Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΓΙΑ ΚΙΝΗΤΑ
 

Μια αναδρομή στο μουσικό σύμπαν του Πιερ Πάολο Παζολίνι

Μπαχ, Σοπέν, Οrff, Μορικόνε, spirituals, καντσονέτες, τζαζ και μπαλάντες του ιταλικού Νότου, όλα μέσα από το έργο του σκηνοθέτη-διανοητή που δολοφονήθηκε σαν σήμερα
Από το «Χοιροστάσιο» μέχρι και το «Σαλό» μπορεί να συνεργάστηκε κατά κόρον με τον Μορικόνε, δεν έπαψε όμως να παρεμβαίνει με ένα σωρό ετερόκλητες μουσικές επιλογές του, γνωρίζοντας καλά κατά βάθος πως αποτελούσαν σημαντικό μέρος κι αυτές της ιδιαιτερότητάς του.

Η σχέση του σκηνοθέτη Πιερ-Πάολο Παζολίνι με την τέχνη της μουσικής είναι θέμα προς μελέτη, καθώς, ανατρέχοντας κανείς σε ολόκληρη τη φιλμογραφία του, παρατηρεί πως έχει την ίδια σημασία με τα άλλα πρωτεύοντα στοιχεία των έργων του. Κι αν υποτεθεί πως η κινηματογραφική μουσική γεννήθηκε πριν ο κινηματογράφος «μιλήσει», για να κάνει στη συνέχεια πιο συναρπαστικές τις καταδιώξεις ή πιο αισθαντικές τις ερωτικές σκηνές, με τα σάουντρακ του Παζολίνι έγινε αντιληπτό πως ο κινηματογράφος έπαψε πια να είναι ωραιότερος από τη ζωή την ίδια, συστήνοντας μια καινούργια αισθητική γλώσσα.

 

Στο «Ακατόνε» του 1961, την πρώτη ταινία του, ο Παζολίνι χρησιμοποίησε κατά κόρον συνθέσεις του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, ενώ στο «Μάμα Ρόμα» της επόμενης χρονιάς κομμάτια του Βιβάλντι. Ως λάτρης της κλασικής μουσικής, ο Παζολίνι θεώρησε πως η χρήση της σε δύο ταινίες με κύριο θέμα το λούμπεν προλεταριάτο θα απέτρεπαν την ταύτιση του θεατή με τα δρώμενα και θα έκαναν τις κρίσεις του εντονότερες. Ουσιαστικά, η πρώτη πάλη με το χολιγουντιανό κατεστημένο που αντιμετώπιζε τη μουσική ως μια «οικογενειακή ψυχαγωγία» είχε συντελεστεί. Δεν έλειψαν όμως και οι μοντέρνες συνθέσεις του Κάρλο Ρουστιτσέλι, που ειδικά στο «Μάμα Ρόμα» εξέφρασαν τη θέση των προσώπων στη σύγχρονη Ρώμη.

 

 

Carlo Rustichelli - Cha cha cha - From "Mamma Roma" Original Soundtrack

 

Ένας σκηνοθέτης-συνθέτης ήταν στην ουσία ο Πιερ-Πάολο Παζολίνι που ασχολήθηκε εκτενώς με τη μουσική επένδυση του έργου του, χωρίς να είναι ο ίδιος μουσικός δημιουργός.

 

Με το «Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο» του '64 ο δημιουργός παρουσίασε ένα από τα πιο πολυσυλλεκτικά σάουντρακ στην ιστορία της 7ης Τέχνης: Μπαχ, Προκόφιεφ, Μότσαρτ, Βέμπερν, ρωσικά λαϊκά, spirituals και θρησκευτικές λειτουργίες από τη Γουαδελούπη – όλα δικές του επιλογές, σε συνεννόηση με τον συνεργάτη του στον μουσικό τομέα, τον συνθέτη Κάρλο Ρουστιτσέλι. Ταυτόχρονα, πρόκειται για ένα από τα πιο ευφυή σάουντρακ που σχεδιάστηκαν ποτέ. Αφενός η χρήση της «σοβαρής» κλασικής μουσικής συγκίνησε την Καθολική Εκκλησία, που τελικά βράβευσε την ταινία, αφετέρου η παρουσία τραγουδιών σαν το «Sometimes I feel like a motherless child» με την Odetta, ένα παραδοσιακό τραγούδι διαμαρτυρίας των ΗΠΑ, εξέφρασε στο έπακρο τις μαρξιστικών καταβολών προθέσεις του Παζολίνι, μπλέκοντας τον παγανισμό με τον χριστιανισμό σε έναν εκρηκτικά ήρεμο και αποδεκτό συνδυασμό.

 

 

«Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο», Odetta's song

 

Ως πρώτη συνεργασία του Παζολίνι με τον συνθέτη Ένιο Μορικόνε υπολογίζουμε την ταινία «Μικρά και μεγάλα πουλιά» του '66, με τον πρωταγωνιστή της, τον κωμικό Τοτό, να κερδίζει τιμητική διάκριση ερμηνείας στις Κάννες. Συνθήκη σχετικά πρωτότυπη για το παζολινικό μουσικό σύμπαν ήταν το τραγούδι που έγραψε ο Μορικόνε και τραγούδησε ο Ντομένικο Μοντούνιο για τα opening credits του φιλμ. Υπάρχει και μία ιστορία που λέει πως η μουσική του Μορικόνε με το τραγούδι του Μοντούνιο στην εν λόγω ταινία, δύο καλλιτέχνες που ο Μάνος Χατζιδάκις σεβόταν πολύ, οδήγησαν και τον ίδιο σε μια πιο ιδιαίτερη ενασχόληση με την κινηματογραφική μουσική τη χρονιά που εγκαταστάθηκε στην Αμερική. Έναν χρόνο μετά, με το τρίτο μέρος της τριλογίας «Capriccio all' italiana», το «Τι είναι τα σύννεφα;» του '67, ο Παζολίνι θα ανέθετε στον Μοντούνιο τη σύνθεση πρωτότυπης μουσικής.

 

Cosa sono le nuvole - D. Modugno - Capriccio All'italiana

 

Στον «Βασιλιά Οιδίποδα», τη μεγάλη ταινία του από το 1967, ο Παζολίνι χρησιμοποιεί Μότσαρτ και λαϊκά τραγούδια από τη Ρουμανία και την Ιαπωνία. Επαναφέροντας στο προσκήνιο τη μουσική αφηγηματική μέθοδο του «Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου», ο δημιουργός καταφέρνει να αποφορτίσει το έργο του από το μυθολογικό και ψυχαναλυτικό βάρος του Σοφοκλή και του Φρόιντ αντιστοίχως, επιλέγοντας κομμάτια σε γλώσσες μακρινών πολιτισμών και εκφράζοντας στην ουσία ένα σχεδόν άπληστο μουσικό γούστο. Άλλωστε, όπως θα δήλωνε και ο ίδιος εκείνη την περίοδο, «ο κινηματογράφος είναι μια συλλογή άπληστη που γίνεται ταινία με τεχνητά μέσα». Μέσα σ' αυτά ακριβώς τα τεχνητά μηχανικά μέσα ο Παζολίνι τοποθετούσε και τη χρήση της μουσικής.


