ΟΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΕΣ ΠΡΟΕΔΡΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ
της 3ης Νοεμβρίου 2020 είναι από εκείνες που θα μείνουν στην ιστορία. Η πόλωση που τις συνόδευσε, ο δραματικός τόνος τους, το προφίλ των πρωταγωνιστών, οι πρωτόγνωρες συνθήκες διεξαγωγής τους εν μέσω πανδημίας, η ανατροπές κατά την καταμέτρηση, τις καθιστούν μια εκλογική μάχη που θα μνημονεύεται για καιρό και θα αποτελέσει σημείο αναφοράς στη μελέτη της εκλογικής συμπεριφοράς.

 

Ας κάνουμε κάποιες πρώτες επισημάνσεις για τις εκλογές καθαυτές, εξάγοντας και κάποια γενικότερα πολιτικά συμπεράσματα βάσει του διαφαινόμενου αποτελέσματός τους.

 

Ήταν εκλογές που κρίθηκαν στο πεδίο της τακτικής

Όπως συνέβη και το 2016, έτσι και τώρα, οι εκλογές τελικά κρίνονται σε μερικές δεκάδες χιλιάδες ψήφων σε 3-4 κρίσιμες περιφέρειες. Η πόλωση ήταν τόσο μεγάλη που εξαρχής δεν άφηνε περιθώρια θεαματικών μετακινήσεων ψηφοφόρων, παρά τα εικαζόμενα. Οι εκλογές κρίθηκαν ψήφο-ψήφο στο πεδίο της στρατηγικής και της τακτικής και δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιου ισχυρού κοινωνικού ρεύματος (όπως π.χ. συνέβη στις εκλογές «της αλλαγής» με τον Κλίντον το 1992 ή στις εκλογές «της ελπίδας» του Ομπάμα το 2008).

 

Στις εκλογές αυτές δεν κέρδισε ο καλύτερος διαχειριστής της οικονομίας, αλλά εκείνος που ο κόσμος θεωρούσε καλύτερο άνθρωπο και με μεγαλύτερη ενσυναίσθηση. Ο Τραμπ ακόμα και μετά την πανδημία υπερτερούσε στα ζητήματα της οικονομίας. Υστερούσε σε άλλα ζητήματα. Στην κοινωνική ατζέντα, στη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής, σε ζητήματα που αφορούσαν τους θεσμούς της Αμερικανικής Δημοκρατίας. Και κυρίως υστερούσε στον χαρακτήρα.

 

Στο πεδίο αυτό το επιτελείο των Δημοκρατικών υπερίσχυσε. Διάβασαν καλύτερα τις ιδιαιτερότητες της αναμέτρησης στοχεύοντας σε πολύ συγκεκριμένα κοινά. Μετέτρεψαν την εκλογή σε δημοψήφισμα κατά του Τραμπ εκμεταλλευόμενοι την αρνητική δημοτικότητά του. Έλεγξαν την ατζέντα των εκλογών πηγαίνοντας τη συζήτηση εκεί που ήθελαν, κυρίως στα ζητήματα δημόσιας υγείας και ήθους εξουσίας. Μελέτησαν καλά τον αντίπαλο, κάτι που φάνηκε ειδικά στο πρώτο debate. Κράτησαν αποστάσεις από τους «ακραίους» του κόμματος και από εξτρεμιστικούς ακτιβισμούς που απειλούσαν την καμπάνια τους.

 

Το επιτελείο του Μπάιντεν δεν έκανε κάποιο σοβαρό στρατηγικό λάθος. Σε αντίθεση με τον Ντόναλντ Τραμπ που σε πολλές περιπτώσεις έδειξε να παρασύρεται από το ταπεραμέντο του και την αίσθηση «απρόσβλητου» που τον διακατέχει, προχωρώντας σε κάποιες επιλογές υψηλού ρίσκου που δεν του βγήκαν.

 

Ο Τζο Μπάιντεν αποδείχθηκε σωστή επιλογή

Ο Μπάιντεν δεν έλαβε το χρίσμα των Δημοκρατικών ως ο ηγέτης που θα οδηγήσει τις ΗΠΑ σε μια νέα εποχή, αλλά ως ένας συμπαθής και αξιοπρεπής πολιτικός που μπορεί να κερδίσει τις εκλογές. Και το πέτυχε. Με ρεκόρ ψήφων στην ιστορία των αμερικανικών εκλογών, με απόλυτη πλειοψηφία στη λαϊκή ψήφο και πετυχαίνοντας τους στρατηγικούς εκλογικούς στόχους που είχαν εξαρχής τεθεί: Να επαναπατρίσει τους λευκούς άντρες της εργατικής τάξης ηλικίας 45+ και να καθησυχάσει τους μετριοπαθείς (moderate) ψηφοφόρους οι οποίοι ενοχλούνταν τόσο από το ύφος του Τραμπ, όσο και από τον ριζοσπαστισμό μιας τάσης των Δημοκρατικών.

