ΜΕΣ ΣΤΗΝ ΠΑΝΔΗΜΙΑ ΑΚΟΥΣΑΜΕ
γελοιωδώς ότι «όλοι περνάμε δύσκολα» σε διάφορες παραλλαγές.

 

Κάποια δύσκολα είναι πιο δύσκολα από άλλα όμως: ζούμε σε μια εποχή ακραίας ανισότητας (βλ. Piketty, «Το κεφάλαιο στον 21ο αιώνα» και Piketty, «Capital and Ideology»). Ορισμένοι έχουν πρόσβαση στα πάντα και άλλοι σε τίποτε ή καθυστερημένα, στα 40 τους, αν τους τύχει καμια κληρονομιά. Η πανδημία σε συνδυασμό με τα σόσιαλ έδειξαν σε υψηλή ανάλυση πόσο άνισα ζούμε.

 

Υπέρλαμπρα σαλόνια στο Ίνσταγκραμ. Ταξίδια σε εξωτικούς Covid free προορισμούς. Πτήσεις με αεροπλάνο γι' αυτούς που δεν αντέχουν άλλο να μην πετάνε. Εξορμήσεις σε ιδιωτικά bunkers στοκαρισμένα με φαγητό και έξυπνες οθόνες. Φιλικές μαζώξεις με άτομα που έχουν κάνει τεστ στην πόρτα, γιατί ο οικοδεσπότης έχει ιδιωτικό κέντρο τεστ στην πόρτα. Κανένα σοκ.

 

Σε όλες τις πρόσφατες κρίσεις δεν ήμασταν «όλοι μαζί» στην ίδια βάρκα. Ο πρώην Πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, σ' ένα σημείο της αυτοβιογραφίας του, «A Promised Land», περιγράφει την αγωνιώδη προσπάθεια στο ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης να σωθούν τράπεζες και σπίτια απλών πολιτών. Η ιδέα «περνάμε δύσκολα όλοι μαζί» είχε εμφανιστεί και τότε παρά τα στοιχεία για τους υπέρογκους μισθούς των εμπλεκομένων στην κρίση αλλά και για bonus της τελευταίας στιγμής.

 

Μπορούμε μια χαρά να εξοργιστούμε μ' ένα σύστημα όπου η μέριμνα και η φροντίδα είναι ακριβές, όπου ακούμε στον περίγυρο μας ανθρώπους που δεν έχουν για εγχειρήσεις ή που κρύβουν εργατικά ατυχήματα ή εγκυμοσύνες για να μην απολυθούν.

 

Στα δικά μας, κάποιος πλούσιος νέος αθλητής εισέπραξε οργή, γιατί πάρταρε (δηλαδή τι περίμεναν οι fans του, ότι όταν έχει ρεπό απ' την 20ωρη προπόνηση διαβάζει Προυστ;). Μάλιστα έκριναν και την αισθητική του πάρτι, λες και δεν έχουμε όλοι βρεθεί σε κάποιο πραγματικά κακό πάρτι, ειδικά Πρωτοχρονιά. Προφανώς τους φάνηκε σκανδαλώδες που κάποιος που συμμετείχε σε εκστρατεία ενημέρωσης για τον Covid συνωστίστηκε και πέρασε καλά, κάπως σαν τους καρδιολόγους που καπνίζουν.

 

Χωρίς να κρίνω τα συναισθήματα κανενός (ειδικά αυτή την περίοδο!) νομίζω ότι έχει γίνει μπέρδεμα. Προφανώς κάποιος που έχει την οικονομική άνεση μπορεί να πάει οπουδήποτε και να κάνει πάρτι. Μπορεί να έχει πρόσβαση σε τεστ και υψηλού επιπέδου ιατρική φροντίδα, αν μάλιστα ζει σε χώρα που δεν ιεραρχεί υψηλά τους πολίτες και τη νοημοσύνη τους, αρκεί να έχει διασυνδέσεις, για να κάνει νωρίς και το εμβόλιο.

