάνονταν διαχρονικά τους βασικούς πυλώνες της ύπαρξής τους: τον θρήνο και τον έρωτα, το γέλιο και το κλάμα. Αυτή η τόσο σπάνια και ενδιαφέρουσα ανάγνωση του κύκλου της ζωής και των τελετουργιών που τον συνοδεύουν μας βοηθούν να γίνουμε κι εμείς κοινωνοί αυτής της παράδοσης, να την καταλάβουμε καλύτερα και, εν τέλει, να πλησιάσουμε την ίδια τη ζωή με μια άλλη οπτική. Τα ελληνικά γράμματα, η επιστημονική κοινότητα, οι μαθητές και οι μαθήτριές της, μα και οι απλοί αναγνώστες τής οφείλουμε πολλά.
ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ Ο ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΘΡΗΝΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΕΔΩ