Σε ένα μικρό αχαρτογράφητο χωριό «που δεν έχει κοιμητήριο» φτάνει μια σαραβαλιασμένη άμαξα με ένα αλλόκοτο μπουλούκι. Ο Εξαδάκτυλος και η Σαλώμη, η Μάντισσα, οι Σιαμαίοι, ο Θεραπευτής και ο Ξένος έρχονται περιπλανώμενοι σαν Βρίκελοι για να εκπληρώσουν μια παλιά προφητεία, νεκροζώντανοι, περνώντας διακριτικά και σιωπηλά από το 1958 στην Κυψέλη του σήμερα.
Αυτή είναι συνοπτικά η υπόθεση των «Βρίκελων», μιας ιδιότυπης τραγωδίας όπου «θρύλοι και τελετουργίες της λαϊκής παράδοσης συνυφαίνονται με μοτίβα και αντηχήσεις της ελληνικής λογοτεχνίας, φωτίζοντας τις αντιφάσεις και τα αδιέξοδα της σύγχρονης νεοελληνικής εμπειρίας». Το περίεργο είναι ότι ενώ είναι ένα βιβλίο που αφορά το παρελθόν, απευθύνεται ξεκάθαρα στο παρόν, στην Κυψέλη του σήμερα. Αυτή η ανεπαίσθητη μετάβαση γίνεται με έναν τρόπο που δεν χρειάζεται εξήγηση, γιατί αυτό που κάνει το βιβλίο γοητευτικό και σε στιγμές ανατριχιαστικό δεν είναι η υπόθεση αλλά η γλώσσα του.
Ξεκινά με ένα κεφάλαιο σε κρητική διάλεκτο και συνεχίζει με ένα καλοδουλεμένο, συναρπαστικό γλωσσικό μείγμα με μοναδικό ρυθμό που τον συνθέτουν από πεζό δεκαπεντασύλλαβο, δημοτικό τραγούδι, παραλογές και αρχαία τραγωδία μέχρι ένα σωρό λογοτεχνικές αναφορές του συγγραφέα (Σολωμός, Παπαδιαμάντης, Καρούζος, Μάτεσις, Χειμωνάς, αλλά και ο Τσαρούχης, ο Τσιτσάνης, ακόμη και η Αγία Γραφή), που είναι έντονες και ξεκάθαρες. Οι «Βρίκελοι» είναι ένα λογοτεχνικό επίτευγμα, γι’ αυτό τελειώνοντας την ανάγνωσή του αισθάνεσαι την ανάγκη να το μοιραστείς, να το προτείνεις σε φίλους και γνωστούς. Είναι πολύ λίγα τα βιβλία τα τελευταία χρόνια που μου έχουν δημιουργήσει αυτή την ανάγκη.
«Η τραγωδία και το δημοτικό τραγούδι μπορούσαν να μετασχηματίζουν το τραύμα σε μια εμπειρία, που μετά οδηγούσε σε μια μορφή θεραπείας. Τώρα που εκλείπει αυτό, δηλαδή εκλείπει αυτό το συνανήκειν, το τραύμα μένει ανεπούλωτο».
― Από πότε γράφεις;
Δεν είναι πάρα πολλά χρόνια. Κάποια στιγμή άρχισα να χάνω το ενδιαφέρον μου για τον κόσμο και θεωρώ ότι η λογοτεχνία γενικότερα είναι μια διέξοδος. Η πραγματικότητα είναι ένα πηγάδι στο οποίο υπάρχουν εμμονές, μνήμες, δυνάμεις τις οποίες δεν μπορείς να ελέγξεις, ούτε να τις καταλάβεις, οπότε με τη λογοτεχνία σαν να απλώνεται λίγο ο χώρος, να ανοίγει, και όλα αυτά να τα βλέπεις μπροστά σου, προσπαθώντας κατά κάποιον τρόπο όχι να τα εξηγήσεις αλλά να τα δεις από πιο κοντά και να τα διευθετήσεις. Οπότε το γράψιμο προέκυψε, όπως όλα τα πράγματα, από ανάγκη, για μένα πάρα πολύ σημαντική.
