Αναμφίβολα, δεν μπορεί να υπάρξει καλύτερος οδηγός για να γνωρίσει κανείς την Αβάνα από το έργο του Λεονάρδο Παδούρα, τον συγγραφέα που εξακολουθεί να αφουγκράζεται την πόλη όχι μόνο όπως είναι αλλά και όπως υπήρξε, μέσα από τις ολοζώντανες, επίμονες εικόνες της. Στη συναρπαστική «Αβάνα» (στη μετάφρασή του ο Κώστας Αθανασίου διατηρεί τη ζωντάνια της αρχικής γλώσσας), ο σημαντικότερος ίσως σήμερα Κουβανός μυθιστοριογράφος μάς ξεναγεί στην πόλη που γνώρισε σε βάθος, αγάπησε σχεδόν με το σώμα και αρνήθηκε πεισματικά να εγκαταλείψει, καθιστώντας μας όχι απλώς αναγνώστες αλλά συνοδοιπόρους του σε μια περιπλάνηση που ενώνει αρμονικά την προσωπική μνήμη με την Ιστορία – ειδικά τώρα, στην κρισιμότερη ίσως περίοδο που έχει γνωρίσει η Κούβα τις τελευταίες δεκαετίες.
Γιατί η Αβάνα του Παδούρα σε καμία περίπτωση δεν είναι ένας τόπος που εξαντλείται στις ξεθωριασμένες προσόψεις, στα αμερικανικά αυτοκίνητα μιας άλλης εποχής, στη Μαλεκόν, στα πούρα, στο ρούμι και στις αναμνήσεις του Χέμινγουεϊ. Είναι κυρίως μια πόλη τραυματισμένη και ακατάβλητη, ένα παλίμψηστο επαναστάσεων, επιθυμιών, μεταναστεύσεων και διαρκών διαψεύσεων, που καθιστούν ακόμα πιο εναργή τα αποτυπώματα όλων όσοι έφυγαν και όλων όσοι, σαν τον ίδιο τον Παδούρα, επέλεξαν να παραμείνουν. Ο συγγραφέας, έχοντας ζήσει σχεδόν όλες τις μεταμορφώσεις της μετεπαναστατικής Αβάνας, υψώνει στο βιβλίο μια φωνή που άλλοτε γίνεται τρυφερή, άλλοτε σαρκαστική και συχνότερα βαθιά απελπισμένη αναφορικά με την υφιστάμενη κατάσταση στην οποία βρίσκεται η πόλη του.
Η σημερινή Κούβα μοιάζει να έχει εισχωρήσει για τα καλά στο σκοτεινό τοπίο που εκείνος περιγράφει: η οικονομική και ενεργειακή κρίση έχει μετατρέψει τις πολύωρες διακοπές ρεύματος, τις ελλείψεις καυσίμων και βασικών αγαθών και την καθημερινή αγωνία της επιβίωσης σε σχεδόν μόνιμες συνθήκες ζωής, ενώ η μετανάστευση εξακολουθεί να αφαιρεί από τη χώρα ένα σημαντικό κομμάτι του ενεργού πληθυσμού της. Τον Σεπτέμβριο του 2026 η πραγματικότητα έμοιαζε, μάλιστα, να αντιγράφει με ανατριχιαστική ακρίβεια τις δυστοπικές σελίδες που περιγράφει ο ίδιος στην Αβάνα: το ηλεκτρικό δίκτυο κατέρρευσε ξανά, αφήνοντας εκατομμύρια ανθρώπους χωρίς ρεύμα και μεγάλο μέρος της Αβάνας βυθισμένο κυριολεκτικά στο σκοτάδι.
Ο Λεονάρδο Παδούρα εντάσσει στο βιβλίο αποσπάσματα από τα μυθιστορήματά του μαζί με παλαιότερα κείμενα και ρεπορτάζ για την Αβάνα, επιτρέποντάς μας να παρακολουθήσουμε τις μεταμορφώσεις της λεωφόρου Δε Μόντε, του Αταρές, της Χεσούς Μαρία και των φτωχών συνοικιών που σπανίως χωρούν στη μυθολογία της τουριστικής Κούβας.
