ΕΝΑ ΠΡΟΣΦΑΤΟ ΔΡΑΜΑΤΟΠΟΙΗΜΕΝΟ ντοκιμαντέρ του Netflix, το Social Dilemma, πραγματεύεται με εκλαϊκευμένο τρόπο ένα από τα μεγαλύτερα «μυστήρια» της εποχής μας. Τελικά, τα social media είναι πηγή καλού ή κακού; Είναι εργαλεία κινδύνου και χειραγώγησης ή εξέλιξης της ανθρώπινης επικοινωνίας; Δίνοντας τον λόγο σε «ειδικούς», που έχουν δουλέψει σε σημαντικούς τομείς των πιο σημαντικών social media (Facebook, Twitter, Instagram, YouTube κ.λπ.), δηλαδή σε ανθρώπους που γνωρίζουν το μέσο από τα μέσα, το ντοκιμαντέρ φαίνεται να καταλήγει σε μια αρκετά απαισιόδοξη διαπίστωση: ο κόσμος (την εποχή) των social media είναι μια τεράστια παγίδα ‒ κάτι που απεικονίζεται και στην αφίσα του ντοκιμαντέρ.


Τα μεγάλα προβλήματα που εντοπίζει το ντοκιμαντέρ είναι τέσσερα: 1) ο εθισμός, η αδυναμία των χρηστών, ειδικά των νεότερων, να βγουν έξω από την οθόνη του κινητού τους, 2) ο κίνδυνος παραβίασης των προσωπικών δεδομένων, 3) ο περίτεχνος έλεγχος της καταναλωτικής συνείδησης και 4) η άνθηση του λαϊκισμού. Και τα τέσσερα θέματα είναι υπαρκτά και σε μεγάλο βαθμό απηχούν τον ερευνητικό προβληματισμό που υπάρχει για τις τεχνολογικές πλατφόρμες κοινωνικοποίησης όσον αφορά τις κοινωνικές επιστήμες.

 

Η αρχικά αισιόδοξη προσέγγιση του Διαδικτύου και της ψηφιακής τεχνολογίας ως μιας σημαντικής εξέλιξης για τον εκδημοκρατισμό και τον πλουραλισμό της δημόσιας σφαίρας έχει παρέλθει. Όλο και περισσότερο εντοπίζονται παθολογίες του «μέσου» ή, στις πιο ενδιαφέρουσες μελέτες, ερευνώνται εκείνα τα στοιχεία στα οποία ο ίδιος ο εκδημοκρατισμός και η πολυφωνία που προσφέρει η νέα τεχνολογία γίνονται όχημα για αντίθετες κοινωνικές και πολιτικές επιδιώξεις.

 

Δεν είναι τα νέα μέσα που μας κάνουν ελεγχόμενους (όπως λέει το Social Dilemma) αλλά οι κοινωνικές συνθήκες και οι προσωπικές μας επιδιώξεις που κάνουν τα μέσα ανεξέλεγκτα.


Η επιστημονική συζήτηση για το εάν το «μήνυμα είναι το μέσο» ή το μέσο μεταφέρει το μήνυμα της εποχής του δεν είναι καινούργια. Ο προβληματισμός για το εάν η τεχνολογία μάς ωθεί ως καθοριστικός παράγοντας στις κοινωνικές αλλαγές (θετικές ή αρνητικές) ή το ανάποδο, εάν η τεχνολογία εξυπηρετεί το κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό της περιβάλλον, είναι ένας γρίφος για δύσκολους λύτες.

 

Αυτόν τον προβληματισμό το ντοκιμαντέρ του Netflix δεν φαίνεται να τον συμμερίζεται ιδιαίτερα. Είναι δεδομένος για τους δημιουργούς του αλλά και για τους συνεντευξιαζόμενους «ειδικούς» ότι η τεχνολογία είναι πια η μήτρα της Ιστορίας. Η τεχνολογία και αυτοί που την ελέγχουν είναι οι απόλυτοι άρχοντες. Το δίλημμα για το ντοκιμαντέρ είναι εάν θα ανακτήσουμε ή όχι τον έλεγχό της με στόχο να εξυπηρετήσουμε κοινωνικές αξίες και πρακτικές που θα μας αποτρέψουν από τον κεκαλυμμένο ολοκληρωτισμό που διαμορφώνεται σήμερα.

 

Ο βαθμός επικοινωνιακής εξατομίκευσης σήμερα, δηλαδή οι δυνατότητες επιλογής, παραγωγής και κατανάλωσης μηνυμάτων, είναι αδιανόητος ακόμη και αν τον συσχετίσουμε με τις πιο διαδραστικές πτυχές παλιότερων μέσων επικοινωνίας όπως το τηλέφωνο, το ραδιόφωνο, το βίντεο.
Ο βαθμός επικοινωνιακής εξατομίκευσης σήμερα, δηλαδή οι δυνατότητες επιλογής, παραγωγής και κατανάλωσης μηνυμάτων, είναι αδιανόητος ακόμη και αν τον συσχετίσουμε με τις πιο διαδραστικές πτυχές παλιότερων μέσων επικοινωνίας όπως το τηλέφωνο, το ραδιόφωνο, το βίντεο.


