ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ, DEMONSTRATION, MANIFESTATION («μανίφ», όπως την αποκαλούν οι Γάλλοι, που τα ψιλοκόβουν όλα). Μια εμπειρία όπου ένα μέρος των πολιτών επιδιώκει να γίνει ορατό, να φανερωθεί· συνήθως, όχι όμως πάντα, «απέναντι» στην εξουσία ή σε επιμέρους πλευρές της. Υπάρχουν, φυσικά, και διαδηλώσεις συμπαράστασης στο κράτος, στην κυβέρνηση της χώρας, συλλαλητήρια που δεν είναι αντιπολιτευτικά. Είναι όμως εξαιρέσεις. Η διαδήλωση είναι, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, η υπογράμμιση μιας παρουσίας, η υπογραφή των «μαζών» στον δημόσιο χώρο.


Χωρίς αμφιβολία, η ορατότητα των πολιτών και η ίδια η πόλη, ιδίως το κέντρο, έχουν σχέση με τη νεότερη δημοκρατία, με τη σκέψη αλλά και την πρακτική της δημοκρατίας, όπως αυτή εκτυλίχθηκε σε άπειρες ιστορίες διεκδίκησης, σωματικής συμμετοχής, ανταλλαγής λόγων και συναισθημάτων.

 

Όμως η διαδήλωση, η δημόσια συνάθροιση, δεν συνδέεται μόνο με τη δημοκρατία και ακόμα λιγότερο με τη θεσμική, κοινοβουλευτική εκδοχή της. Ο δρόμος (και αυτό δείχνουν να το ξεχνούν οι άκριτοι υπερασπιστές του) είναι «πολύσημος»: μπορεί να είναι και φιλοφασιστικός, μηδενιστικός, ακραία εθνικιστικός ή οτιδήποτε άλλο. Μπορεί να φιλοξενεί τις πιο στενές επαγγελματικές αγωνίες και παγκόσμια οράματα, την αγωνία επιβίωσης μιας ομάδας απολυμένων και την αλληλεγγύη σε μακρινές υποθέσεις και αγώνες.

 

Ο δρόμος (και αυτό δείχνουν να το ξεχνούν οι άκριτοι υπερασπιστές του) είναι «πολύσημος»: μπορεί να είναι και φιλοφασιστικός, μηδενιστικός, ακραία εθνικιστικός ή οτιδήποτε άλλο. Μπορεί να φιλοξενεί τις πιο στενές επαγγελματικές αγωνίες και παγκόσμια οράματα, την αγωνία επιβίωσης μιας ομάδας απολυμένων και την αλληλεγγύη σε μακρινές υποθέσεις και αγώνες.


Ξεκινάμε, πάντως, από ένα πρώτο σημείο που λέει ότι οι δημόσιες συναθροίσεις, τα διεκδικητικά διαβήματα και οι διαμαρτυρίες έχουν θέση στις δημοκρατίες ως κομμάτια δημόσιας εμπειρίας. Και ακόμα και η αποτυχημένη, η κάπως άβολη για τους διοργανωτές της μικροστιγμή μιας διαμαρτυρίας που δεν έπεισε, τα πέντε-έξι πρόσωπα με ένα πανό, ακόμα και οι ελάχιστοι έχουν σημασία στη δημοκρατία.

 

Έχουν, φυσικά, απείρως μεγαλύτερη σπουδαιότητα στις αυταρχικές κοινωνίες της απαγορευμένης αντιπολίτευσης: οι «Υπέροχοι Οκτώ» Σοβιετικοί πολίτες που βγήκαν στην Κόκκινη Πλατεία στις 25 Αυγούστου του 1968 για να υψώσουν φωνή διαμαρτυρίας κατά της χώρας τους για την καταστολή της Άνοιξης της Πράγας (για να συλληφθούν σε ελάχιστα λεπτά) ήταν ελάχιστοι, αλλά αυτό που δήλωνε η πράξη τους είχε πολύ μεγάλο εκτόπισμα και ηθικό βάρος.