Ο Παδούρα θεωρεί ότι η πόλη διανύει μια φάση ακόμα χειρότερη από εκείνη της παρατεταμένης κρίσης του ’90 – και επιμένει στο κεφαλαίο Κ, θέλοντας να υπογραμμίσει το μέγεθος εκείνης της αδιανόητης ιστορικής συγκυρίας, βλέποντας πλέον ελάχιστα ψήγματα ελπίδας, ότι η κατάσταση μπορεί εύκολα να αντιστραφεί. Και μολονότι η Αβάνα εξακολουθεί να αναζητεί εναλλακτικές, η ευκολότερη και συνάμα πιο οδυνηρή παραμένει δυστυχώς η μετανάστευση – και η φυγή. Ως εκ τούτου, η σταδιακή εγκατάλειψη δείχνει να καθιστά ενίοτε ολόκληρη την πόλη ένα σχεδόν νεογοτθικό σκηνικό, όπου οι ριπές των τροπικών ανέμων περνούν ανάμεσα από μισοερειπωμένα κτίρια και δρόμους που μοιάζουν πραγματικά στοιχειωμένοι. Και αυτά τα φαντάσματα δεν είναι παρά οι αναμνήσεις μιας άλλης Αβάνας, γεμάτης εγκαρδιότητα, πολιτισμό, εξωστρέφεια και εκείνη την αυθεντική ευγένεια που, για τον Παδούρα, αποτελούσε κάποτε οργανικό στοιχείο της κουβανικής ψυχής – μαζί με την πίστη στον συνάνθρωπο, στην παιδεία και στη γνώση.
Για όλα αυτά μιλάει με περισσή φροντίδα, και αίσθημα ευθύνης, στην Αβάνα, ξεδιπλώνοντας ταυτόχρονα το χρονικό της πόλης και το χρονικό της δικής του ενηλικίωσης: από τα πρώτα χρόνια στη Μαντίγια, την περιοχή όπου μεγάλωσε και όπου εξακολουθεί να κατοικεί, τις αναμνήσεις της πολυμελούς οικογένειάς του και τη σχεδόν μανιακή παιδική του ενασχόληση με το μπέιζμπολ μέχρι τη φοίτησή του στη Σχολή Γραμμάτων του Πανεπιστημίου της Αβάνας, που τον έφερε σε επαφή με έναν διαφορετικό κόσμο, εκείνον του Βεδάδο, του ζωντανού και σοφιστικέ κέντρου της πόλης, με τους κινηματογράφους, τα βιβλιοπωλεία, τα καφέ και την Κάσα Πότιν. Παρότι η Μαντίγια ήταν ουσιαστικά προάστιο της πρωτεύουσας, ο ίδιος λέει πως, όταν οι κάτοικοί της ήθελαν να πουν ότι κατεβαίνουν στο κέντρο, έλεγαν «πάμε στην Αβάνα», σαν η πόλη να μην ήταν τόπος αλλά προορισμός, σχεδόν μια υπόσχεση. Θυμάται μάλιστα να την ανακαλύπτει από ψηλά, κοιτάζοντάς την από τον σχεδόν στοιχειωμένο πύργο του Αβερόφ, προτού αρχίσει να κατανοεί ότι κάθε γωνιά της έκρυβε ένα σημείο καμπής που αργότερα θα φώλιαζε, με ενάργεια και τρυφερότητα, στις σελίδες των βιβλίων του.
Άλλωστε, στην πραγματικότητα η Αβάνα είναι ένας από τους σημαντικότερους χαρακτήρες ολόκληρου του έργου του. Συνοδεύει το κατεξοχήν alter ego του συγγραφέα, τον ντετέκτιβ Μάριο Κόντε, και μεταβάλλεται μαζί του, γερνά, απογοητεύεται και ανακαλεί τις δικές του αναμνήσεις. Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Παδούρα: «Και σε εκείνη την ίδια Ράμπα, την οποία ο Ηράκλειτος από την Έφεσο θα είχε χαρακτηρίσει, διαλεκτικά, διαφορετική, ο Κόντε βρήκε πάλι αυτά που τον θάμπωναν εκείνους τους καιρούς και που τώρα ήταν σκοτεινά, με τα κλαμπ κλειστά, το Περίπτερο μαραμένο, την πιτσαρία κλειδαμπαρωμένη και την απουσία εκείνης της μακρινής φιλενάδας που συνήθιζε να περιμένει στη γωνία του καταστήματος Ινδοκίνα, όπου τώρα πουλούσαν τα τελευταία, ίσως, σοβιετικά ρολόγια, σταλμένα από μια Μόσχα κάθε μέρα και πιο απομακρυσμένη και πιο αδιάφορη μπροστά στα δάκρυα».