Στο «Θεώρημα» του '68 ακούγεται το περίφημο «Ρέκβιεμ» του Μότσαρτ δίπλα στις πρωτότυπες συνθέσεις του Ένιο Μορικόνε. Ο συνδυασμός αυτών των δύο μεγεθών, του παλαιού (του Μότσαρτ) με το νέο (του Μορικόνε), φανερώνει μιαν άλλη γενικότερη σύγκρουση των χώρων που εκπροσωπεί το καθένα. Από τη μια υπάρχει η μεγαλοαστική ιταλική οικογένεια –μοντέλο καπιταλιστικής ορθολογιστικής παράδοσης–, από την άλλη, ο Επισκέπτης-Εισβολέας, δηλαδή το αρχέγονο, το ορμέμφυτο και το ιερό. Κατά υποκειμενική εκτίμηση, όσο και αν δούλεψε ο Παζολίνι το μουσικό μέρος αυτής της ταινίας του, είναι τόσο ιδιαίτερη και βαρυσήμαντη και γεμάτη νοήματα, ώστε δεν θα μπορούσε η μουσική της επένδυση να αξιολογηθεί ισότιμα. Περισσότερο στέκεται ως μια εξαιρετική εργασία του Μορικόνε, αυτονομημένη πλήρως όμως από την αιτία για την οποία δημιουργήθηκε.

 

 

Ennio Morricone - Frammenti

 

Στις «Σημειώσεις για μια αφρικανική "Ορέστεια"» του 1968-69, με τον Παζολίνι στη σκηνοθεσία, στην κάμερα και στην αφήγηση, την αλληγορία του μύθου του εξυπηρετούν ρωσικά επαναστατικά τραγούδια, νέγρικα spirituals και κομμάτια πιο σύγχρονης τζαζ. Εδώ τα πράγματα είναι σαφώς εύληπτα: ο μαρξιστικός χαρακτήρας τονίζεται για μία ακόμη φορά, ενώ ο βίος του μαύρου ανέστιου φοιτητή και οδοιπόρου στη σύγχρονη Ρώμη περιλαμβάνει μουσικές επιλογές που πράγματι θα μπορούσαν να ανήκουν στον χαρακτήρα του.


Στο οριακό «Χοιροστάσιο» του 1969, ο Παζολίνι επιλέγει ισπανικά λαϊκά τραγούδια και Μπετόβεν, αλλά συνεργάζεται με τον συνθέτη Μπενεντέτο Γκίλια στην πρωτότυπη μουσική. Εδώ δεν υπάρχει καμία αντιστικτική χρήση της μουσικής, αλλά όλα μοιάζουν αποσαφηνισμένα: ισπανικά παλιά τραγούδια στην πρώτη ιστορία των Σικελών παρανόμων του Μεσαίωνα, που βρίσκονται κάτω από ισπανική κατοχή, και Μπετόβεν στη δεύτερη ιστορία με τη γερμανική μετα-ναζιστική μπουρζουαζία που οδηγεί τους «αντιφρονούντες» σε αποτρόπαιες ακρότητες. Ισορροπιστής των δύο κόσμων, των δύο παζολινικών ιστοριών, ο μοντέρνος Μπενεντέτο Γκίλια, άλλοτε σόλο με το πιάνο του και άλλοτε με τη συμβολή του τσελίστα Πιέτρο Γκρόσι.

 

Παρακινδυνευμένο εξαρχής ως εγχείρημα, δεν είναι τυχαίο που η συμμετοχή της Κάλλας σε ταινία την εποχή που η ίδια μεσουρανούσε έκανε τον Παζολίνι να νιώσει ανασφάλεια αναφορικά με τη μουσική στο εν λόγω, επίσης φορτωμένο από συμβολισμούς έργο του.
Παρακινδυνευμένο εξαρχής ως εγχείρημα, δεν είναι τυχαίο που η συμμετοχή της Κάλλας σε ταινία την εποχή που η ίδια μεσουρανούσε έκανε τον Παζολίνι να νιώσει ανασφάλεια αναφορικά με τη μουσική στο εν λόγω, επίσης φορτωμένο από συμβολισμούς έργο του.
 


