Η ΠΑΝΔΗΜΙΑ ΔΙΕΛΥΣΕ τα μεγάλα κλαμπ. Ακόμα και το Berghain, το θρυλικό κλαμπ στο Βερολίνο μεταξύ Kreuzberg και Friedrichshain, είναι για την ώρα γκαλερί. Σκεφτόμουν αυτή την αίσθηση που έχει κανείς όταν χορεύει ανάμεσα σε αγνώστους: ότι κοιτάει και τον κοιτούν, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να χάνεται, να αφήνεται, να βγαίνει εκτός ελέγχου. Για να μπορεί κανείς να κάνει ό,τι θέλει, να φοράει ό,τι θέλει, να φιλάει ό,τι θέλει και να κουνιέται όπως θέλει σε διάφορα πάρτι ή μαζώξεις, απαγορεύονται οι φωτογραφίες με κινητά.

 

Αυτή η αυτόματη κίνηση, να βγάλει κανείς το κινητό, να φωτογραφίσει τα πάντα, μπορεί να είναι εξαντλητικά καταπιεστική και γι' αυτόν που έχει μανία να καταγράφει και να ποστάρει διαρκώς και γι' αυτόν που λειτουργεί ως αξιοθέατο στο Ιnstagram story ενός αγνώστου ή στο επικριτικό post κάποιου τοξικού λογαριασμού.

 

Όποτε βλέπω αυτοκολλητάκι σε κάποιο μπαρ ότι απαγορεύονται τα κινητά ή ότι δεν είναι ευπρόσδεκτοι όσοι θέλουν να έρθουν, να απλώσουν το λάπτοπ τους και να παραστήσουν τους δουλευταράδες ανάμεσα σ' ένα πλήθος που πίνει μπίρες και καφέδες, το αγκαλιάζω. Όποτε κάποια ιδιοκτήτρια καφέ περιχαρής βάζει μπροστά στο μαγαζί της μια ξύλινη πινακιδούλα «δεν έχουμε Ιnternet, μίλα στον διπλανό σου» πάω και κάθομαι εκεί, όχι για να μιλήσω με κανέναν φυσικά, αλλά για να αφεθώ στη σαγήνη κάποιου μυθιστορήματος.


Έχουμε συνηθίσει να πίνουμε, να χορεύουμε, να συζητάμε ανάμεσα σε σκυμμένα ζόμπι που βρίσκουν τα πάντα στο κινητό τους πιο ενδιαφέροντα απ' το να μυρίσουν, να καταλάβουν και (στο παρελθόν) ν' αγγίξουν όσα συμβαίνουν γύρω τους. Συνειδητοποιούμε το αφύσικο του εθισμού μόνο όταν είμαστε σε χώρους όπου η χρήση των κινητών είναι περιορισμένη. Δεν είναι, πάντως, μόνο το μίζερο θέαμα ανθρώπων κολλημένων στην οθόνη η δικαιολογία για τον περιορισμό στη χρήση του κινητού.

 

Συνειδητοποιούμε το αφύσικο του εθισμού μόνο όταν είμαστε σε χώρους όπου η χρήση των κινητών είναι περιορισμένη. Δεν είναι, πάντως, μόνο το μίζερο θέαμα ανθρώπων κολλημένων στην οθόνη η δικαιολογία για τον περιορισμό στη χρήση του κινητού.

 

Η πολιτική της απαγόρευσης φωτογραφιών υπαγορεύτηκε απ' την ανάγκη να δημιουργηθούν τόποι όπου οι άνθρωποι αισθάνονται ασφαλείς και απαλλαγμένοι απ' το βλέμμα των άλλων. Θηλυπρεπή αγόρια, τύποι ντυμένοι αλλοπρόσαλλα, τρανς άτομα, γυναίκες κάθε σχήματος, ξέρουμε πώς είναι να κινείσαι στον δημόσιο χώρο και να αισθάνεσαι το βλέμμα του κόσμου να περιπλανιέται στο σώμα σου.