Είναι αυτή ακριβώς η ταυτόχρονη παρουσία του τότε και του τώρα που κάνει την Αβάνα κάτι πολύ περισσότερο από ένα βιβλίο για μια πόλη. Ο Παδούρα διαθέτει την προυστική ικανότητα να ανασύρει έναν ολόκληρο χαμένο κόσμο από μια μυρωδιά, μια γεύση, μια μουσική ή μια φευγαλέα εικόνα: από τα αυτοσχέδια «ΜακΚάστρο», όπως ονόμαζαν σκωπτικά τα υποκατάστατα των χάμπουργκερ, έως τις μυρωδιές των δρόμων, τους κινηματογράφους και τα παλιά στέκια, όπως το καμπαρέ Ελεγκάντε του ξενοδοχείου Ριβιέρα, όπου κάποτε περνούσαν οι τραγουδιστές της Αβάνας, προτού οι μουσικές προτιμήσεις της πόλης παραδοθούν, προς μεγάλη δική του δυσφορία, στην επέλαση της ρεγκετόν. Μόνο που αυτή η νοσταλγία δεν γίνεται ποτέ άλλοθι και αφορμή για επιφανειακή νοσταλγία ή τάση εξωραΐσμού. Παρότι ο Παδούρα γνωρίζει πολύ καλά το ιστορικό βάρος της αμερικανικής παρέμβασης στην Κούβα και αντιμετωπίζει με βαθιά καχυποψία τους «Βορειοαμερικανούς», όπως επιμένει να τους αποκαλεί, δεν χαρίζεται ούτε στην ίδια την κουβανική πραγματικότητα.
Η σημερινή κρίση έχει πολλαπλές και βαθιά συγκρουσιακές αναγνώσεις: το σημαντικότερο μέρος της οικονομικής ασφυξίας έχει ως κύρια αιτία το αμερικανικό εμπάργκο και τις νεότερες κυρώσεις και ενεργειακές πιέσεις, αν και ο ίδιος ο Παδούρα δεν φοβάται να μιλήσει για τις χρόνιες δομικές αδυναμίες του οικονομικού μοντέλου και της κρατικής διαχείρισης. Το βέβαιο είναι οι οδυνηρά χειροπιαστές επιπτώσεις για τον μέσο Κουβανό: ελλείψεις, διακοπές στην ηλεκτροδότηση, δυσκολία στις μεταφορές, στην υγειονομική περίθαλψη και στην καθημερινή τροφοδοσία.
Ο Παδούρα μιλάει έτσι για μια κουβανική ψυχή τόσο βαθιά τραυματισμένη, σε σημείο που να κινδυνεύει να απολέσει –ο ίδιος φοβάται ότι τον έχει απολέσει ήδη– τον αυθεντικό της χαρακτήρα. Αναφέρει ληστείες, σπίτια που απογυμνώνονται από οτιδήποτε μπορεί να έχει αξία, μια κοινωνική αδιαφορία που σταδιακά αντικαθιστά την παλιά αλληλεγγύη, μικρές και μεγαλύτερες παρανομίες που δεν αποτελούν απλώς ηθική παρέκκλιση αλλά συχνά τον τελευταίο αυτοσχεδιασμό της επιβίωσης. Γι’ αυτό και χαρακτηρίζει το σημερινό τοπίο σχεδόν δυστοπικό, αναγνωρίζοντας σε αυτό αναλογίες με τον «Δρόμο» του Κόρμακ ΜακΚάρθι και τη «Χώρα των έσχατων πραγμάτων» του Πολ Όστερ, ειδικά όταν η πραγματικότητα μοιάζει να ωθεί τους ανθρώπους προς μια προνεωτερική, σχεδόν τροφοσυλλεκτική συνθήκη, την οποία σκεπτόταν, όπως γράφει, κάποια στιγμή έντονα το καθεστώς.
