ΠΡΙΝ ΚΑΛΑ-ΚΑΛΑ καταλάβουμε το μέγεθος της υγειονομικής κρίσης, πριν καν νιώσουμε τις επιπτώσεις της παράγωγης οικονομικής κρίσης, μάθαμε το μέλλον μας. Ευφάνταστοι συγγραφείς έσπευσαν να προτείνουν τα πρώτα δυστοπικά σενάρια για τη μετά την Covid-19 εποχή. Άλλοι διαβεβαίωσαν ότι τίποτα δεν θα είναι το ίδιο, με τη σιγουριά εκείνων που στη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 είχαν μεταμορφωθεί εν μια νυχτί σε θαυμαστές του Κέυνς, αλλά έναν χρόνο μετά ο κεϋνσιανισμός τους είχε εξανεμιστεί. Κάποιοι συμπέραναν ότι ο κορωνοϊός εξολόθρευσε τον λαϊκισμό και ότι αποκατέστησε την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς, και ειδικότερα στην επιστήμη.


Αναμφισβήτητα, η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών πειθάρχησε στις οδηγίες των επιδημιολόγων, λοιμωξιολόγων και άλλων επιστημόνων. Βοήθησαν και πολιτικοί σ' αυτό: «Μία αρχή καθοδηγεί τις ενέργειές μας... και αυτή είναι η εμπιστοσύνη στην επιστήμη» (Εμ. Μακρόν), παρομοίως «από την πρώτη στιγμή που χτύπησε αυτή η κρίση και την πατρίδα μας, πήρα προσωπικά την απόφαση να εμπιστευτώ τους κατεξοχήν ειδικούς, να ακούσω τις υποδείξεις τους» (Κυρ. Μητσοτάκης). Λίγοι τσαρλατάνοι που αποπειράθηκαν να μιλήσουν απομονώθηκαν εύκολα και γρήγορα. Επαληθεύοντας για μια προσέτι φορά το φαινόμενο Dunning-Kruger, επιστήμονες άσχετων ειδικοτήτων αυτοαναγορεύτηκαν σε ειδήμονες της Covid-19, αλλά ευτυχώς δεν πρόλαβαν να μολύνουν τη δημόσια σφαίρα με τον, κατά τον Φρανσουά Μπαλού, «επιστημονικό λαϊκισμό» τους.


Μπορούμε, λοιπόν, να πούμε με κάποια βεβαιότητα πως επετεύχθη μια νίκη κατά του λαϊκισμού και της αμφισβήτησης των θεσμών και των ειδημόνων. Ωστόσο, θεωρώ πρόωρο το συμπέρασμα ότι πρόκειται για οριστική επικράτηση. Η εμπιστοσύνη και η δυσπιστία προς την επιστήμη είναι εξελισσόμενες γνωσιακές στάσεις, διόλου ανεξάρτητες από τις τρέχουσες ιδεολογικο-πολιτικές αντιπαλότητες.

 

Ο ειδικός πρέπει να κερδίσει την εμπιστοσύνη, την οποία θα εξασφαλίσει όταν δεν αμφισβητούνται η επαγγελματική κατάρτιση και οι δεξιότητές του· η εντιμότητά του ότι θα ενεργήσει σύμφωνα με κανόνες αποδεκτούς από τον ευεργετούμενο· και η καλοβουλία του ότι θα λειτουργήσει προς όφελος του εμπιστευόμενου, και δεν θα τον εκμεταλλευτεί.


1.

Η συνεργασία και η επικοινωνία είναι κρίσιμοι παράγοντες για την ευημερία, ατομική και συλλογική, στις σύγχρονες κοινωνίες ακραίου καταμερισμού της εργασίας, η δε εμπιστοσύνη, με τη σειρά της, κεντρικής σημασίας για την επίτευξή τους. Όντως, η εμπιστοσύνη είναι οικειοθελής εξάρτηση κάποιου («εμπιστευόμενος») από κάποιον άλλον («ειδικός») που βασίζεται σε μια εικασία: οικειοθελής με την έννοια ότι ο εμπιστευόμενος έχει ευχέρεια επιλογών επειδή o ειδικός δεν τον ελέγχει, και επισφαλής διότι διατρέχει τον κίνδυνο ο ειδικός να μην ικανοποιήσει τις προσδοκίες του.