 

Το ερώτημα λοιπόν είναι γιατί δεν οργιζόμαστε με τον τρόπο που λειτουργεί η δική μας δημοκρατία εδώ στην Ελλάδα, αλλά με τον άνθρωπο που στα εικοσικάτι του δεν είχε όρεξη να το παίξει άγιος. Συγκεκριμένα: Δεν έχουμε εξοργιστεί που το σύστημα υγείας είναι έτσι όπως είναι, που ρίχνουμε γιατρούς, νοσηλευτές και νοσοκόμες στη μάχη με κίνδυνο της ζωής τους, που δεν λαμβάνουν μεγάλο μισθό, καλό ωράριο, επαρκή εξοπλισμό και, τελικά, ούτε πολλά τεστ, ούτε πολλά εμβόλια.

 

Αυτό που πραγματικά μας ενοχλεί είναι ότι ορισμένοι πλούσιοι κάνουν χρήση νόμιμων δυνατοτήτων –να φορολογούνται αλλού, για παράδειγμα–, ενώ θα έπρεπε να μάς ενοχλεί η ίδια η ύπαρξη αυτών των δυνατοτήτων.

 

Αν θέλουμε να τα βάλουμε, λοιπόν, με κάποιον, δεν χρειάζεται να τα βάζουμε μ' έναν άνθρωπο που λιώνει στα γυμναστήρια για να βγάλει τα λεφτά του. Μπορούμε να εξοργιστούμε μια χαρά μ' ένα νομικό και οικονομικό σύστημα που επιτρέπει την απαλλαγή απ' τη φορολόγηση, που ανέχεται τους φορολογικούς παραδείσους, την υπερβολική συγκέντρωση πλούτου και ισχύος και που έχει πολλές βολικές προβλέψεις για όσους έχουν την ευτυχία να τις γνωρίζουν (δηλαδή για όσους έχουν το κεφάλαιο να αγοράσουν πρόσβαση σε ακριβές υπηρεσίες συμβουλευτικής/επενδύσεων/νομικής στήριξης κ.λπ).

 

Ταυτόχρονα, μπορούμε μια χαρά να εξοργιστούμε μ' ένα σύστημα όπου η μέριμνα και η φροντίδα είναι ακριβές, όπου ακούμε στον περίγυρο μας ανθρώπους που δεν έχουν για εγχειρήσεις ή που κρύβουν εργατικά ατυχήματα ή εγκυμοσύνες για να μην απολυθούν.

 

Τέλος, η οργή του κόσμου θα ήταν ένα απλό κουτσομπολιό, αν δεν είχαμε συναπτές απαγορεύσεις μετακινήσεων συνοδευόμενες από όλο και πιο ανεπαρκείς αιτιολογήσεις. Καιρό τώρα η χώρα μας δεν μοιάζει με κράτος δικαίου, όχι επειδή απαγορεύονται οι μετακινήσεις, αλλά επειδή μας απευθύνονται εντολές χωρίς πολλές εξηγήσεις ή δεδομένα, χωρίς προβλεψιμότητα και χωρίς κάποιο σαφές, διαφανές πλάνο δράσης.

 

Η απαγόρευση άσκησης θεμελιωδών δικαιωμάτων μας μάς επιβλήθηκε αρχικά ως έκτακτη ανάγκη αλλά έχει πετύχει, μέσα σε έναν χρόνο, την πλήρη αντιστροφή του βάρους της αιτιολόγησης: ενώ κανονικά το κράτος εξηγεί (διαρκώς, εμπεριστατωμένα, αναλυτικά, ειδικά και αξιόπιστα) γιατί κόβει δικαίωμα, εδώ και καιρό εμείς, οι πολίτες, βρισκόμαστε απολογούμενοι, υπόλογοι και στοχοποιημένοι. H αιφνιδιαστική μεταβολή των περιορισμών μάς υποτιμά ως πολίτες, βλάπτει τη δημοκρατία μας και δημιουργεί κακό προηγούμενο.