Κι όμως, κάτω από αυτήν τη μαύρη επιφάνεια εξακολουθεί να υπάρχει μια μορφή εσωτερικής αντίστασης. Είναι η σχεδόν σωκρατική δυνατότητα της πόλης να διδάσκει, να δημιουργεί δεσμούς, να συγκρατεί το ετερόκλητο ανθρώπινο πλήθος της σε ένα κοινό αστικό πεπρωμένο. Είναι το Μαλεκόν, όπου εξακολουθούν να συναντιούνται άνθρωποι διαφορετικών κόσμων, αλλά και οι συνοικίες στις παρυφές της πόλης, τα αυτοσχέδια παραπήγματα, ακόμα και οι μικρές κοινότητες που γεννιούνται μέσα στην ανάγκη. Όσο η Αβάνα παραμένει ζωντανή στη μνήμη, μοιάζει να υποστηρίζει ο Παδούρα, όσο υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν ακόμη να θυμηθούν τι υπήρξε, ίσως υπάρχει τρόπος να μην εξαφανιστεί ολοκληρωτικά αυτό που ήταν.
Ο Μάριο Κόντε έχει δει και ζήσει όλες αυτές τις ετερόκλητες όψεις της πόλης και ο Παδούρα εντάσσει στο βιβλίο αποσπάσματα από τα μυθιστορήματά του μαζί με παλαιότερα κείμενα και ρεπορτάζ για την Αβάνα, επιτρέποντάς μας να παρακολουθήσουμε τις μεταμορφώσεις της λεωφόρου Δε Μόντε, του Αταρές, της Χεσούς Μαρία και των φτωχών συνοικιών που σπανίως χωρούν στη μυθολογία της τουριστικής Κούβας: «Στη μνήμη των κατοίκων της Αβάνας εκείνη η ζώνη της πόλης, πλημμυρισμένη συχνά από τις μαύρες αναθυμιάσεις από το θερμοηλεκτρικό εργοστάσιο της Ταγιαπέδρα, δηλητηριασμένη από τις διαρροές του βουτανίου και πολιορκημένη από τους μυρωδάτους μαιάνδρους με τα πιο μολυσμένα νερά του κόλπου, ήταν σαν έδαφος παραχωρημένο στους άπιστους, που δεν υπήρχε καμία ελπίδα να ανακτηθεί. Ανάμεσα στα ελικοειδή δρομάκια της η ιστορία έμοιαζε να έχει πετάξει χωρίς να σταθεί, ενόσω η μία γενιά μετά την άλλη συσσώρευαν εκεί τον πόνο, τη λήθη, την οργή κι ένα πνεύμα αντίστασης που σχεδόν πάντα εκτονωνόταν σε παρανομία, σε ανηθικότητα, σε βία, σε αναζήτηση μιας σκληρής επιβίωσης για την οποία οι άνθρωποι πάσχιζαν με οποιοδήποτε κόστος και με οποιοδήποτε τρόπο».
Αυτή η σκληρή επιβίωση υπήρξε άλλωστε και η πρώτη ύλη της λογοτεχνίας του Παδούρα. Οι πιο κρίσιμες περίοδοι της ζωής του συμπίπτουν με τις σημαντικότερες λογοτεχνικές του απόπειρες, αρκετές από τις οποίες γεννήθηκαν τη δεκαετία του ’90, όταν η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης άφησε την Κούβα αντιμέτωπη με τη διαβόητη «Ειδική Περίοδο». Η γραφή έγινε τότε όχι μόνο τρόπος κατανόησης αλλά άσκηση αντοχής απέναντι στην ανέχεια. Δεν είναι τυχαίο ότι οι αυτοσχεδιασμοί της επιβίωσης τροφοδότησαν το πικαρέσκο στοιχείο μιας ολόκληρης αστικής λογοτεχνικής παράδοσης, την οποία ο Παδούρα αναζητεί προς τα πίσω, από τον Σιρίλιο Βιγιαβέρδε και τον Ραμόν Μέσα του 19ου αιώνα έως τον Γκιγιέρμο Καμπρέρα Ινφάντε και τον Λίνο Νοβάς Κάλβο στον 20ό. Ο ίδιος, άλλωστε, γνώρισε την πόλη όχι από το ασφαλές παρατηρητήριο του συγγραφέα αλλά περπατώντας την ως ρεπόρτερ της «Juventud Rebelde», προτού εργαστεί στη «Gaceta de Cuba» και τελικά, το 1995, αφοσιωθεί στη συγγραφή.