― Μου έκανε εντύπωση που διάβασα στο «αυτί» του βιβλίου ότι σπούδασες ναυπηγός, μηχανολόγος-μηχανικός. Ασχολήθηκες με αυτό;
Ναι, από αυτό βιοπορίζομαι.
Γιώργος Χωματηνός, «Βρίκελοι», εκδόσεις Κίχλη
― Και πότε βρίσκεις χρόνο να γράψεις;
Έχω ρυθμίσει τη δουλειά μου έτσι ώστε να μου εξασφαλίζει και τα προς το ζην και όσο περισσότερο χρόνο γίνεται για να μπορώ να γράφω. Αν δεν είχα αυτόν τον χρόνο, δεν ξέρω αν θα την πάλευα.
― Πόσες φορές τους έγραψες τους «Βρίκελους» μέχρι να τους παραδώσεις στον εκδοτικό;
Μου πήρε δύο χρόνια να το «κατεβάσω» και το άφησα άλλα δύο χρόνια να κρυώσει. Το ζήτημά του, πέρα από το γλωσσικό, το οποίο έπρεπε να προσέξω πάρα πολύ, ήταν και ο ρυθμός.
― Σε αυτό αναφέρομαι, στον ρυθμό, στα σημεία με τον δεκαπεντασύλλαβο που σε πάνε κατευθείαν στα δημοτικά τραγούδια. Το σημείο με την πεταλούδα είναι ανατριχιαστικό.
Είναι παραλογή κανονική, π.χ. εκεί που λέω «πεταλουδίτσα γαλανή, πεταλουδίτσα ωραία, πεταλουδίτσα φίλη μου, πριν πας στον πάνω κόσμο, ξεμυστηρέψου μου αυτά που ξέρεις για τον Ξένο».
― Τι σχέση έχεις με την Κυψέλη; Κάποια στιγμή από το άχρονο χωριό μεταφερόμαστε σε ένα υπόγειο στη σύγχρονη Κυψέλη.
Γεννήθηκα στην Κυψέλη, στην οδό Δοϊράνης. Μετά φύγαμε και πήγαμε στο Πολύγωνο, εκεί έβγαλα το σχολείο, εκεί έμενα όταν σπούδαζα ναυπηγός. Μετά έφυγα, έκανα μεταπτυχιακό στην Αγγλία. Ο σκοπός ήταν να μείνω στην Αγγλία να δουλέψω, αλλά με πρόλαβε ο πατέρας μου, ο οποίος έφυγε αιφνίδια, οπότε πριν κλείσω τα 30 έπρεπε να γυρίσω στην Ελλάδα για να αναλάβω τις υπάρχουσες οικογενειακές υποχρεώσεις. Γύρισα στην Ελλάδα, και όταν είμαι εδώ νιώθω αυτό που έλεγαν οι Στέρεο Νόβα, τον μετεωρισμό μεταξύ ενός χαμένου παρελθόντος και ενός ανεύρετου μέλλοντος – εμείς είμαστε στη μέση. Πιστεύω ότι αυτή είναι η καταστατική συνθήκη της νεοελληνικής περίπτωσης.
Υπάρχει ένα ποίημα της Ειρήνης Γιαννάκη στην ποιητική της συλλογή «Δόξα Έβρου», με τίτλο «Hellas», που λέει «Ζω σε μια χώρα / αντικατοπτρισμό / στη θέση άλλης· μα ποιος κατοίκησε ποτέ / τη μεταφορά;». Το διάβασα κι ενθουσιάστηκα και αισθάνομαι ότι το βιβλίο της και οι «Βρίκελοι» είναι σταυραδέλφια. Αυτήν ακριβώς τη μεταφορά νιώθω ότι την κατοικούμε από μικρά παιδιά και, κυρίως, τουλάχιστον η δική μου η γενιά, από τα φοιτητικά μας χρόνια, εκεί στα μέσα της δεκαετίας του ’90, που τρέχουμε σαν τους τρελούς να προλάβουμε το περιλάλητο τρένο της νεωτερικότητας. Να μπούμε στο τρένο της Ευρώπης, αφήνοντας πίσω τη γλώσσα μας, αφήνοντας πίσω τους τρόπους μας και ψάχνοντας να βρούμε τις γλώσσες και τους τρόπους στον «άλλο».