Τώρα, όμως, βρισκόμαστε πολλές δεκαετίες μέσα στην ελληνική δημοκρατική καθημερινότητα. Οι πολίτες, οι ιδέες, οι οργανώσεις, τα αιτήματα, διαθέτουν πολύ μεγάλη ποικιλία μέσων για να γνωστοποιήσουν τις θέσεις τους. Οι δρόμοι της ορατότητας δεν είναι μόνο η άσφαλτος αλλά και τα έντυπα, οι εκδηλώσεις, οι συναντήσεις κάθε λογής –με την εξαίρεση των δυσκολιών σε αυτή την περίοδο του κορωνοϊού‒ που συνδυάζουν την ενσώματη με την εξ αποστάσεως δράση. Και οι θέσεις, οι γνώμες, οι αντιπολιτεύσεις –ακόμα και οι πιο ριζοσπαστικές– είναι ορατές.

 

Όλοι, ας πούμε, μάθαμε την προηγούμενη περίοδο τη συλλογιστική ομάδων που θεώρησαν την κρίση του Covid-19 ένα «σχέδιο» ή μια ευκαιρία ώστε το παγκόσμιο κράτος και το κεφάλαιο να προωθήσουν νέες διαιρέσεις στην εργασία, την καταστολή και τον «έλεγχο της ζωής». Τι προσθέτει, φανερώνοντάς το, μια διαδήλωση στη γνωστή διαδρομή του κέντρου της Αθήνας ή της Θεσσαλονίκης και με τις συνηθισμένες (και αναμενόμενες) «συγκρούσεις ΜΑΤ και αναρχικών;». Με ποιον τρόπο υπηρετεί την ορατότητα λόγων και αιτημάτων μια τελείως προβλέψιμη αναταραχή, κάτι που έχει γίνει ήδη «θεσμός», ακόμα και αν πολλοί που συμμετέχουν απορρίπτουν τη θεσμικότητα;


Εδώ και δεκαετίες η ποσότητα των διαδηλώσεων και των πορειών στη χώρα έχει δημιουργήσει κάτι που τώρα φαίνεται να γυρίζει μπούμερανγκ. Μεγάλο μέρος τους είχε γίνει προδιαγεγραμμένες ασκήσεις ρουτίνας και επιβεβαίωσης ταυτοτήτων. Όσοι αποθεώνουν σε θεωρητικά κείμενα το πνεύμα της διαδήλωσης ως ριζοσπαστικό την είχαν μεταβάλει σε μπανάλ διάβημα: κάτι τόσο συνηθισμένο που αποτύγχανε (κατά κανόνα) στον σκοπό του, αν φυσικά ο σκοπός ήταν να διατρανωθεί και να αποσαφηνιστούν τα σημεία μιας αντίθεσης, οι λόγοι μιας σύγκρουσης. Γιατί όλο και περισσότερο σχημάτιζε κανείς την εντύπωση πως η διαδήλωση ήταν απλώς το τονωτικό μιας αριστερής κοινωνικότητας και μόνο δευτερευόντως τα υπόλοιπα, τα συνδικαλιστικά, τα επαγγελματικά κ.λπ.

 

Η ελληνική μακρά Μεταπολίτευση άφησε εύλογα τις διαδηλώσεις να ανθήσουν, αλλά από ένα σημείο και μετά οδηγήθηκαν σε μια πληθωριστική στασιμότητα. Τα «επεισόδια» και οι «κλεφτοπόλεμοι» στο τέλος έγιναν απλώς σημάδια αυτής της βαθύτερης αδράνειας. Η ορατότητα των διαδηλωτών ήταν πια μόνο για τους ίδιους και την ιστορία τους ή τις αναμνήσεις τους. Οι άλλοι, οι πολλοί, οι περισσότεροι, έγιναν αποξενωμένοι θεατές και έπειτα, όταν το κέντρο αποκλειόταν με το παραμικρό, οι θεατές έγιναν ένα ενοχλημένο κοινό που δεν ήθελε καν να προσέξει τι λένε «αυτοί» αλλά να πάει στη δουλειά του, αποδεσμευμένο από την ταλαιπωρία.