 

Και τα κατάφερε. Η διαφορά υπέρ Τραμπ στις μεγάλες ηλικίες μειώθηκε, η επιρροή στους μετριοπαθείς αυξήθηκε και η «ζώνη της σκουριάς» (rust belt), το βιομηχανικό κέντρο των ΗΠΑ στις μεσοδυτικές πολιτείες, στράφηκε, οριακά έστω, υπέρ των Δημοκρατικών και έκρινε τις εκλογές, όπως ακριβώς είχε συμβεί αντίστροφα το 2016.

 

Ο Τραμπ πήγε καλύτερα του αναμενόμενου...

Παρά τη διαφαινόμενη ήττα του, τα πήγε καλύτερα από όσο είχαν προϊδεάσει οι δημοσκοπήσεις. Αύξησε το ποσοστό του στη λαϊκή ψήφο, πάλεψε σκληρά στις κρίσιμες περιφέρειες και βελτίωσε τα ποσοστά του σε δύσκολες για εκείνον εκλογικές ομάδες πληθυσμού όπως οι νέοι, οι αφροαμερικανοί και οι ισπανόφωνοι.

 

Ο Τράμπ επιβεβαίωσε ότι έχει δημιουργήσει ισχυρές ταυτίσεις με συγκεκριμένα τμήματα του πληθυσμού. Και ότι ο ίδιος είναι πολιτικός μεγάλων αντοχών. Δεν έχει νόημα να αναλύσουμε τι θα συνέβαινε αν δεν είχε ξεσπάσει η πανδημία. Πολύ πιθανόν να κέρδιζε. Όμως οι χειρισμοί που έκανε και οι αποφάσεις που έλαβε ήταν εν τέλει δικές του επιλογές.

 

Μια προφανώς αναπόδεικτη εκτίμηση είναι ότι θα μπορούσε να κερδίσει παρά την πανδημία, αν κάποια πράγματα τα χειριζόταν διαφορετικά. Το γεγονός ότι έκανε (ξανά) καλό ντεμαράζ οφείλεται κυρίως στο γεγονός πως –ειδικά μετά το δεύτερο debate– έβαλε πιο στοχευμένα στην καμπάνια του δύο ευνοϊκά γι' αυτόν ζητήματα: την ανάκαμψη της οικονομίας και την «προστασία του αμερικανικού τρόπου ζωής» απέναντι στους ακραίους που γκρέμιζαν αγάλματα και επιχειρούσαν να αναθεωρήσουν τη mainstream ιστορία. Το λάθος του είναι ότι δεν επικεντρώθηκε σε αυτό νωρίτερα και πιο πειθαρχημένα.

 

... αλλά πλήρωσε τη «μη-προεδρική» συμπεριφορά του

Ο Τραμπ πλήρωσε το γεγονός ότι σε όλη τη θητεία του δεν προσαρμόστηκε στις νόρμες που επέβαλε το αξίωμά του. Μετά την εκλογή του θα έπρεπε να φέρεται πιο προεδρικά. Όμως, αντί η συμπεριφορά του Ντόναλντ Τραμπ να προσαρμοστεί στο κουστούμι του προεδρικού του ρόλου, ήταν η προεδρική συμπεριφορά που προσαρμόστηκε στο στυλ του αμφιλεγόμενου και μη-δημοφιλούς Ντόναλντ Τραμπ. Αντί να υιοθετήσει ένα πιο «προεδρικό» ύφος, να λειτουργήσει πιο θεσμικά και πιο ενωτικά, όπως ο ρόλος του επέβαλε, συνέχισε τη ρητορική και τις πρακτικές που του επέτρεψαν να κερδίσει το 2016, με τη διαφορά ότι τώρα ήταν εν ενεργεία πρόεδρος. Αντί να αξιοποιήσει την πανδημία για να εμφανιστεί ως ηγέτης σε καιρό πολέμου επιδιώκοντας τη «συσπείρωση γύρω από τη σημαία» (rally 'round the flag) ενεπλάκη στην καθημερινή διαχείριση ανοίγοντας καυγάδες με όλο τον κόσμο. Αντί να διευρύνει τις κοινωνικές συμμαχίες που τον εξέλεξαν αξιοποιώντας την υψηλή αποδοχή του στον τομέα της οικονομίας, συνέχισε με το ύφος του να συντηρεί μια ένταση η οποία εν τέλει έπληττε πρωτίστως τον ίδιο. Ο χαρακτήρας Ντόναλντ Τραμπ υπονόμευσε τα όποια επιτεύγματα (που δεν ήταν αμελητέα) του προέδρου Τραμπ.