Στην αριστουργηματική «Μήδεια» της ίδιας χρονιάς ο Παζολίνι μοιάζει να θέλει να αφαιρέσει τη φωνή από τη μεγαλύτερη λυρική τραγουδίστρια όλων των εποχών, με την οποία ευτύχησε να συνεργαστεί, τη Μαρία Κάλλας. Παρακινδυνευμένο εξαρχής ως εγχείρημα, δεν είναι τυχαίο που η συμμετοχή της Κάλλας σε ταινία την εποχή που η ίδια μεσουρανούσε έκανε τον Παζολίνι να νιώσει ανασφάλεια αναφορικά με τη μουσική στο εν λόγω, επίσης φορτωμένο από συμβολισμούς έργο του. Έτσι, δεν κάλεσε κανέναν συνθέτη να δουλέψουν μαζί, ούτε χρησιμοποίησε τραγούδια και συνθέσεις έθνικ χαρακτήρα. Την επιμέλεια του σάουντρακ ανέλαβε ο ίδιος, βάζοντας δίπλα στο όνομά του αυτό της φίλης του, της συγγραφέως Έλσα Μοράντε. Η λιτότητα στη μουσική υπόκρουση τον δικαίωσε, αφήνοντας τη «Μήδειά» του παραδομένη στην αιρετική θρησκευτικότητα της ματιάς του.

 

Με την είσοδο στη δεκαετία του 1970, ο Παζολίνι γυρίζει μια μικρού μήκους ταινία για την απεργία των σκουπιδιάρηδων, προτού ξεκινήσει την «Τριλογία της ζωής»: το «Δεκαήμερο» (1971), τους «Θρύλους του Καντέρμπουρι» (1972) και τις «Χίλιες και μία νύχτες»(1974). Αφήνοντας το βαρύ ιδεολογικό, φιλοσοφικό και μυθολογικό υπόβαθρο που διαπέρασε ολόκληρη τη φιλμογραφία του κατά τη διάρκεια των sixties, στρέφεται σε έναν πιο λαϊκό και άμεσο κινηματογράφο, εμπνευσμένο ακόμη και από τα πλατιάς κατανάλωσης αναγνώσματα, πάντα όμως με την αγάπη του για το ξένο και το διαφορετικό, την αθωότητα του σεξ και τις σχηματοποιημένες παραβολές. Και στις τρεις αυτές ταινίες συνεργάζεται με τον Ένιο Μορικόνε – η καλλιτεχνική τους σχέση έχει δέσει πια και αν ο Παζολίνι δεν επέλεγε στις προηγούμενες εργασίες του τον πολυσυλλεκτικό έθνικ χαρακτήρα, αναμφίβολα θα μιλούσαμε σήμερα για μία συνεργασία εφάμιλλη αυτής του Φεντερίκο Φελίνι με τον Νίνο Ρότα ή του Μικελάντζελο Αντονιόνι με τον Τζιοβάνι Φούσκο. Ωστόσο, επανεξετάζοντας σήμερα τη συγκεκριμένη τριλογία του Παζολίνι, διαπιστώνει κανείς πως σχεδόν κράτησε τον Μορικόνε στο περιθώριο, χρησιμοποιώντας συνθέσεις του που θυμίζουν παλιές ιταλικές καντσονέτες, όποτε δηλαδή δεν επένδυε τη δράση του με ιταλικά εργατικά τραγούδια και μπαλάντες.


