ΚΑΘΕ ΤΟΣΟ, ΚΑΙ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ κάποιο τυπικά αηδιαστικό πρωτοσέλιδό του που χάσκει καθημερινά κρεμασμένο στα περίπτερα προκαλώντας τους ατυχείς διαβάτες με τις άναρθρες, σαλεμένες κραυγές του, επανέρχεται μονότονα και με την ίδια κλονισμένη απόγνωση το ίδιο ερώτημα: Πώς γίνεται να απαγορεύονται τόσα πράγματα και να επιτρέπεται η ευρεία και απρόσκοπτη παρουσία στην καθημερινότητα των ανθρώπων, ενός μέσου σαν το «Μακελειό» που, εκτός των άλλων, ακόμα και ο πιο συγκρατημένος τίτλος «άρθρου» του (άσχετα από το περιεχόμενο), παραβιάζει τον μισό ποινικό κώδικα;


Πώς γίνεται; Είναι προστατευόμενο είδος; Εμπίπτει η περίπτωσή του σε ζητήματα ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης; Είναι κάτι σαν το ελληνικό Charlie Hebdo; Τίποτα δεν μοιάζει αρκετό για να το μαζέψει από την κυκλοφορία και από την κοινή θέα. Ούτε οι κατά καιρούς αγωγές και οι εισαγγελικές παρεμβάσεις ούτε τα διάφορα σκιώδη και φαρσικά περιστατικά (πυροβολισμοί στην εφημερίδα, ενέδρες στον εκδότη της) που πλαισιώνουν επεισοδιακά την πορεία του εντύπου. Έξι χρόνια κοντεύουν από την πρώτη εμφάνιση της εφημερίδας που καθημερινά «τσακίζει το καρτέλ της αργυρώνητης ψευτοενημέρωσης και του χρεωκοπημένου εκδοτικού και πολιτικού κατεστημένου».

 

Πόσο μπορεί κανείς όμως να συνεχίσει να παίρνει στην πλάκα το συγκεκριμένο μέσο και τα ομοειδή του εκτρώματα, ειδικά όταν υπάρχει κόσμος που τα παίρνει σοβαρά και όταν παρακολουθούμε κατά καιρούς και διάφορα έγκριτα και «συστημικά» μέσα να παθαίνουν Μακελειό σε κάποιες πτυχές της αρθρογραφίας τους;


Δεν είναι φυσικά ο μόνος εξομοιωτής βαριάς παθολογίας (χουντολαγνείας, σεξισμού, ρατσισμού, ομοφοβίας, αγνού ανόθευτου φασισμού) που εμφανίζεται καθημερινά στα περίπτερα, σαν έκθεση ωμοτήτων με σύνδρομο Τουρέτ. Υπάρχουν κι άλλα αντίστοιχα πρωτοσέλιδα που ζητάνε σαν επίμονοι κράχτες την προσοχή μας καθώς περπατάμε στον δρόμο αμέριμνοι ή απορροφημένοι από τις σκοτούρες μας. Η «Ελεύθερη Ώρα» λόγου χάρη, που δεν ακούγεται τόσο πολύ, ίσως επειδή πρόκειται για «ιστορικό» πλέον τίτλο, που κάποτε, ανάμεσα στις διάφορες παραλλαγές του «Πού 'σαι Παπαδόπουλε», έκανε τουλάχιστον πού και πού τον κόπο να διανθίζει τα πρωτοσέλιδά της με «νόστιμα» λογοπαίγνια γεωπολιτικής προσέγγισης, όπως εκείνο το αμίμητο που μου έχει χαραχθεί στη μνήμη από τον πρώτο Πόλεμο του Κόλπου: «Μπους-τικο φέρσιμο στο Ιράκ».

 

Το «Μακελειό» όμως κατέστη μακράν το πιο εμβληματικό προϊόν του είδους. Το έχουμε συνηθίσει όμως κι αυτό, όπως τα συνηθίζουμε όλα, ακόμα και τα πιο ενοχλητικά και καταπιεστικά και ντροπιαστικά πράγματα. Μέχρι κάποιο σημείο με ενοχλούσε και με εξόργιζε πολύ και μου μουτζούρωνε βίαια την καθημερινότητα την ώρα που στεκόταν με το ζόρι μπροστά μου καθώς πλησίαζα για να πάρω τσιγάρα. Ώσπου κάποια στιγμή αποφάσισα, για λόγους ψυχικής υγείας, να το πάρω στην πλάκα το ζήτημα, αναζητώντας στα πρωτοσέλιδά του, που έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσα να αποφύγω, τα γλαφυρά όρια του πιο απροκάλυπτου κιτρινισμού και της πιο αστείρευτης σκατοψυχίας.


Κάποιοι από τις επικεφαλίδες – οι πιο «ελαφρές» – περιέχουν σίγουρα ένα νοσηρό, «φιλολογικό» ενδιαφέρον, όπως η εξής, λόγου χάρη, που είχα προσέξει κάποτε: «Ισλαμική Παράκρουση: Η σχιζοφρενής Αντζελίνα Τζολί που πίνει ανθρώπινο αίμα αποθεώνεται από τους λαθραίους στα γκέτο του Πειραιά». Παραδέχομαι ότι αν επρόκειτο για σύνοψη νουβέλας, θα είχα σίγουρα την περιέργεια να την διαβάσω. Ή εκείνο το πρωτοσέλιδο που στην αρχή δήλωνε θυμόσοφα: «πίσω από τις μεγάλες ιδέες και τις μεγάλες πατρίδες, ψάξε τους μικρούς φαλλούς». Προς στιγμήν νόμιζε κανείς ότι επρόκειτο για κάποια σχιζοειδή εκδήλωση αυτοσαρκασμού. Αμέσως από κάτω όμως ακολουθούσε με τριπλάσιου μεγέθους γράμματα η κεντρική είδηση: «Ο Ερντογάν τον έχει μικρό»...


Πόσο μπορεί κανείς όμως να συνεχίσει να παίρνει στην πλάκα το συγκεκριμένο μέσο και τα ομοειδή του εκτρώματα, ειδικά όταν υπάρχει κόσμος που τα παίρνει σοβαρά και όταν παρακολουθούμε κατά καιρούς και διάφορα έγκριτα και «συστημικά» μέσα να παθαίνουν Μακελειό σε κάποιες πτυχές της αρθρογραφίας τους; Οι πλάκες κάποτε τελειώνουν – ή μάλλον τελείωσαν οριστικά την ημέρα που μπήκε στη Βουλή η Χρυσή Αυγή.