Ο ειδικός πρέπει να κερδίσει την εμπιστοσύνη, την οποία θα εξασφαλίσει όταν δεν αμφισβητούνται η επαγγελματική κατάρτιση και οι δεξιότητές του· η εντιμότητά του ότι θα ενεργήσει σύμφωνα με κανόνες αποδεκτούς από τον ευεργετούμενο· και η καλοβουλία του ότι θα λειτουργήσει προς όφελος του εμπιστευόμενου και δεν θα τον εκμεταλλευτεί. Τα προαπαιτούμενα αυτά δεν βρίσκονται μακριά από το τρίπτυχο φρόνησις/αρετή/εύνοια (αγαθότητα), το οποίο καθιστά τον ρήτορα πειστικό (Αριστοτέλης, Ρητορική 1378a).

 

Εμπιστευόμαστε έναν υδραυλικό να μας φτιάξει τα υδραυλικά λόγω της εμπειρίας και της εκπαίδευσής του, διότι αναγνωρίζουμε την τεχνογνωσία του στο συγκεκριμένο αντικείμενο, αλλά ουδέποτε θα τον εμπιστευτούμε να μας φτιάξει τα δόντια. Επειδή προφανώς ενδέχεται να κάνει λάθη ή/και να μας εκμεταλλευτεί, ρωτάμε να μάθουμε την αξιοπιστία του, απ' όπου και η αξία της φήμης του, του καλού του ονόματος. Η εναλλακτική δυνατότητα είναι η σύναψη σύμβασης, η οποία όμως αυξάνει πολύ το κόστος των διαπραγματεύσεων και της τήρησης των συμφωνηθέντων. Αν δεν δείχναμε εμπιστοσύνη στους ειδικούς, από τον ψυκτικό και τον ηλεκτρολόγο μέχρι τον οδοντίατρο και τον χειρουργό μας, οι κοινωνίες θα παρέμεναν πρακτικά στάσιμες.


Οξύμωρος ακούγεται ο ισχυρισμός ότι η εμπιστοσύνη είναι πλέον εκ των ων ουκ άνευ εντός της επιστήμης, η οποία εκ της φύσεως της δεν δέχεται αυθεντίες και αιώνιες αλήθειες, τα δε πορίσματά της αξιολογούνται από ομότιμους κριτές και άλλες επιστημονικές διαδικασίες. Ωστόσο, πρόκειται για τρέχουσα πρακτική, διότι όχι μόνο επιστήμονες ενός κλάδου δεν μπορούν να παρακολουθήσουν την εξέλιξη άλλου, αλλά και μέσα στον ίδιο τον κλάδο τους οι ειδικεύσεις έχουν πολλαπλασιαστεί ώστε ουδείς διαθέτει τη γνωσιακή ικανότητα να τις ελέγξει.

 

Ανακαλύψεις από ένα άτομο είναι πλέον σπάνιες, οι δε συνεργασίες ο κανόνας στις πειραματικές επιστήμες. Εξ ου και η συνεχής, εδώ και εβδομήντα χρόνια, αύξηση των επιστημονικών άρθρων με πολλούς συν-συγγραφείς. Το μέχρι σήμερα ρεκόρ κατέχει επιστημονικό άρθρο με 5.154 συγγραφείς, αποτέλεσμα της συνεργασίας τους στο CERN για τον προσδιορισμό της μάζας του μποζονίου του Χιγκς. Ακόμη και στα μαθηματικά αποδείχθηκε αναγκαία η συνεργασία, λόγου χάριν, στην επαλήθευση της απόδειξης της εικασίας του Ludwig Bieberbach. Η βάση της συνεργασίας είναι καταρχάς απλή: αν εμπιστεύομαι τον Α που ισχυρίζεται ότι ισχύει το Χ, τότε έχω λόγους να αποδεχτώ τον ισχυρισμό του.