Τη χρονιά του 1974, ο Παζολίνι εντυπωσιασμένος από το σουρεαλιστικό καινοτόμο «Sweetmovie» του Γιουγκοσλάβου συναδέλφου του Ντούσαν Μακαβέγιεφ, μεταφράζει στα ιταλικά τα «Παιδιά κάτω στον κάμπο» του Μάνου Χατζιδάκι που δισκογραφούνται με τη φωνή της 27χρονης τότε ανερχόμενης Ντανιέλα Ντάβολι. Επρόκειτο για το πρώτο 45άρι δισκάκι της Ντάβολι με δύο τραγούδια του Χατζιδάκι από το «Sweetmovie»: «I ragazzi giu nel campo (Τα παιδιά κάτω στον κάμπο)» σε απόδοση του Παζολίνι και «C' e forse vita sulla terra (Is there life on the Earth?)», σε απόδοση των στίχων του Μακαβέγιεφ και της Άν Λόμπεργκ από την Ιταλίδα ποιήτρια και θεατρική συγγραφέα Ντάσια Μαράινι. Δεν γνωρίζουμε αν συναντήθηκαν ποτέ ο Πιερ-Πάολο Παζολίνι με τον Μάνο Χατζιδάκι, ειδικά όμως τα ιταλικά «Παιδιά κάτω στον κάμπο» διέγραψαν μια εντελώς αυτόνομη πορεία στην Ευρώπη με την ερμηνεία της Ντάβολι.

 

 

DANIELA DAVOLI - I Ragazzi Giù Nel Campo (1974)

 

Φτάνουμε στο «Σαλό ή 120 μέρες στα Σόδομα», το κύκνειο προφητικό άσμα του Παζολίνι, λίγους μήνες πριν από τη δολοφονία του στις 2 Νοεμβρίου του 1975. Και πάλι ο Ένιο Μορικόνε συνθέτει την πρωτότυπη μουσική της ταινίας και κυριολεκτικά μεγαλουργεί, παίζοντας με χρώματα της τζαζ του Μεσοπολέμου και όχι μόνο, συνεργαζόμενος με τον πιανίστα Αρνάλντο Γκραζιόσι. Η χρήση του αποσπάσματος «Veris leta facies» από τα «Carmina Burana» του Orff εντείνει το εσχατολογικό ύφος της ταινίας και ανατριχιάζει τους θεατές, καθώς το φιλμ πλησιάζει στον εξόδιο «Κύκλο του Αίματος». Στο τέλος, όμως, το θρυλικό ταγκό του Μορικόνε που χορεύουν οι δύο φύλακες μετά τη σφαγή δηλώνει την έναρξη μιας νέας σχέσης αγάπης και συντροφικότητας που τόσο φοβούνται οι φασίστες κυρίαρχοι του παιχνιδιού.

 

Ο κινηματογράφος του Παζολίνι και κατ' επέκταση ο μουσικός του κόσμος συνοψίζεται στα εξής: στην κουλτούρα της αγροτιάς του Νότου που έδινε στους υποπρολετάριους της Ρώμης ιδιόρρυθμα ψυχολογικά και φυσικά χαρακτηριστικά, σαν οι ήρωες των πρώτων ταινιών του να συστήνουν μια ατόφια, δική τους φυλή. Εν συνεχεία, από το «Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο» μέχρι και τη «Μήδεια», ο Παζολίνι αντλεί τη μουσική του έμπνευση από ξένους πολιτισμούς, εντάσσοντας τη λαϊκότητά τους στους δικούς του μύθους, φανερώνοντας τελικά τη διαχρονική αξία ενός τραγουδιού και του στιχουργήματός του που υπερβαίνουν τον χώρο και τον χρόνο.

 

Από το «Χοιροστάσιο» μέχρι και το «Σαλό» μπορεί να συνεργάστηκε κατά κόρον με τον Μορικόνε, δεν έπαψε όμως να παρεμβαίνει με ένα σωρό ετερόκλητες μουσικές επιλογές του, γνωρίζοντας καλά κατά βάθος πως αποτελούσαν σημαντικό μέρος κι αυτές της ιδιαιτερότητάς του. Ένας σκηνοθέτης-συνθέτης ήταν στην ουσία ο Πιερ-Πάολο Παζολίνι που ασχολήθηκε εκτενώς με τη μουσική επένδυση του έργου του, χωρίς να είναι ο ίδιος μουσικός δημιουργός. Οι μύθοι του και οι ιστορίες του ανάγονται πια στη σφαίρα της ψυχανάλυσης, της πολιτικής θεώρησης και της κοινωνιολογίας και αναμφισβήτητα μεγάλο ρόλο έπαιξε σ' αυτό η προσωπική του αισθητική, από τον Μπαχ μέχρι τον Σοπέν και από τα εργατικά τραγούδια της διεθνούς επικράτειας μέχρι τον σημαντικότατο Ένιο Μορικόνε.