 

Υπήρξαν (υπάρχουν) φωνές που δεν ακούστηκαν και φωνές που ακούστηκαν (ακούγονται) περισσότερο από όσο τους αναλογούν

Οι (περισσότερες) δημοσκοπήσεις έπεσαν έξω (αν και λιγότερο από όσο είχε αρχικά φανεί) καθώς είναι σαφές ότι υποτίμησαν την επιρροή του Τραμπ. Όχι κατ' ανάγκη από σκοπιμότητα, αυτά είναι υπερβολές. Επαναλήφθηκε απλώς το ίδιο λάθος με το 2016. Δεν εντόπισαν κάποιες υπόγειες τάσεις. Τους ψηφοφόρους εκείνους που κινούνται στις παρυφές της πολιτικής, που δεν έχουν έντονη δημόσια παρουσία και γι' αυτό δεν τους πιάνουν εύκολα τα ραντάρ των μετρήσεων και των διαμορφωτών της κοινής γνώμης. Ανθρώπους με προτεραιότητες και προσεγγίσεις διαφορετικές από εκείνες των αναλυτών των περισσότερων ΜΜΕ και των επώνυμων σταρ.

 

Η αύξηση της συμμετοχής και οι αντοχές του Τραμπ –παρά τη διαφαινόμενη ήττα του– οφείλονται, εν πολλοίς, σε αυτό το κοινό που εμφανίστηκε, ψήφισε και αύριο ίσως ξαναχαθεί από τα πολιτικά ραντάρ αφήνοντας τους υπόλοιπους να συνεχίσουν να πολιτικολογούν εγκλωβισμένοι στην ψηφιακή τους «φούσκα».

 

Αντιθέτως, ζητήματα που με έντονο τρόπο μπήκαν στον δημόσιο διάλογο και μονοπώλησαν την επικαιρότητα αποδείχθηκε ότι δεν επηρέαζαν ιδιαίτερα ούτε καν εκείνους που υποτίθεται ότι αφορούσαν. Η όλη συζήτηση γύρω από την «πολιτική των ταυτοτήτων» (identity politics) φάνηκε να έχει μικρότερο αντίκτυπο από ό,τι νομίζουν όσοι παθιάζονται με αυτό το concept. Και η αύξηση της επιρροής του Τραμπ στις μειονότητες μοιάζει να το επιβεβαιώνει.

 

Ο θρίαμβος της μετριοπάθειας

Οι εκλογές αυτές ήταν ο θρίαμβος των μετριοπαθών. Ο ίδιος ο Μπάιντεν υπήρξε σε όλη του τη διαδρομή ο ορισμός του μετριοπαθούς πολιτικού. Οι μετριοπαθείς του Δημοκρατικού κόμματος κέρδισαν τις προκριματικές, έλεγξαν σε μεγάλο βαθμό την ατζέντα του κόμματός τους και τελικά κέρδισαν και τις εκλογές. Οι ακραίοι αυτών των εκλογών κέρδισαν σε δημοσιότητα αλλά έχασαν στην κάλπη.

 

Έχασαν οι ακραίοι των Δημοκρατικών που γκρέμιζαν αγάλματα και σχεδόν πανηγύριζαν όταν καιγόντουσαν διάφορες πόλεις, καθώς εισέπραξαν ευθεία αποδοκιμασία από τον ίδιο τον Μπάιντεν. Έχασαν οι ακραίοι υποστηρικτές του Τραμπ, όλοι εκείνοι που περιπολούσαν και διαδήλωναν με όπλα, καθώς με την ανησυχία που προκάλεσαν οδήγησαν τους «Δημοκρατικούς του καναπέ» στις κάλπες και έστειλαν την πλειοψηφία των μετριοπαθών ψηφοφόρων στην αγκαλιά του Μπάιντεν.

 

Τελικά, «it's ΝΟΤ ONLY the economy, stupid»

Στις εκλογές αυτές δεν κέρδισε ο καλύτερος διαχειριστής της οικονομίας, αλλά εκείνος που ο κόσμος θεωρούσε καλύτερο άνθρωπο και με μεγαλύτερη ενσυναίσθηση. Ο Τραμπ ακόμα και μετά την πανδημία υπερτερούσε στα ζητήματα της οικονομίας. Υστερούσε σε άλλα ζητήματα. Στην κοινωνική ατζέντα, στη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής, σε ζητήματα που αφορούσαν τους θεσμούς της Αμερικανικής Δημοκρατίας. Και κυρίως υστερούσε στον χαρακτήρα.

 

Το τακτικό λάθος του είναι ότι δεν εστίασε εμμονικά στο δικό του προνομιακό πεδίο. Αντιθέτως, με τους αυτοσχεδιασμούς του ανέδειξε τις αδυναμίες του χαρακτήρα του. Η οικονομία ήταν, είναι και θα είναι η κρισιμότερη παράμετρος σε κάθε αναμέτρηση. Αλλά δεν είναι η μόνη. Μετράνε και άλλα. Οι κινήσεις τακτικής, οι ψυχικές ταυτίσεις, το τι εκπέμπεις συνολικά ως υποψήφιος. Το γνωστό κλισέ του 1992 («it's the economy, stupid») πρέπει να αναθεωρηθεί.