 

Οι προσδοκίες των άλλων για το πώς να περπατάς, πώς να ντύνεσαι, πώς να στέκεσαι και πώς να συμπεριφέρεσαι στον δημόσιο χώρο μπορούν να είναι εξουθενωτικές. Έτσι, η απαγόρευση των φωτογραφιών απελευθερώνει από το επικριτικό βλέμμα και επιτρέπει να συνδεθεί κανείς με το περιβάλλον του μέσω των αισθήσεων, όχι μέσω οθόνης, καταγράφοντας.

 

Κατά τη γνώμη μου, αυτές οι πολύ απελευθερωτικές ιδέες προδίδονται στα μεγάλα κλαμπ της Ευρώπης, όπου η «πόρτα» και οι θαμώνες εφαρμόζουν τακτικές αποκλεισμού, διαλέγοντας ποιος είναι αρκετά περίεργος ώστε να μπει (μια αντίστροφη μορφή ρατσισμού και μια προσδοκία πρόκλησης για την πρόκληση που χάνει την ουσία), αλλά η αξία του επιχειρήματος παραμένει: δεν αντέχουμε να νιώθουμε ορατοί/-ές διαρκώς ή ότι οι πράξεις μας είναι διαμπερείς και διαθέσιμες για συνεχή κοινωνικό έλεγχο.


Κι όμως, δεν είναι περίεργο να αισθάνεται κανείς έτσι, ειδικά μες στην πανδημία. Παντού καραδοκούν κινητά και μαζί με αυτά το ενδεχόμενο ενός βίντεο ή μιας φωτογραφίας. Για ανθρώπους που δεν είναι δημόσια πρόσωπα, άρα δεν υποχρεούνται να ανέχονται το βλέμμα στους δημόσιους χώρους, μου φαίνεται λίγο αποκρουστικό το μάλλον μόνιμο ενδεχόμενο καταγραφής των κινήσεών τους.

 

Μες στην πανδημία τα σόσιαλ πλημμύρισαν φωτογραφίες απλών πολιτών που έπρατταν έτσι ή αλλιώς. Πολλοί έγιναν αντικείμενο διασυρμού για τη συμπεριφορά ή τα λόγια τους. Το βλέμμα των άλλων έγινε υπερβολικά διεισδυτικό και απέκτησε αφύσικη, τεχνητή μνήμη ‒ ό,τι ανεβαίνει μένει. Πολλαπλασιάστηκε και εκτοξεύτηκε η τοξικότητα. Δημιουργήθηκαν ομάδες φανατισμένων που δεν έχουν καμία πρόθεση να κατανοήσουν γιατί κάποιος μπορεί να συμπεριφέρεται έτσι ή αλλιώς ή να αναρωτηθούν τι συμβαίνει στις ζωές των συμπολιτών τους.


Χρειαζόμαστε δημόσιους χώρους όπου να μπορούμε, γλιστρώντας ανάμεσα στους συμπολίτες μας, να νιώθουμε και λίγο αθέατοι, όχι σε διαρκές καθεστώς επιτήρησης. Έχει αξία στους τόπους της κοινής μας ζωής να πασχίζουμε να δούμε γύρω μας χωρίς να παρεμβάλλεται οθόνη, γιατί είναι αλλιώς να προσπαθεί κανείς να κατανοήσει με λέξεις όσα βλέπει κι αλλιώς να βγάζει μέσα σε δευτερόλεπτα φωτογραφίες, συμπέρασμα και κακία οnline. Έχει αξία να θελήσουμε πάλι, παρά την τεχνολογία που διαθέτουμε, να φανταστούμε με ηρεμία και ευγένεια την κατάσταση του άλλου, να αναρωτηθούμε τι χρειάζονται οι γύρω μας. Nα δείξουμε ενσυναίσθηση.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.