 

Στο «Ακατόνε» του 1961, την πρώτη ταινία του, ο Παζολίνι χρησιμοποίησε κατά κόρον συνθέσεις του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ.
Στο «Ακατόνε» του 1961, την πρώτη ταινία του, ο Παζολίνι χρησιμοποίησε κατά κόρον συνθέσεις του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ.

 

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ο Πιερ Πάολο Παζολίνι μέσα από 10 ταινίες του
Σαν σήμερα πεθαίνει ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες στην ιστορία του κινηματογράφου
O δολοφόνος του Παζολίνι μιλάει μέσα από τη φυλακή -ολόκληρη η θρυλική συνέντευξη στο περιοδικό Babilonia
Το 1983, ο Πίνο Πελόζι αποκάλυψε μέσα από το κελί του όλες τις λεπτομέρειες της γνωριμίας του με τον κορυφαίο σκηνοθέτη, τον οποίο δολοφόνησε στην Όστια
O Χριστός του Παζολίνι, μαρξιστής, σκακιστής και ακτιβιστής
Η ιστορία του ισπανού ερασιτέχνη ηθοποιού Ενρίκε Ιραζόκουι που στα 20 του ο Πιερ Πάολο Παζολίνι του εμπιστεύθηκε τον ρόλο του Θεανθρώπου, παρά το ότι βρισκόταν μακριά από τα ξανθογάλανα πρότυπα του δυτικού κινηματογράφου
 9+1 ιστορίες για τη Μήδεια
Οι πλούσιες πτυχές και ερμηνείες της τραγωδίας του Ευριπίδη
Η πρώτη φορά που είδα το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο
Η Ανάσταση είναι η Άνοιξη που είναι η Αρχιτεκτονική της Σκόρπιας Ζωής που είναι Άνοιγμα στο Αίνιγμα
10 ταινίες του Φεντερίκο Φελίνι που αξίζει να δεις
Γεννήθηκε σαν σήμερα ένας από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες όλων των εποχών
1969: Η Κάλλας και ο Παζολίνι στον Σκορπιό
Σπάνιες φωτογραφίες από μια βαθιά φιλία που οδήγησε στη δημιουργία της Μήδειας
Όταν ο Παζολίνι συνάντησε το αγόρι που του πρόσφερε το θάνατο
Αποκλειστικό review και φωτογραφίες από την πρόβα τζενεράλε - ο συγγραφέας Γιάννης Σολδάτος και ο σκηνοθέτης Γιώργος Λιβανός μιλάνε στο LIFO.gr
Ο Παζολίνι και το ποδόσφαιρο
Η Ασπασία Δημητριάδη φέρνει στο φως το σχετικά άγνωστο πάθος του διανοούμενου σκηνοθέτη για τη μπάλα