Εκείνη την περίοδο, λίγο πιο νωρίς, βγήκε το «Europa» του Λαρς φον Τρίερ, μια συγκλονιστική αλληγορία για την ηθική και πνευματική παρακμή της Ευρώπης. Λοιπόν, μου έχει καρφωθεί η αρχή της προλογικής σκηνής του «Europa»: ένα τρένο κινείται τη νύχτα, οι προβολείς του φωτίζουν τις ράγες και ακούγεται η υποβλητική φωνή του Mαξ φον Σίντοφ να μετράει από το 1 έως το 10, σαν υπνωτιστής, λέγοντας «όταν πω 10 θα βρεθείς στην Ευρώπη». Κάπως έτσι νομίζω ότι έγινε και στην πραγματικότητα. Δηλαδή, λες και υπό ένα καθεστώς συλλογικής ύπνωσης έγινε κλικ και το καβαλήσαμε όντως αυτό το τρένο της Ευρώπης, το οποίο εκτροχιάζεται.
― Πού ζεις τώρα;
Έχω γυρίσει στην Κυψέλη, εκεί γράφτηκε το βιβλίο, γι’ αυτό και αναφέρεται η περιοχή, γιατί εκτός από το απόλυτο μέρος του αθηναϊκού gentrification είναι και πολυπολιτισμικό, διατηρεί μνήμες και καταστάσεις, και ενώνει τους ανθρώπους. Όταν γράφτηκε το βιβλίο και το διάβασε ο Ίκαρος Μπαμπασάκης, ενθουσιάστηκε γιατί ένιωθε ότι αφορούσε και τον ίδιο. Νομίζω ότι είμαστε λίγο τυχεροί γιατί οι γενιές μας είχαν βιώσει λίγο αυτό το συνυπάρχειν, το συνανήκειν, τη γειτονιά, την παρέα την πολύ μεγάλη, τις φιλίες κ.λπ. Υπάρχει ένας στίχος στο κομμάτι «Schism» των Tool που λέει «ξέρω ότι ταιριάζουν τα κομμάτια γιατί τα έχω δει να καταρρέουν» και αν υπάρχει καταστατικός πυρήνας του βιβλίου είναι αυτός ο στίχος. Στη συνέχεια λέει «θέλω να τα ενώσω για να επανακτήσω την επικοινωνία», οπότε γι’ αυτό και ο τίτλος του βιβλίου: «Βρίκελοι». Είναι από το λεξικό του Ησύχιου του Αλεξανδρέως, ο οποίος τους αναφέρει ως τραγικά προσωπεία. Μετά πήρε τη λέξη ο Κοραής, όταν ετυμολόγησε τη λέξη «βρυκολάκας», και για μένα αυτό ακριβώς είναι. Την παίρνω και περιγράφω το νεοελληνικό σώμα το οποίο δεν βρίσκει ανάπαυση, ησυχία, κάθαρση, είναι μετέωρο μεταξύ του πάνω κόσμου, της βόρειας Ευρώπης και του κάτω κόσμου, της νότιας.
