ΤΕΛΙΚΑ, αυτή τη φορά έγινε αυτό που είχαμε προβλέψει και ο ουρανός έμεινε σταθερός πάνω από το κεφάλι όλης της ανθρωπότητας: ο Τζο Μπάιντεν εκλέγεται ως ο 46ος Πρόεδρος των ΗΠΑ καταγράφοντας μάλιστα μια καθαρή νίκη, με μεγάλη διαφορά στους εκλέκτορες και με πάνω από 4 εκατ. ψήφους διαφορά από τον Ντ. Τραμπ. Το επί τετραημέρου εκλογικό θρίλερ και η αρχική αίσθηση ότι ο νυν Πρόεδρος ίσως και να κέρδιζε ανατρέποντας όλες τις δημοσκοπήσεις, προέκυψε κυρίως από τις πολλές δεκάδες εκατομμυρίων επιστολικές ψήφους που όπως ήταν φυσικό ενσωματώνονταν καθυστερημένα στις καταμετρήσεις τής κάθε Πολιτείας. Ωστόσο, ο Μπάιντεν όχι μόνο πήρε περισσότερες ψήφους από οποιονδήποτε άλλο Πρόεδρο της χώρας στο παρελθόν, αλλά κέρδισε και παραδοσιακά προπύργια των ρεπουμπλικάνων όπως η Τζόρτζια. 

 

Ο σημαντικότερος λόγος της νίκης του ήταν νομίζω η τεράστια κινητοποίηση των πολιτών που πείστηκαν από την καμπάνια του «VOTE» να πάνε να ψηφίσουν, κάτι καθόλου δεδομένο στην Αμερική της πλήρους ιδιώτευσης και της γενικευμένης αποπλιτικοποίησης, όπου η μέρα των προεδρικών εκλογών είναι μια μέρα όπως όλες οι άλλες. Και αυτοί ήταν κατά βάση Δημοκρατικοί ψήφοι. Αλλά ήταν ενδεικτικό ότι περί τα 100 εκατ. Αμερικανών είχαν πάει (εξαιτίας και της πανδημίας) να ψηφίσουν πολύ πριν την επίσημη ημερομηνία των εκλογών, όταν στις εκλογές του 2016 είχαν ψηφίσει συνολικά μόνο 139 εκατομμύρια. Τόσο ήταν αυτή τη φορά το πάθος τους να αλλάξει η χώρα Πρόεδρο και κυρίως σελίδα.

 

Είναι καθήκον των θεσμών μιας ώριμης Δημοκρατίας, συμπεριλαμβανομένων των κομμάτων, να θέτουν εξαρχής εμπόδια σε όσους αντιλαμβάνονται την εξουσία με όρους εμφυλίου, εχθροπάθειας ή και προσωπικής ιδιοτέλειας. Οι καιροί των κρίσεων δεν ενδείκνυνται για άλλα ψευτοαντισυστημικά πειράματα. Το πικρό μάθημα είναι ότι οι Δημοκρατίες δεν κινδυνεύουν πλέον από τα τανκς αλλά από τους πανκς της πολιτικής.

 

Όταν μιλούσαμε σχετικά τον περασμένο Φεβρουάριο, ήμουν απόλυτα πεπεισμένος προσωπικά ότι ο Τραμπ θα επανεκλεγόταν, κυρίως χάρη στις καλές επιδόσεις της οικονομίας αλλά και γιατί η υποψηφιότητα του Μπάιντεν φάνταζε σχετικά αδύναμη. Άρα η δική μου τουλάχιστον αισιοδοξία για την σημερινή νίκη του πρώην αντιπροέδρου δεν ήταν προβολή των επιθυμιών μου, όπως ίσως πολλών προοδευτικών Ευρωπαίων που απλώς δεν μπορούν να κατανοήσουν τα διακυβεύματα στο εσωτερικό της χώρας αυτή τη στιγμή. Αλλά από τον Φεβρουάριο και μέχρι τις εκλογές μεσολάβησαν τρεις μεγάλες κρίσεις στις ΗΠΑ, δηλαδή η πανδημία, η συνεπαγόμενη οικονομική κρίση και ο επί μήνες εκτεταμένος πολιτισμικός πόλεμος επ’ αφορμή του ρατσισμού (τέτοιες κινητοποιήσεις επί μήνες στις ΗΠΑ έχουμε να δούμε από το αντιπολεμικό κίνημα τη δεκαετία του '60) οι οποίες εξέθεσαν τις ανύπαρκτες διαχειριστικές ικανότητες του Τραμπ, όπως συμβαίνει πάντα όταν τέτοιας κοπής ηγέτες καλούνται να αντιμετωπίσουν μεγάλες προκλήσεις. Οπότε, δύσκολα ένας ψύχραιμος εξωτερικός παρατηρητής μπορούσε να φανταστεί πως μετά από έναν τέτοιο Αρμαγεδδώνα θα γινόταν να σταθεί όρθιος ένας τόσο αποτυχημένος πρόεδρος. Και πράγματι δεν στάθηκε.