 

Αυτό που μερικοί ονομάζουν συντηρητική στροφή του κόσμου ήταν συχνά η δική τους αδυναμία επικοινωνίας με τις αγωνίες όσων δεν είχαν ως τρόπο ζωής την πορεία και τη διαδήλωση. Οι πολίτες καταλάβαιναν και η κουλτούρα των διαδηλωτών τούς αγνοούσε ή τους λογάριαζε ως αμέτοχους ιδιώτες και ηλίθιους νοικοκυραίους.

 

Δεν ήλθαν, έτσι, ο Χρυσοχοΐδης ή ο Μητσοτάκης να περιορίσουν, υπερ-ρυθμίζοντας, τις διαδηλώσεις και τις πορείες: έρχεται το κράτος, αφού όμως πρώτα η σκηνή των κινημάτων και των διαμαρτυριών στη χώρα είχε γίνει μια ρουτίνα δίχως ίχνος αυθορμητισμού. Οι νομικές μου γνώσεις είναι αδύναμες, αλλά έχω πειστεί πως η αρχική εκδοχή του νομοσχεδίου είχε προβλήματα. Γι' αυτό και ήταν γόνιμες οι νομικές και πολιτικές αποσαφηνίσεις και διορθώσεις στη συνέχεια. Νομίζω, όμως, πως η αριστερά, σε αντίθεση με το ΚΙΝ.ΑΛ., δεν ενδιαφέρθηκε για τη διόρθωση σημείων και για τη θεσμική λεπτολογία. Για έναν κόσμο η διαδήλωση ήταν και είναι θέμα ταυτότητας και τρόπου ζωής. Δεν την βλέπουν ως «εργαλείο» πολιτικής αλλά, σε μεγάλο βαθμό, ως συναίσθημα που ανατροφοδοτείται από τον χρόνο, το βίωμα και τις μνήμες.

 

Η ελληνική μακρά Μεταπολίτευση άφησε εύλογα τις διαδηλώσεις να ανθήσουν, αλλά από ένα σημείο και μετά οδηγήθηκαν σε μια πληθωριστική στασιμότητα.
Η ελληνική μακρά Μεταπολίτευση άφησε εύλογα τις διαδηλώσεις να ανθήσουν, αλλά από ένα σημείο και μετά οδηγήθηκαν σε μια πληθωριστική στασιμότητα.


ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ, φυσικά, κομμάτι της δημοκρατικής εμπειρίας. Όμως από δω φαίνεται να ξεκινάει και ένα πρόβλημα που καταλήγει πλέον σε μια παράλογη και αυταρχική ιδέα ότι η διαδήλωση, η πορεία, και μάλιστα στη συγκρουσιακή τους εκδοχή, είναι η (μοναδική) ουσία της δημοκρατίας και της δημοκρατικής πολιτικής. Τα άλλα έννομα αγαθά, η υπόλοιπη λειτουργία της πόλης και των δραστηριοτήτων της αντιμετωπίζονται με κάποια δόση περιφρόνησης.

 

Προφανώς, από τον αντιεξουσιαστικό χώρο δεν μπορεί κανείς να έχει άλλες απαιτήσεις: η εξημέρωση των διαδηλώσεων ή η προσυνεννόηση με το κράτος και την αστυνομία μοιάζουν με ψυχική και πολιτική ακύρωση, με «άδειασμα» που πολύ δύσκολα μπορούν να το αποδεχτούν όσοι δεν αναγνωρίζουν το πολιτικό σύστημα και το Σύνταγμα.