― Αυτή είναι η συνθήκη, γι’ αυτό και η δομή είναι σαν της τραγωδίας;
Χρησιμοποίησα τη δημοτική ποίηση και τη δομή της τραγωδίας γιατί αυτές διατηρούν τη μνήμη μιας κοινότητας που μπορούσε ακόμη να μετασχηματίζει το τραύμα σε συλλογική εμπειρία και να περνάει στην κάθαρση που εμείς, ως νεοέλληνες, δεν την έχουμε περάσει. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτό είναι που κάνει το βιβλίο είναι μη ρεαλιστικό. Εγώ μπήκα στη διαδικασία να μιλήσω με μύθο γιατί αισθάνομαι ότι ο ρεαλισμός δεν μπορεί να περιγράψει όλο αυτό το αντιφατικό και παράλογο πράγμα που συνιστά την ελληνική εμπειρία. Η παράδοση μπορεί. Ξέρεις, ο ρεαλισμός τείνει όλα αυτά να τα εξομαλύνει με κάποιον τρόπο, ενώ η παράδοση, ο μύθος, μπορεί να τα κατοικήσει. Η παράδοση καλύπτει και το μυθικό και το ιστορικό, και το ορατό και το αόρατο, κι εγώ δεν ήθελα να μεταχειριστώ την παράδοση ως φολκλορικό υλικό, ως νοσταλγικό αντικείμενο, ήθελα να την αντιμετωπίσω ως ζωντανό μορφικό απόθεμα, το οποίο έρχεται να συνδράμει το παρόν, να του διδάξει την άπιαστη ποιότητα του απλού, γιατί την έχουμε ανάγκη. Να ξεκινήσουμε από τα απλά για να μπορέσουμε να πάμε λίγο παρακάτω. Μπορείς να δεις την παράδοση ως κάτι μουσειακό, που θες να το προστατεύσεις, να το δείχνεις και να λες τι ωραίο που είναι, αλλά μπορείς να κάνεις και το ανάποδο, να το διαταράξεις και να του πεις «μπορείς, ρε φίλε, να με βοηθήσεις στο παρόν;». Αυτό που ήθελα να κάνω, λοιπόν, κι εγώ ήταν να μην το πετάξω αυτό το πράγμα. Ήθελα να τραβήξω τη ρίζα. Στο τέλος έλεγα στον εαυτό μου «τράβα τη ρίζα και ή θα σου μείνει στα χέρια ή κάτι θα βρεις, ρε παιδί μου, και θα φέρεις πίσω». Σε γενικές γραμμές η καταστατική πρόθεση του βιβλίου ήταν αυτή, να τραβήξω λίγο τη ρίζα.
― Ποιο ήταν το πρώτο ερέθισμα για να αρχίσεις να το γράφεις;
Να επανακτήσω την επικοινωνία με τους φίλους μου, την οποία ένιωθα ότι έχανα. Τρυπώνει ο συγγραφέας μέσα και λέει «εγώ με τους φίλους μου είμαστε χαμένοι σε μετα-διαδικτυακούς λαβυρίνθους, ο καθένας περίκλειστος στη μοναξιά του». Ήθελα να στείλω ένα μήνυμα.
― Στο βιβλίο συνυπάρχουν, εκτός από το δημοτικό τραγούδι και την αρχαία τραγωδία, Σολωμός, Παπαδιαμάντης, Καρούζος, Χειμωνάς, Τσαρούχης, Τσιτσάνης, ακόμη και η Αγία Γραφή. Πότε μια αναφορά παύει να είναι αναφορά και γίνεται οργανικό μέρος του δικού σου κόσμου;
Ήθελα να καταδείξω με τις αναφορές ότι η λογοτεχνία και η ζωή κοιτούν πάντα το τι είμαστε. Ότι όλο αυτό που είσαι αρδεύεται από κάτι άλλο, κατά κάποιον τρόπο αποτίνεις έναν φόρο τιμής σε όλα τα διαβάσματά σου, που στην πραγματικότητα σε διαμόρφωσαν, σε έκαναν αυτό που είσαι. Αυτό το βιβλίο δεν θα γραφόταν, αν δεν υπήρχαν όλα τα υπόλοιπα. Όπως και εκείνα τα βιβλία δεν θα γράφονταν, αν δεν υπήρχαν τα προηγούμενα. Οπότε, αυτό που θέλω να καταδείξω είναι αυτό το συνανήκειν που σου είπα πριν, ότι τίποτα δεν γίνεται από μόνο του. Δεν είναι τυπικές οι αναφορές. Είναι οργανικό μέρος του βιβλίου, γιατί αυτό ήθελα. Ο μεγάλος μου τρόμος είναι μη βγει κάποιος και πει ότι είναι ένα βιβλίο νεο-ηθογραφίας.
― Σε αφορά, όμως, η παράδοση.