Λίγο πολύ, όμως, η ίδια συζήτηση είχε γίνει παλιότερα για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Το πόσο πολύ μπορούν τα μέσα να εθίσουν, να παραχαράξουν, να κατευθύνουν και να ποδηγετήσουν συνειδήσεις είναι κατηγορίες που ασκούνται διαχρονικά εναντίων των μέσων επικοινωνίας. Είτε μέσα από αριστερές προϊδεάσεις εναντίον του καπιταλιστικού-αγοραίου τρόπου ζωής είτε μέσα από συντηρητικές οπτικές που αμύνονται υπέρ ενός αγνού και αμόλυντου από τεχνητές διαμεσολαβήσεις παρελθόντος, τα μέσα επικοινωνίας πολλές φορές έχουν αντιμετωπιστεί ως φορείς αλλοτρίωσης κόντρα στις απόψεις που ευαγγελίζονταν έναν τεχνολογικό παράδεισο.

 

Η αλήθεια είναι ότι η ψηφιακή εποχή φτάνει στο αποκορύφωμά της μια πολιτισμική εξέλιξη που είχε ξεκινήσει και με τα προηγούμενα μέσα. Ο βαθμός επικοινωνιακής εξατομίκευσης σήμερα, δηλαδή οι δυνατότητες επιλογής, παραγωγής και κατανάλωσης μηνυμάτων, είναι αδιανόητος ακόμη και αν τον συσχετίσουμε με τις πιο διαδραστικές πτυχές παλιότερων μέσων επικοινωνίας όπως το τηλέφωνο, το ραδιόφωνο, το βίντεο.

 

Η αλγοριθμοποίηση της παρουσίας μας σε ένα ατελείωτο παιχνίδι δικτυώσεων, παραγωγής και αναπαραγωγής εντυπώσεων του εαυτού μας και διαχείρισης ενημερωτικών πηγών ανοίγει έναν κόσμο επιλογών που τείνει στο άπειρο, αλλά ταυτόχρονα δίνει τη δυνατότητα χρήσης του ψηφιακού μας στίγματος είτε για οικονομικούς είτε πολιτικούς λόγους, είτε και για τα δύο. Η εξάρτησή μας από αυτά τα εργαλεία εξατομίκευσης (και όχι απλώς μαζικής επικοινωνίας) είναι τέτοια που ο χρόνος και ο χώρος που τους αφιερώνουμε πολύ λίγο διαφέρει από τον χρόνο και τον χώρο του συνόλου των καθημερινών μας δραστηριοτήτων, με αποτέλεσμα πολλοί να βλέπουν τον εφιάλτη μιας πανοπτικής κοινωνίας να υλοποιείται.

 

Είναι γεγονός ότι σήμερα μιλάμε για μια εξαιρετική συνθήκη στην οποία πιθανότατα να προκύπτουν αλλαγές ανθρωπολογικής κλίμακας. Είτε ασπαστούμε την αισιόδοξη οπτική του Mακλούαν, που λέει ότι τα media είναι προεκτάσεις του εαυτού μας, είτε την απαισιόδοξη του Μποντριγιάρ, που λέει ότι οι άνθρωποι-χρήστες των μηχανών εσωτερικεύουν τη λογική της τεχνολογίας, το δεδομένο είναι ότι έχει δημιουργηθεί μια πρωτόγνωρη κατάσταση σύγχυσης τεχνολογικής και μη τεχνολογικής πραγματικότητας. Οι γενιές που μεγαλώνουν μέσα σε αυτήν τη σύγχυση δεν θα μοιάζουν ιδιαίτερα με τις προηγούμενες. Οι μεγαλύτερες γενιές, άλλωστε, δεν φαίνονται ικανές και πρόθυμες να βάλουν οποιοδήποτε όριο σε αυτήν τη σύγχυση που αρχίζει από τα πολύ ανήλικα χρόνια.


Έτσι, η κατάσταση φαντάζει μη αντιστρέψιμη. Όχι γιατί οι μεγάλες βιομηχανίες του χώρου κάνουν το παν για να ελέγξουν την καθημερινότητά μας (η εξέλιξη του marketing είναι πράγματι τεράστια) αλλά γιατί εμείς οι χρήστες επιζητούμε τη διαρκή διασυνδεσιμότητα, τη διαρκή δημόσια έκθεση, τη διαρκή ενημερω-διασκέδαση, τη διαρκή εναλλαγή ρόλων μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης μηνυμάτων.

 

Όσο, μάλιστα, οι οικονομικές συνθήκες μάς δίνουν λιγότερες δυνατότητες εκπόνησης προσωπικών σχεδίων ζωής, τόσο περισσότερο η περιήγησή μας στα σκοτεινά ή φωτεινά μονοπάτια του Διαδικτύου θα ενισχύεται ως άσκηση μιας δυνητικής ατομικής ελευθερίας. Είναι το ρίσκο που έχουμε προσυπογράψει συνειδητά ή ασυνείδητα για να ζήσουμε μια φαντασιακή κινητικότητα όσο η κοινωνική μοιάζει φρακαρισμένη.

 

Κατά συνέπεια, δεν είναι τα νέα μέσα που μας κάνουν ελεγχόμενους (όπως λέει το Social Dilemma) αλλά οι κοινωνικές συνθήκες και οι προσωπικές μας επιδιώξεις που κάνουν τα μέσα ανεξέλεγκτα. Αντί να ψάχνουμε κρυμμένους μηχανισμούς χειραγώγησης πίσω από τα μέσα, ας κοιτάξουμε πρώτα μέσα μας.

 

 

 

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.