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Χέρμπερτ φον Κάραγιαν: Αυτός ήταν ο διασημότερος και πιο περιζήτητος μαέστρος του 20ού αιώνα
Σαν σήμερα, το 1908, γεννιέται ο Αυστριακός τιτάνας του πόντιουμ που έπαιξε θεμελιώδη ρόλο στη διάδοση της κλασικής μουσικής.
Μάρτιν Λούθερ Κινγκ: Το «όνειρό» του ενέπνευσε εκατομμύρια ανθρώπους και παραμένει επίκαιρο
Σαν σήμερα, τον Απρίλιο του '68, δολοφονήθηκε ένας από τους μεγαλύτερους ηγέτες της μαύρης κοινότητας.
Η επιστημονική φαντασία του Αντρέι Ταρκόφσκι
O ρώσος σκηνοθέτης που γεννήθηκε σαν σήμερα κατάφερε να εισάγει το είδος της επιστημονικής φαντασίας σε μοντέρνους όρους αναζήτησης, με το Σολάρις και το Στάλκερ.
Μάρλον Μπράντο: Ο αξεπέραστος ψεύτης του σινεμά
Σαν σήμερα γεννήθηκε ένας από τους μεγαλύτερους σταρ του παγκόσμιου κινηματογράφου, που με τις ερμηνείες του έφερε νέα διάσταση στην έβδομη τέχνη
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης: Από «κλέφτης», συνιδρυτής της Νεότερης Ελλάδας
Μία από τις πιο αναγνωρίσιμες αλλά και συναρπαστικές φιγούρες του 1821, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης γεννήθηκε σαν σήμερα το 1770 «εις ένα δένδρο αποκάτω».
Τζάκομο Καζανόβα: Μια ζωή σαν μυθιστόρημα
Σαν σήμερα, το 1725, γεννιέται στη Βενετία ο τυχοδιώκτης ταξιδευτής και αμετανόητος bon vivant, του οποίου το ανυπόταχτο πνεύμα ξεδιπλώνεται στα απομνημονεύματά του με τίτλο «Casanova, Η ιστορία της ζωής μου» (εκδ. Άγρα).
Όταν ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν επισκέφθηκε την Ελλάδα
Ο κορυφαίος παραμυθάς που γεννήθηκε σαν σήμερα το 1805 ανασυνθέτει τις μεθυστικές εντυπώσεις του από ένα ταξίδι του στη χώρα μας στο διήγημά του "Το σύμφωνο φιλίας".
Μάρθα Γκράχαμ: Η γυναίκα που άλλαξε για πάντα τον χορό
Ματιές στη ζωή της κορυφαίας χορογράφου και χορεύτριας που πέθανε σαν σήμερα, το 1991.
Ζιλ Ντασέν: Η ζωή και οι ταινίες του σκηνοθέτη του Ριφιφί και του Ποτέ την Κυριακή
Σαν σήμερα πεθαίνει το 2008 ο σημαντικός δημιουργός που αγάπησε την Ελλάδα όσο λίγοι
Μαρκ Σαγκάλ: Ο ανένταχτος ποιητής της μοντέρνας τέχνης
Σαν σήμερα, στις 28 Μαρτίου 1985, πεθαίνει σε ηλικία 98 ετών ο Ρώσος ζωγράφος εβραϊκής καταγωγής Μαρκ Σαγκάλ.
Θεόφιλος, ο ζωγράφος της λαϊκής ρωμιοσύνης
Σαν σήμερα, στις 24 Μαρτίου του 1934, πεθαίνει στη Μυτιλήνη ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ ή Κεφαλάς, ο μεγαλύτερος Έλληνας λαϊκός ζωγράφος.
Κλεοπάτρα: Η ιστορία πίσω από την ακριβότερη ταινία που γυρίστηκε ποτέ
Μια ταινία περισσότερο γνωστή για τα ευτράπελα των γυρισμάτων της παρά για την καλλιτεχνική της αξία.
 To 1910 γεννιέται στο Τόκιο ο Ακίρα Κουροσάβα