Ναι, πολύ. Στο πλαίσιο αυτό που σου λέω, ως μια σκυτάλη που περνάει από τον έναν στον άλλο. Το χωριό του πατέρα μου είναι στην Ευρυτανία, είμαι από εκεί, μην κοιτάς την κρητική διάλεκτο στην αρχή του βιβλίου. Για τα κρητικά υπάρχει μια παλιά ρίζα οικογενειακή, αλλά έπεσε μελέτη, ασχολήθηκα με τα κρητικά κείμενα της Αναγέννησης. Οπότε ναι, είναι βιωματικό. Συνήθως όλα τα παραδοσιακά τα αγκαλιάζουν συντηρητικοί κύκλοι, αλλά δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να γίνει αυτό. Μπορεί να γραφτεί ένα βιβλίο τέτοιου είδους που να ασχολείται με την παράδοση, να την αναγνωρίζει, να χρησιμοποιεί μια γλώσσα και παρ’ όλα αυτά να αναφέρεται στα συγκεκριμένα προβλήματα και τις ευαισθησίες τις σημερινές.
― Διαβάζοντας το βιβλίο, είναι ξεκάθαρο ότι τη χρησιμοποιείς για να μιλήσεις για το παρόν, για την κατάσταση που βλέπουμε γύρω μας. Πώς τα βλέπεις τα πράγματα στην Αθήνα;
Κοίταξε, σου είπα προηγουμένως ότι εγώ δεν θα την πάλευα αν δεν έμπαινα στη διαδικασία να γράψω. Οπότε δεν τα βλέπω καλά τα πράγματα. Γράφω το βιβλίο για να βρω βοήθεια, για να βρω και άλλους ανθρώπους με τους οποίους με κάποιον τρόπο μπορούμε να εκφράσουμε τις ίδιες ανησυχίες.
― Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο στο βιβλίο σου είναι η γλώσσα, ξεκάθαρα. Πώς τη δούλεψες; Υπήρχε κάποιος κανόνας που ακολούθησες;
Ο ρυθμός με παρέσυρε. Υπήρχαν φορές που το μιλούσα το κείμενο. Δηλαδή, καθώς έγραφα, το συζητούσα, για να αισθάνομαι ότι κυλάει. Επίσης, δύο χρόνια το άφησα να «παγώσει». Τα κείμενα ξέρεις πώς πάνε. Είναι «λιμασμένα». Σε πιάνουν από το μανίκι και θέλουν να τα βγάλεις έξω στον κόσμο. Ένα προσόν το οποίο εκτιμώ πάρα πολύ στους συγγραφείς είναι η υπομονή. Ας βγει στον χρόνο, στα δύο χρόνια, στα τρία, άφησέ το, ρε παιδί μου, να κάτσει. Να υπομένεις το γεγονός ότι ξέρεις πως το βιβλίο είναι εδώ και θα μπορούσε να βγει, αλλά δεν βγαίνει, γιατί κάτι θέλει ακόμα. Δως του λίγο χρόνο.
― Υπάρχει και η περίπτωση να το πετάξεις εντελώς μετά.
Βεβαίως. Και δεν έγινε και τίποτα. Αυτό δεν δοκιμάζει και τις ανθρώπινες σχέσεις; Θα κάτσεις λίγο, θα δεις αν τραβάει το πράγμα, κι αν δεν τραβάει, το κόβεις. Το δοκίμασες, κάτι πήρες, κάτι πήρε κι ο άλλος, και πας παρακάτω.
― Το μπουλούκι κουβαλάει από την αρχή μέχρι το τέλος μια κλειστή κάσα. Ήξερες από την αρχή τι έχει μέσα η κάσα;
Όχι. Δεν θα πούμε το τέλος, αλλά αφήνω ένα περιθώριο ελπίδας, ότι θα μπορέσει κάποιος να φυτέψει κάτι πάνω σε αυτό.
― Η κάσα είναι λίγο σαν την ελληνική παράδοση, όλοι ασχολούνται, αλλά λίγοι ξέρουν τι περιέχει.
Μπορεί μια κοινωνία να μιλάει διαρκώς για το παρελθόν της ακριβώς επειδή δεν έχει καταφέρει να το επεξεργαστεί. Μπορείς να μιλάς για το παρελθόν όπως μπορείς να μιλάς διαρκώς για το τραύμα – όσοι έχουν τα τραύματά τους διαρκώς γι’ αυτά δεν μιλάνε; Γιατί; Επειδή δεν έχουν επουλωθεί. Όπως είπα προηγουμένως, η τραγωδία και το δημοτικό τραγούδι μπορούσαν αυτό το τραύμα να το μετασχηματίζουν σε μια εμπειρία, που μετά οδηγούσε σε μια μορφή θεραπείας. Τώρα που εκλείπει το συνανήκειν, το τραύμα μένει ανεπούλωτο και θα μένει εσαεί, θα κακοφορμίζει.
