«EIMAI 84 ETΩΝ και θέλουν να φωτογραφίζονται μαζί μου στον δρόμο» έλεγε απορημένη λίγο πριν πεθάνει η Ρουθ Μπέιντερ Γκίνσμπουργκ (1933-2020), μέλος του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, και μόλις η δεύτερη γυναίκα (και η πρώτη Εβραία) στην ιστορία της χώρας που έχει επιλεγεί για τη θέση αυτή ‒ το 1993, επί Κλίντον.

 

Η «περιβόητη RBG», όπως ήταν το παρατσούκλι της, αποτέλεσε πράγματι ένα από τα εμβληματικά πρόσωπα του πολιτικού συστήματος της χώρας, καθώς υπήρξε μια αταλάντευτα φιλελεύθερη φωνή και από τους πιο διαπρεπείς υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ισότητας των φύλων, μεταξύ κατά βάση συντηρητικών δικαστών που απάρτιζαν τον κορυφαίο αυτόν θεσμό της αμερικανικής Δικαιοσύνης. Η ξεχωριστή ιστορία της θα ξεκινούσε όταν ήταν ένα από τα μόλις 9 κορίτσια σε σύνολο 500 φοιτητών που θα κατάφερναν να γίνουν δεκτά στη Νομική Σχολή του Χάρβαρντ τη δεκαετία του '50.


Θα έλεγε, βέβαια, κανείς ότι η ιστορία της επιτυχίας ενός τέτοιου προσώπου δεν θα αφορούσε κανέναν άλλο έξω από τη μεγαλειώδη αυτή χώρα, όπου τελικά όλα είναι εφικτά. Ωστόσο, η μεγάλη και αναπάντεχη δημοσιότητα που πήρε ο θάνατός της παντού στην Ευρώπη, ακόμη και στην Ελλάδα, δείχνει πόσο έχει μετατοπιστεί η πολιτική μας κουλτούρα προς πιο φιλελεύθερες εκδοχές, ιδίως την προηγούμενη δεκαετία της κρίσης, παρά τη έξαρση του λαϊκισμού.

 

Είναι γνωστό ότι την πρώτη περίοδο της Μεταπολίτευσης ο προοδευτισμός ταυτίστηκε με την αριστερά, εν μέρει δικαίως λόγω των προχωρημένων ιδεών της περί κοινωνικής και ατομικής χειραφέτησης, εν μέρει διότι έφερε το φωτοστέφανο του θύματος μετά από δεκαετίες διώξεων.


Είναι γνωστό ότι την πρώτη περίοδο της Μεταπολίτευσης ο προοδευτισμός ταυτίστηκε με την αριστερά (στη σοσιαλιστική ή την ευρωκομμουνιστική της εκδοχή), εν μέρει δικαίως λόγω των προχωρημένων ιδεών της περί κοινωνικής και ατομικής χειραφέτησης, εν μέρει διότι έφερε το φωτοστέφανο του θύματος μετά από δεκαετίες διώξεων.

 

Στο μεσοδιάστημα των σχεδόν 50 χρόνων, όμως, ο όρος υπέστη πολλαπλές εκπτώσεις και καταχρήσεις, εξαιτίας των ταυτίσεών του με αντικοινωνικά αιτήματα πανίσχυρων ομάδων συμφερόντων, ενώ η υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή αδύναμων ομάδων, πέραν των συνδικαλιστικών, παρέμεινε υπόθεση μόνο λίγων θαρραλέων ακτιβιστών. Ιδίως σε ό,τι αφορά τις συντεχνίες και τα κεκτημένα τους, αριστεροί και δεξιοί βρέθηκαν να διεκδικούν από κοινού τα ίδια αιτήματα, πάντα στο όνομα μιας «λαϊκής προοδευτικότητας». Έτσι, σπανίως αυτός που αυτοχριζόταν προοδευτικός ήταν όντως τέτοιος. Αντιθέτως, έτεινε να υπερασπίζεται τις πλέον συντηρητικές κοινωνικές τάσεις υπέρ της πλήρους ακινησίας.

 

Η λαίλαπα της κρίσης, όμως, που θα ερχόταν να σαρώσει πολλά από αυτά τα ιδιοτελή συμφέροντα, καθώς και η προϊούσα υποχώρηση του παραδοσιακού διπόλου της αριστεράς - δεξιάς θα αναδείκνυε και μια νέα πολιτική και πολιτισμική διχοτόμηση. Απέναντι στους υπερασπιστές της συνέχισης της πιο αρρωστημένης εκδοχής της Μεταπολίτευσης (που είχε και πολλές φωτεινές πλευρές πάντως) θα σχηματιζόταν τα χρόνια εκείνα ένας νέος προοδευτικός χώρος, χωρίς να είναι κατ' ανάγκη αριστερός.