Κατηγορήθηκε για δυτικοκεντρισμό, όμως, τόλμησε να μεταφέρει στην οθόνη – και την ιαπωνική πραγματικότητα – Γκόρκι, Ντοστογιέφσκι, Σαίξπηρ
50 χρόνια από τον θάνατο του Μανώλη Χιώτη: Όταν ο μεγάλος λαϊκός συνθέτης συνεργάστηκε με τον Μίκη Θεοδωράκη
Λίγο πριν φύγει από τη ζωή, τον Μάρτιο του ’70, ο Μανώλης Χιώτης συμπαρίσταται στον κρατούμενο στον Ωρωπό Μίκη Θεοδωράκη μ’ έναν συνταρακτικό τρόπο.
Σαν σήμερα το 1900 πεθαίνει η Ελένη Μπούκουρα - Αλταμούρα
Ήταν η πρώτη ελληνίδα ζωγράφος που μεταμφιέστηκε σε άνδρα για να σπουδάσει στην Ιταλία
1 σχόλιο
Ταξινόμηση:
Προηγούμενα 1 Επόμενα
avatar Baron von Sternberg 14.11.2017 | 01:31
Μία μόνο μικρή διόρθωση: Δεν είναι ακριβές πως στη Μήδεια, ο Παζολίνι δε χρησιμοποίησε τραγούδια και συνθέσεις έθνικ χαρακτήρα. Το θυμάμαι γιατί συνδέεται με μια άλλη συγκλονιστική, σχεδόν μεταφυσική εμπειρία που είχα. Είχα δει τη Μήδεια πριν άπειρα χρόνια, όταν ήμουν φοιτητής, την πρώτη φορά που παίχτηκε στην Ελλάδα, νομίζω στο Ιταλικό Ινστιτούτο. Σε μια απίστευτη σκηνή ο πατέρας της Μήδειας την κυνηγά καθώς φεύγει μαζί με το άρμα του Ιάσονα. Ξαφνικά σταματά γεμάτος φρίκη. Κατεβαίνει κάτω, και τότε ο πανίσχυρος βασιλιάς μετατρέπεται σε ρημαγμένο γέρο: Αρχίζει σιγά σιγά να μαζεύει τα κομμάτια του γυιού του. Η Μήδεια κατέσφαξε τον αδελφό της και σκόρπισε τα κομμάτια του στο δρόμο, ξέροντας πως ήταν ο μόνος τρόπος για να γλυτώσει από τη μήνι του πατέρα της.
Στη σκηνή αυτή ακουγόταν μια μουσική που ποτέ δεν είχα ξανακούσει. Μου φαινόταν απίστευτη, εξωγήινη, και τόσο μακρυά από τα μέχρι τότε ακούσματα, που θυμάμαι να αναρωτιέμαι με θαυμασμό ποιος συνθέτης θα μπορούσε να την έχει εμπνευστεί.
Και το μεταφυσικό που έγραψα: Μόλις είχα αγοράσει από τη λέσχη του δίσκου ένα LP από τη σειρά της Unesco με μουσικές του κόσμου. Ήταν Ινδικό άσμα Dhrupad. Το δίσκο τον αγόρασα αφού διάβασα μια διθυραμβική κριτική του Λεωτσάκου, που τη θυμάμαι με λεπτομέρειες. Ο Λεωτσάκος έγραφε πως είχε ακούσει ζωντανά αυτοσχεδιασμό Dhrupad από τους ίδιους μουσικούς του δίσκου και πως ήταν η δυνατότερη μουσική εμπειρία που είχε ποτέ. Τη σύγκρινε μάλιστα με την εμπειρία που θα είχε αν άκουγε τον μεγάλο Κάντορα να αυτοσχεδιάζει στο εκκλησιαστικό όργανο - ακόμα θυμάμαι τις λέξεις που χρησιμοποιούσε.
Γύρισα στο σπίτι μου στη Νίκαια, συνεπαρμένος από την ταινία. Αν και ήταν αργά δε μπορούσα να μην ακούσω αυτό που είχε εντυπωσιάσει τόσο το Λεωτσάκο. Φανταστείτετην κατάπληξη, τη συγκίνηση, την ανατριχίλα που αισθάνθηκα όταν άκουσα ακριβώς την ίδια μουσική με αυτή που συνόδευε αυτήν τη τραγική σκηνή στη Μήδεια.
Προηγούμενα 1 Επόμενα
Συνεχίζοντας την περιήγηση στο lifo.gr, αποδέχεστε τη χρήση cookies.     Μάθετε περισσότερα.     Αποδοχή