― Οι «Βρίκελοι» ποιοι είναι σήμερα;
Εμείς, τα προσωπεία μας της κάθε μέρας. Ο καθένας από μας. Είμαστε οι ζωντανόνεκροι της ιστορίας, πηγαίνουμε και κάνουμε ο καθένας τις δουλειές του χωρίς να ενδιαφέρεται για κανέναν, μόνο για τον εαυτό του, και ούτε καν.
― Τις φιγούρες του μπουλουκιού, που είναι οι πρωταγωνιστές της ιστορίας, πώς τις δημιούργησες;
Προσπάθησα να δώσω στον καθένα από αυτούς κάποια χαρακτηριστικά της ράτσας μας. Ο Χριστόφορος ο Εξαδάκτυλος είναι κάποιος ο οποίος έχει τα στοιχεία της πολιτικής εξουσίας, που τάζει πράγματα. Ο κακός της ιστορίας, ο Γραμματικός, έχει την εμφάνιση ενός παιδιού 13 ετών.
― Αυτό είναι μια φοβερή αντίφαση.
Ναι. Γιατί είναι ταυτόχρονα 13 και 130. Αυτή η νεότητα δείχνει και την αφέλεια της εξουσίας, ξέρεις, την αδυναμία της, την ανωριμότητά της. Αυτό είναι απότοκο των παθών, τέλος πάντων, της νεοελληνικής συνθήκης, της έλλειψης θεσμών και πάει λέγοντας. Κάθε φιγούρα έχει κάποια χαρακτηριστικά. Ο Δονάτος είναι ένας θεραπευτής· προσπαθεί να θεραπεύσει εκείνους που το κράτος δεν προστατεύει. Οι ήρωες είναι αρχετυπικές μορφές. Ας πούμε, οι Σιαμαίοι είναι εκφραστές αυτού του μετεωρισμού μεταξύ Ανατολής και Δύσης, αυτής της διχοστασίας που υφίσταται η ελληνική συνθήκη. Η Μανταλένα είναι το σώμα.
― Επαναλαμβάνεται συνέχεια ότι είναι νταρντάνα, κοκέτα...
Ναι, διαρκώς, γιατί αυτή ορίζει τον ρυθμό. Αυτή κρατάει το ίσο όλου του πράγματος, όλης της μελωδικότητας.
― Είναι σαν το τσάμικο, που έχει μια κυκλικότητα.
Μπράβο, ναι. Είχα την ανάγκη να υπάρχει αυτό, για να συντηρείται ο ρυθμός.
― Η Μάντισσα;
Είναι η περίεργη συνθήκη, που επίσης αναφέρεται στα ελληνικά πράγματα. Τις πληροφορίες της τις παίρνει από το παρελθόν. Της μιλάει η μάνα της, η οποία είναι πεθαμένη. Δεν προβλέπει στην πραγματικότητα το μέλλον. Τι σημαίνει, λοιπόν; Ότι το βλέμμα της Ελλάδας, ούτως ή άλλως, είναι εγκλωβισμένο. «Πού πάμε, μάνα; Τι είναι η κάσα; Εμείς τι θα απογίνουμε, μάνα;» Δεν υπάρχει καμία απάντηση.
― Και τα στάσιμα;
Τα στάσιμα είναι ο Χορός της τραγωδίας, η συνείδηση της κοινότητας, δεν είναι απλώς σχολιασμός. Υπάρχει κι εκεί ένα δίπολο: ο ένας είναι κατάκοιτος και ο άλλος τον φροντίζει.
― Και γιατί όλος αυτός ο μυθικός κόσμος έπρεπε να συναντήσει το σήμερα;
Γιατί μπορεί να το εμπλουτίσει, να χωρέσει πράγματα τα οποία σήμερα, μέσα στον ρεαλισμό του, δεν μπορεί να τα καταλάβει. Είναι τόσο παράλογη η νεοελληνική συνθήκη που χρειάζεται κάτι άλλο, έναν διαφορετικό τρόπο για να μπορέσεις να μιλήσεις γι’ αυτή και να φτάσεις σε μεγαλύτερο βάθος.