 

Όμως οι άλλοι ‒η θεσμική αριστερά, τα συνδικάτα κ.λπ.‒ δεν μπορεί να αντιδρούν σαν να είναι εξωσυστημικές δυνάμεις που κάνουν αδιάκοπο αντιδικτατορικό αγώνα. Και αυτό που πείθει λιγότερο είναι η αναφορά τους στην κατάργηση του κοινωνικού αυθορμητισμού, όταν οι ίδιοι αυτοί χώροι έχουν δημιουργήσει μια παράδοση ράθυμης και γραφικής ρουτίνας που επαναλαμβάνεται τόσο συχνά, ώστε όλο και περισσότεροι πολίτες να αμφιβάλουν για το πολιτικό της νόημα.

 

Και εδώ μπορεί να πει κανείς πως βρίσκεται η ειρωνεία της στιγμής: όλες οι κοινωνίες που αντιμετωπίζουν σοβαρά κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα γνωρίζουν διαδηλώσεις. Προφανώς, με διαφορετικούς θεσμικούς και διοικητικούς όρους, με διαφορετικά πολιτικά και αστυνομικά μέτρα. Αν μέσα στον χώρο της κεντροδεξιάς και των συντηρητικών βλέπει κανείς την αυταπάτη μιας δημοκρατίας εξ ολοκλήρου θεσμικής και «γραφειακής», μιας δημοκρατίας δίχως τον «δρόμο», αυτό δεν δικαιολογεί, από την άλλη, τη μεταφυσική αποθέωση της διαδήλωσης. Αν κάποιοι βλέπουν στην κουλτούρα των διαδηλώσεων μόνο αναχρονιστικές και βίαιες πλευρές (και κάνουν μεγάλο λάθος), η υπερβολική και γεμάτη ρητορικές ακρότητες αντίδραση για το νομοσχέδιο αποκαλύπτει κάτι άλλο: ότι ένα κομμάτι της κοινωνίας και της πολιτικής πιστεύει απλώς πως οι δικές του διαδηλώσεις και πορείες είναι η ψυχή της δημοκρατίας.


Για άλλη μια φορά υπάρχει ένα χάσμα στο πώς διαβάζουμε τη δημοκρατία και τα αγαθά της σύγχρονης ζωής: όποιος πιστεύει πως η «κοινωνικοοικονομική ζωή» είναι απλώς μια αλλοτριωμένη, καπιταλιστική ρουτίνα, δεν υπάρχει περίπτωση να αισθανθεί την ανάγκη να τη σεβαστεί. Δεν θα το καταλάβει καν ως απαίτηση για να ρυθμίσει τη συλλογική του δράση. Όποιος, από την άλλη, δεν βλέπει χώρο στην πόλη για τη διαδήλωση και τις πορείες, και πάλι δεν θα μπει στον κόπο να κάνει διακρίσεις, να δει κατά περίπτωση. Θα απορρίψει τη σκηνή των διαδηλώσεων ως οχλοκρατία και αρχαϊσμό.


Το θέμα είναι (και σε αυτό) η ανάγκη να πάμε πέρα από τα σύνδρομα ταυτότητας, αναγνωρίζοντας πως η δημοκρατία είναι και το ένα και το άλλο: δεν είναι μόνο ένας τρόπος να γίνονται οι άνθρωποι ορατοί στην πολιτεία αλλά και η κοινωνική παραγωγή μιας καθημερινότητας πλούσιας σε νοήματα και απαιτήσεις. Γι' αυτό και το κέντρο της πόλης δεν ανήκει στην αναψυχή του τουρίστα, στα συμφέροντα του εμπόρου ή στα καλέσματα των οργανώσεων: τους περιέχει όλους και τους ξεπερνάει όλους, αναγκάζοντάς τους τελικά να αναγνωρίσουν τις αλήθειες του άλλου.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.