ΜΕ ΑΝΑΣΤΑΤΩΣΕ, ΟΜΟΛΟΓΩ, και όχι μόνο εξαιτίας κάποιου τύπου συναδελφικής (ή Generation X) αλληλεγγύης, το «βιωματικό» κείμενο που έγραψε (και φιλοξενείται στο νέο τεύχος του έγκριτου διμηνιαίου περιοδικού «The Walrus») ο Καναδός αρθρογράφος και συγγραφέας Ράσελ Σμιθ, παλιά και εξέχουσα καραβάνα στον χώρο των «γραφιάδων» που έπαιζαν στα δάχτυλα τα διάφορα συγκείμενα της σύγχρονης κουλτούρας – με δημοσιεύσεις σε ένα ευρύτατο φάσμα εντύπων, από το αλήστου μνήμης «Details» (μία από τις «βίβλους της εναλλακτικής κουλτούρας» και του «ψαγμένου lifestyle» στα τέλη του περασμένου αιώνα) ως το «New York Review of Books». Έχει γράψει επίσης εννέα βιβλία μυθοπλασίας και μη, πάντα όμως σατιρικής προδιάθεσης.

 

Η βασική του απασχόληση όμως εδώ και δύο δεκαετίες ήταν η εβδομαδιαία του στήλη στην εφημερίδα «Globe and Mail» του Τορόντο, μία από τις πιο έγκυρες εφημερίδες στον Καναδά. Μέχρι που τον «τελείωσε», όπως γράφει, αυτό το ηλεκτρονικό γράφημα που κρέμεται ως δαμόκλειος σπάθη πάνω από τα newsrooms του πλανήτη και καταγράφει σε πραγματικό χρόνο ποια άρθρα προτιμούν (ή έχουν μάθει να προτιμούν, επειδή αυτά αναδεικνύει και προτείνει ο αλγόριθμος ‒ πρόκειται για φαύλο κύκλο) οι αναγνώστες.

 

Οι αλγόριθμοι είχαν προαποφασίσει ότι τα θέματά μου δεν αποτελούσαν έκτακτη επικαιρότητα και όταν έκανα την τελευταία μου υπόκλιση, η αίθουσα είχε αδειάσει ήδη.


Νομίζω ότι αξίζει να καταγραφεί ο καημός του, που μοιάζει να αντανακλά τη δυσχερή θέση στην οποία έχουν βρεθεί στο σύγχρονο μιντιακό τοπίο ακόμα και πολύ εκλεκτοί συντάκτες / αρθρογράφοι / κριτικοί / σχολιαστές του αποκαλούμενου «πολιτιστικού ρεπορτάζ», ειδικά όταν δυσκολεύονται να αφοσιωθούν στον 24ωρο κύκλο επικαιρότητας, ή στη μικροπολιτική φάμπρικα, ή στους σύγχρονους πολέμους της κουλτούρας:


«Τον περασμένο Νοέμβρη σταμάτησα να γράφω την τακτική στήλη περί τέχνης και σύγχρονης κουλτούρας που διατηρούσα στην εφημερίδα "Globe and Mail" εδώ και είκοσι χρόνια σχεδόν. Ουδείς το παρατήρησε. Δεν έλαβα ούτε μία επιστολή αναγνώστη. Έλαβα όμως ένα ευγενικό μήνυμα από τον αρχισυντάκτη του πολιτιστικού τμήματος της εφημερίδας. Λυπόταν που τα πράγματα δεν λειτούργησαν τελικά και ήλπιζε να μη χαθούμε».


«Για να είμαστε δίκαιοι, η στήλη μου εξερευνούσε κυρίως αισθητικά ζητήματα που οι εφημερίδες τυπικά αποφεύγουν. Είχα επιλέξει να μην ασχολούμαι διαρκώς με μεγάλα ηθικά ζητήματα φυλής και φύλου. Δεν είχα ασχοληθεί καθόλου με τις κατηγορίες εναντίον του Πολάνσκι, λόγου χάρη... Οι έξυπνοι στοχασμοί μου για τη σημασία που μπορεί να έχει η όπερα Ντον Τζιοβάνι στην εποχή του #MeToo δεν γνώρισαν την απήχηση που ανέμενα. Είχα πάντα την πεποίθηση ότι τα δημιουργικά σχήματα λόγου που προκύπτουν από την ανάλυση της κουλτούρας είναι πολιτικά στην ουσία τους και εξίσου σημαντικά με τον τυπικό δεξιό/αριστερό σχολιασμό, στον οποίο εξακολουθούν να βασίζονται οι καθημερινές εφημερίδες».


«Εδώ και μερικά χρόνια, όμως, είχα αρχίσει να ανησυχώ για τη συρρίκνωση του αναγνωστικού μου κοινού. Συναντούσα διάφορους μεσήλικες πλέον γνωστούς σε διάφορες περιστάσεις και μου έλεγαν "Μου λείπει να σε διαβάζω στην "Globe"!" κι εγώ αποκρινόμουν "μα εκεί είμαι ακόμα, κάθε εβδομάδα, στο ένθετο για τις τέχνες". "Α, ναι; Μου έρχεται στο κινητό, αλλά η στήλη σου δεν εμφανίζεται στην εφαρμογή" μου έλεγαν. Συγχρόνως, στο Χάλιφαξ όπου ζει η μάνα μου, δεν μπορεί πλέον να με διαβάσει από τη στιγμή που η εφημερίδα σταμάτησε να βγαίνει σε έντυπη μορφή στη μεριά του Καναδά που βλέπει προς τον Ατλαντικό. Το 2017, ξεκίνησα να διδάσκω δημιουργική γραφή σε μεταπτυχιακούς φοιτητές, αλλά είχα εγκαταλείψει κάθε ψευδαίσθηση ότι θα γνώριζαν τη δουλειά μου σε μια καθημερινή εφημερίδα. Δεν νομίζω ότι διάβαζαν καν εφημερίδες».


Και καταλήγει:


«Βλέπω την εικοσαετή καριέρα μου ως αλληγορία για τον τρόπο με τον οποίον η ψηφιακή εποχή –και ειδικά οι πανταχού παρούσες "μέθοδοι μετρήσεων" [metrics]– έχει αλλάξει αυτά που διαβάζουμε. Ήθελα να ανοίξω τις πόρτες κλειστών λεσχών. Κάποια στιγμή, όμως, έγινε ξεκάθαρο ότι κανείς δεν ήθελε να τις διαβεί πλέον».


«Όχι, δεν πιστεύω ότι έπαψαν να ενδιαφέρονταν οι αναγνώστες. Τους είπαν να μην ενδιαφέρονται. Οι αλγόριθμοι είχαν προαποφασίσει ότι τα θέματά μου δεν αποτελούσαν έκτακτη επικαιρότητα και όταν έκανα την τελευταία μου υπόκλιση, η αίθουσα είχε αδειάσει ήδη».