― Το πιο περίεργο απ’ όλα είναι ότι όλη αυτή η μετάβαση στο σήμερα γίνεται εντελώς αθόρυβα. Σαν να μην πρόκειται για δυο κόσμους.
Αυτή ακριβώς ήταν η πρόθεση. Ήθελα απλώς να γεφυρώσω αυτούς τους δύο κόσμους χωρίς να φαίνεται παράταιρο, χωρίς να σε πετάει έξω. Να αισθάνεσαι ότι είναι μια φυσιολογική συνέχεια.
― Γράφεις «βγες έξω στους δρόμους αυτής γερασμένης πόλης, αυτής της γερασμένης χώρας, αυτής της γερασμένης ηπείρου». Έτσι μας βλέπεις;
Ναι, είναι ξεκάθαρο. Βλέπεις ότι το βιβλίο κάνει αναφορά στην Εσπερία, όχι μόνο στην ελληνική περίπτωση, κι αυτό δεν είναι τυχαίο. Για ποιον λόγο, ενώ εγώ είμαι Ευρυτάνας, το βιβλίο ξεκινάει στα κρητικά; Γιατί δεν ξεκινάει, ξέρω εγώ, στα ρουμελιώτικα; Γιατί μέσα στον μύθο που φτιάχνω, περιλαμβάνεται και η ευρωπαϊκή συνθήκη. Η αφήγηση της Ευρώπης ξεκινάει με την αρπαγή της από τον Δία. Και πού την αφήνει; Στην Κρήτη. Το κομμάτι που ξεκινάει την αφήγηση της Ευρώπης είναι η Κρήτη. Γι’ αυτό το βιβλίο ξεκινάει με την κρητική διάλεκτο.
― Ποια χρονιά διαδραματίζεται η ιστορία του μπουλουκιού;
Το 1958. Υπάρχει ένα σημείο που το έβαλα επίτηδες για να γίνει η σύνδεση. Είναι 28 Μαρτίου του 1958: «Γιατί δεν βγαίνετε έξω να μας πείτε τι γίνεται;» «Εδώ βυζαίνω αυτό το παιδί, γιατί σε 16 χρόνια από τώρα θα γίνει λοκατζής και θα πάει να πετάξει στην Κύπρο». Σε 16 χρόνια θα είναι 1974. Οπότε, εκεί στην πραγματικότητα δίνεται η χρονολογία που γίνονται όλα.
― Είναι ένα πολιτικό βιβλίο, όχι με τη συμβατική έννοια. Πού συναντιούνται για σένα η λογοτεχνία και η πολιτική;
Στην αλληλεγγύη. Ξεφτάει η γειτονιά. Ξεφτάει η αλληλεγγύη. Αυτό είναι το ζήτημα.
― Το πιο μεγάλο ρίσκο που πήρες γράφοντας αυτό το βιβλίο ποιο είναι;
Το να έχω το ύφος, τον ρυθμό, τη γλώσσα που θέλω και ταυτόχρονα να είναι κατά το δυνατόν φιλικό, να μη φανεί στον αναγνώστη ότι αυτό το πράγμα το έχει γράψει κάποιος λόγιος ο οποίος θέλει να κάνει φιγούρα.
― Τη φοβήθηκες τη γλώσσα;
Οφείλεις να φοβάσαι τη γλώσσα, να λες «κόψ’ το αυτό» για να το καταλάβει ο άλλος, να γίνει όσο πιο λαϊκό γίνεται αλλά χωρίς να χάσει. Αυτό είναι όλο το στοίχημα. Να κρατηθεί η λογοτεχνία, αλλά ταυτόχρονα να το διαβάσει οποιοσδήποτε. Έδωσα το βιβλίο στη μάνα μου και εκείνη, επειδή είναι αυτής της εποχής, κόλλησε στους «Χαιρετισμούς» της Παναγίας. Γιατί αυτό μπορούσε να διαβάσει. Αυτό δεν είναι μια πολιτική απόφαση; Όλα είναι πολιτικές αποφάσεις.