Το ρεπορτάζ τού αποκάλυψε μια άλλη Αβάνα: τις υποβαθμισμένες συνοικίες, την κινεζική κοινότητα που αργότερα θα περάσει στην Ουρά του φιδιού και στους Έντιμους ανθρώπους, τους μουσικούς Τσάνο Πόσο και Ελ Τσόρι, τις ιστορίες που θα τροφοδοτήσουν το Παρελθόν χαμένο στην ομίχλη, και βέβαια το πλήθος των σχεδόν αυτοβιογραφικών περιπλανήσεων του Μάριο Κόντε. Η πόλη παύει έτσι να είναι το σκηνικό της λογοτεχνίας και γίνεται η ίδια λογοτεχνία, ένας ζωντανός οργανισμός που καθορίζει συμπεριφορές, γεννά χαρακτήρες και λειτουργεί ως το αποθετήριο της μνήμης κρατώντας ζωντανό τον χρόνο.
Και ίσως γι’ αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία ότι ο Παδούρα τιμήθηκε φέτος με το Premio Liber 2026, που αποδίδεται στον σημαντικότερο ισπανόφωνο συγγραφέα της Λατινικής Αμερικής, μια διάκριση που έρχεται να προστεθεί, μεταξύ άλλων, στο Premio Princesa de Asturias de las Letras του 2015. Η κριτική επιτροπή του Liber υπογράμμισε ακριβώς αυτή την ικανότητά του να διερευνά μέσα από διαφορετικά λογοτεχνικά είδη την αλήθεια, την ενοχή, τη φιλία και, πάνω απ’ όλα, το βάρος που ασκεί η Ιστορία πάνω στις ατομικές ζωές – δηλαδή τις ίδιες εμμονές που μετατρέπουν την Αβάνα από γεωγραφικό τόπο σε ηθικό και υπαρξιακό σύμπαν.
Στο τέλος, άλλωστε, κανείς δεν μπορεί να ξεχωρίσει με βεβαιότητα ποια είναι η πραγματική και ποια η μυθική Αβάνα του Παδούρα, στον βαθμό που η μία εισβάλλει διαρκώς στην άλλη: η πόλη της μνήμης μεταστοιχειώνει την πόλη του παρόντος και η πραγματικότητα εισβάλλει στη μυθοπλασία, ώσπου αναδεικνύεται η κατεξοχήν δική του Αβάνα, που γεννιέται, μέσα από τις σελίδες του. Είναι η πόλη που εξακολουθεί να τον καταδιώκει και που εκείνος αρνείται, από την πλευρά του, πεισματικά να αφήσει, βιώνοντάς τη «σαν αυτό που είναι: μια ανάγκη μια εμμονή. Μια αντανάκλαση του αισθήματος του ανήκειν που νιώθω και ένα χρονικό αυτών που το πέρασμα του χρόνου έχει σιγά σιγά προκαλέσει στο πνεύμα των ανθρώπων και στην υλική εικόνα της πόλης στην οποία ανήκω ψυχή τε και σώματι».
Γιατί, όπως εμφατικά επισημαίνει οι πόλεις δεν σώζονται μόνο από τα κτίριά τους ούτε από την Ιστορία που καταγράφεται στα επίσημα αρχεία, αλλά από εκείνους που εξακολουθούν να τις θυμούνται ακόμη και όταν η εικόνα τους φθίνει μαζί με τις προσόψεις των κτιρίων της, απ’ όλους όσοι κρατάνε ζωντανές μέσα τους τις αναμνήσεις από τους δρόμους, τις μυρωδιές, τις μουσικές, τα πρόσωπα και τους νεκρούς τους. Και όσο ο Παδούρα εξακολουθεί να γράφει (για) την Αβάνα, η δική του πόλη –πραγματική και επινοημένη, φωτεινή και σκοτεινή, εξαντλημένη και απείθαρχα ζωντανή– θα εξακολουθεί να αντιστέκεται στην πιο οριστική μορφή ερήμωσης: τη λήθη.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.