 

Πρόκειται για την εμφάνιση του λεγόμενου «κεντρώου» (ο όρος χρησιμοποιείται καταχρηστικά) φιλελεύθερου πολίτη που απέκτησε αυτοσυνείδηση και αυτοπεποίθηση κόντρα τόσο στον αριστερό όσο και τον δεξιό λαϊκισμό. Και με τις σχετικά μικρές του δυνάμεις εισηγήθηκε έναν νέο συνδυασμό αξιών στον δημόσιο διάλογο που σήμερα διεκδικούν σημαίνουσα θέση.

 

Παρατηρώ ότι με αφορμή κοινωνικές έρευνες για το αξιακό μας προφίλ γίνεται προσπάθεια να ανασυσταθεί ένας παλιός (και εσφαλμένος) πολιτισμικός δυϊσμός που ήθελε δήθεν να ανταγωνίζονται διαχρονικά δύο «Ελλάδες»: μία προοδευτική, φιλομεταρρυθμιστική, κοσμοπολίτικη και ανοιχτή, με μια συντηρητική, φοβική, θεοσεβούμενη, εθνικιστική κ.λπ.

 

Σήμερα, μάλιστα, όπως υπονοούν όσοι επαναφέρουν το σχήμα αυτό, συγκρούονται οι «προοδευτικοί» της αριστεράς με τους (υπερ)συντηρητικούς έως ακροδεξιούς εθνικιστές (τους «νοικοκυραίους») της ΝΔ, άρα τα πολιτικά μέτωπα ακολουθούν μοιραία αυτήν τη διχοτόμηση. Πρόκειται για μια υπεραπλούστευση που δεν ίσχυε στην πραγματικότητα πότε για την Ελλάδα του παρελθόντος και που ιδίως σήμερα μοιάζει ακόμη πιο γκροτέσκα, όταν την εφαρμόσεις στην πραγματικότητα.


Η νέα προοδευτική ταυτότητα στην Ελλάδα είναι πιο σύνθετη από τέτοιες επινοήσεις και κυρίως πιο γειωμένη στους ρεαλισμούς και στα αιτούμενα της χώρας σε αυτήν τη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία. Κοντολογίς, δεν εμπνέεται από αξίες γενικώς και αορίστως αλλά από εκείνη την κουλτούρα που είναι αναγκαία στη νέα εποχή. Εμφορείται, για παράδειγμα, από μια αδιαπραγμάτευτη πίστη στα ανθρώπινα δικαιώματα και είναι υπέρ της ισότητας ευκαιριών ανεξαρτήτως φύλου, φυλής ή σεξουαλικού προσανατολισμού, διότι γνωρίζει ότι μόνο η δικαιοσύνη φέρνει κοινωνική ανάπτυξη.

 

Είναι, επίσης, ανεκτική στις πολιτισμικές διαφορές, δεν είναι φοβική με τη μετανάστευση, όταν αυτή γίνεται με τους κανόνες του κράτους δικαίου, σέβεται την ανάγκη αυτοπροσδιορισμού του ατόμου, της ταυτότητάς του και του σώματός του, μιλά για μια δικαιότερη κοινωνία, χωρίς να είναι εχθρός της υγιούς επιχειρηματικότητας (διότι μόνο αυτή διασφαλίζει καλοπληρωμένες δουλειές), υπερασπίζεται την αριστεία στην εκπαίδευση, άρα και τα καλά δημόσια σχολεία, που είναι η σωτηρία πρωτίστως των πιο αδύναμων, δεν ταυτίζεται εξ ορισμού με κομματικούς χώρους, τυφλά και χωρίς κριτική, δεν ανέχεται την προπαγάνδα και τους οργανικούς διανοούμενους, ούτε διαιωνίζει τους παλιούς εμφυλίους, αναγνωρίζει τον κίνδυνο της κλιματικής αλλαγής και φυσικά είναι ξεκάθαρα φιλοευρωπαϊκή και υπέρ της παγκοσμιοποίησης με ορισμένους κανόνες. Πρόκειται για έναν νέο πατριωτισμό, ούτε κοσμοπολίτικο ούτε και εθνοκεντρικό, που αντιλαμβάνεται το ελληνικό έθνος-κράτος ως ισότιμο μέλος μιας ευρωπαϊκής οικογένειας, μαχόμενο μεν για τα συμφέροντά του, αλλά με σεβασμό στο διεθνές και ανθρωπιστικό δίκαιο.


Κυρίως, όμως, ξέρει να διαλέγεται και να συμβιβάζεται, όπως πρέπει σε κάθε πραγματική δημοκρατία. Και όπως έλεγε η RBG που βρισκόταν για χρόνια σε μόνιμη, αλλά δημιουργική διαφωνία με το άλλο μέλος του Ανώτατου Δικαστηρίου, τον υπερσυντηρητικό Αντ. Σκαλία, σημασία έχει να παραμένεις σταθερός και υπομονετικός. Οι πιο ουσιαστικές αλλαγές δεν είναι ποτέ μετά από επανάσταση αλλά όσες έγιναν από επίμονους μεταρρυθμιστές που ήξεραν να οικοδομούν ευρύτερες συναινέσεις.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.