 

Ο Τραμπ επιστρέφει από το γκολφ, έχοντας ήδη πληροφορηθεί την ήττα του
Ο Τραμπ επιστρέφει από το γκολφ, έχοντας ήδη πληροφορηθεί την ήττα του

 

Παρ' όλ' αυτά, ισχύουν και τα δύο: και ο Μπάιντεν κέρδισε μια νίκη που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί (και διαπιστώνουμε ότι παρά τα όσα λέει ο Τραμπ στη φόρτισή του, τα κορυφαία στελέχη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος δεν είναι διατεθειμένα να τον στηρίξουν σε μια δικαστική αμφισβήτηση του αποτελέσματος) αλλά και ο Τραμπ κράτησε τις δυνάμεις του και αποδείχτηκε φευ πιο ανθεκτικός από ό,τι φανταζόμασταν. Κατά την άποψή μου, τα αίτια είναι κυρίως πολιτισμικά και λιγότερο οικονομικά. Δεν είναι μόνο η προοδευτική Αμερική των δύο παραδοσιακά φιλελεύθερων ακτών που κινητοποιήθηκε αλλά και η βουβή μεσοδυτική που έχει επίσης διαμορφώσει ισχυρές αντιπροοδευτικές πολιτισμικές αναφορές ήδη από το Tea Party, την επαύριο της εκλογής Ομπάμα το 2008, άσχετα αν ίσως δεν έχει την φανταχτερή διανόηση και τα σοβαρά ΜΜΕ για να τις επικοινωνήσει και στον υπόλοιπο κόσμο. Έχει όμως σήμερα στο εσωτερικό τους πολύ δημοφιλείς ευαγγελιστές της με τα διαπρύσια κηρύγματα μίσους κατά των προοδευτικών, τους επικίνδυνους συνωμοσιολόγους της με την τεράστια υπόγεια δικτύωση όπως η ακροδεξιά QAnon, τους φετιχιστές πιστολάδες της που κοιμούνται αγκαλιά με το όπλο τους περιμένοντας την κατάρρευση του δυτικού πολιτισμού και το γενικευμένο χάος που υποτίθεται θα ακολουθήσει, έχει επίσης χρόνια ανέργους ή ψευτοαπασχολούμενους της παλιάς λευκής εργατικής τάξης που είναι θυμωμένοι με όλους και όλα, έχει επίσης και όσους (απόλυτα κανονικούς κατ' άλλα ανθρώπους) που απλώς αντιδρούν σε μια εξίσου φανατισμένη και προβληματική εκδοχή προοδευτισμού της πολιτικής ορθότητας όπως και ενός ιστορικού αναθεωρητισμού που βγάζει "ρατσιστή" σχεδόν κάθε λευκό από το 1968 και πίσω -μια τρέλα που πρέπει επιτέλους να συζητήσουμε ανοικτά για τις στρεβλώσεις που προκαλεί αντί να οδηγεί σε κοινωνική πρόοδο. Όλο αυτό το ετερόκλιτο σύνολο και από τις δύο πλευρές είναι που συγκρούεται σε μια έτσι κι αλλιώς βαθιά διχασμένη χώρα, που η προεδρία Τραμπ φρόντισε, λόγω ενός τόσο τοξικού προσώπου όπως ο ίδιος, να διχάσει σε σημείο παρ’ ολίγον εμφυλιοπολεμικό.

 

Ο ΤΖΟ ΜΠΑΪΝΤΕΝ μπορεί να μην είναι ο χαρισματικός ηγέτης που ήταν ο Μπ. Ομπάμα αλλά ίσως είναι και καλύτερα τη δεδομένη στιγμή. Ας σημειώσουμε ότι ο Μπάιντεν (γεννηθείς το 1942) ξεκίνησε την πολιτικοποίησή του στα τέλη της δεκαετίας του ’60 μάλλον ως φιλορεπουμπλικάνος προτού τελικά πολιτευτεί με τους Δημοκρατικούς, κυρίως διότι έχει μεγάλη ευαισθησία και πιστεύει σταθερά στον παγκόσμιο ηγεμονικό ρόλο των ΗΠΑ μέσω της ισχυρής στρατιωτικής της παρουσίας στον πλανήτη. Κατά τα άλλα, είναι υπέρμαχος των δικαιωμάτων και πολύ φιλελεύθερος σε αυτά τα ζητήματα, άρα και των αντιρατσιστικών πολιτικών που πρέπει να ακολουθηθούν για να επέλθει μεγαλύτερη φυλετική δικαιοσύνη. Ως εκ τούτου, αυτός ο συνδυασμός συντηρητικών και φιλελεύθερων στοιχείων πιθανότατα να λειτουργήσει συμφιλιωτικά σε μια τόσο πολωμένη Αμερική που πρέπει να βρει νέα σημεία συνάντησης και διαλόγου ανάμεσα στις αντιμαχόμενες παρατάξεις.

 

Ασφαλώς, τίποτε δεν πρέπει να θεωρείται προκαταβολικά δεδομένο, κυρίως διότι η βαθιά Αμερική υπάρχει και θα συνεχίσει να υπάρχει, ζητώντας, όπως έχει άλλωστε δικαίωμα, να ακούγεται η φωνή της -είναι άλλωστε μέρος του δημοκρατικού παιχνιδιού. Είναι όμως και καθήκον των θεσμών μιας ώριμης Δημοκρατίας, συμπεριλαμβανομένων των κομμάτων (αδιάφορο αν είναι συντηρητικά ή προοδευτικά), να θέτουν εξαρχής εμπόδια σε όσους αντιλαμβάνονται την εξουσία με όρους εμφυλίου, εχθροπάθειας ή και προσωπικής ιδιοτέλειας. Οι καιροί των κρίσεων δεν ενδείκνυνται για άλλα ψευτοαντισυστημικά πειράματα. Το πικρό μάθημα, για ακόμη μια φορά την τελευταία δεκαετία σε όλο τον κόσμο, είναι ότι οι Δημοκρατίες δεν κινδυνεύουν πλέον από τα τανκς αλλά από τους πανκς της πολιτικής.