Το είδαμε και στην πανδημία του SARS-CoV-2. Υποστηρίζοντας την τεκμηριωμένη ιατρική (evidence-based medicine), ο καθηγητής επιδημιολογίας Μαρκ Λίπσιτς θυμίζει ότι η επιδημιολογία συνθέτει πολλά επιστημονικά πεδία που χρησιμοποιούν διάφορα τεκμήρια, ότι κανείς δεν μπορεί να είναι ειδήμονας σε όλες αυτές τις ειδικότητες, και μάλιστα λίγοι μπορούν να είναι απλώς ενημερωμένοι σε όλες αυτές. Δεδομένου ότι ουδείς μπορεί να παρακολουθήσει τη ροή των πληροφοριών ακόμη και σε ένα πεδίο, δεν νοείται πλέον πρόοδος δίχως εξειδίκευση.

 

Ωστόσο, η εξειδίκευση δεν μπορεί να οδηγεί σε σέχτες, εν προκειμένω σε μια ομάδα επιστημόνων (αναφερόμενος στον καθηγητή Ioannidis) που δέχονται μόνον ορισμένα είδη τεκμηρίων και υποστηρίζουν άκαμπτα μια φιλοσοφία μη παρέμβασης στην πανδημία. Απεναντίας, η συνεργασία συναφών ειδικοτήτων είναι απαραίτητη και ευκταία, ένα είδος συλλογικής ευφυΐας, ιδίως σε καταστάσεις αβεβαιότητας που απαιτούν άμεσες λύσεις.

 

Αν θεωρείς βέβαιο ότι οι ελίτ βρίσκονται πίσω από τον SARS-CoV-2, εύκολα υιοθετείς την προτεινόμενη, φθηνή θεραπεία με υδροξυχλωροκίνη που δήθεν εναντιώνεται στα συμφέροντα των φαρμακευτικών εταιρειών.
Αν θεωρείς βέβαιο ότι οι ελίτ βρίσκονται πίσω από τον SARS-CoV-2, εύκολα υιοθετείς την προτεινόμενη, φθηνή θεραπεία με υδροξυχλωροκίνη που δήθεν εναντιώνεται στα συμφέροντα των φαρμακευτικών εταιρειών.


2.

Αν η εμπιστοσύνη είναι αναγκαία στη διεπιστημονική έρευνα, κατά μείζονα λόγο είναι για τους εκτός ενός επιστημονικού πεδίου μορφωμένους, τους λιγότερο μορφωμένους και τους αδαείς. Ο Αϊνστάιν είναι το αρχέτυπο του επιστήμονα που θα εμπιστευόταν καθένας. Αδιάφορος για την απόκτηση πλούτου και εξουσίας, αναμαλλιάρης και με παχύ μουστάκι, αντισυμβατικός αλλά σοβαρός, ήταν η μεγαλοφυΐα τη θεωρία του οποίου καταλάβαιναν μόνο τρεις στον κόσμο, όπως ακουγόταν μισοσοβαρά-μισοαστεία σε παρέες της εποχής — όταν κάποτε ρωτήθηκε ο Άρθουρ Έντινγκτον απάντησε χαριτολογώντας «αναρωτιέμαι ποιος είναι ο τρίτος». Πρότυπο του ανιδιοτελούς επιστήμονα με αποκλειστικό ενδιαφέρον του την αλήθεια και τη λύση των μυστηρίων του φυσικού κόσμου για το καλό της ανθρωπότητας, ο Αϊνστάιν υπήρξε ο σούπερσταρ επιστήμονας.

 

Υπήρξαν, βεβαίως, και πολλοί άλλοι κορυφαίοι επιστήμονες σε εκείνη την εποχή της αποθέωσης της «καθαρής επιστήμης», μερικοί από τους οποίους αποτυπώθηκαν στη διάσημη αναμνηστική φωτογραφία από το 5ο συνέδριο του Σολβέ το 1927. Ό,τι έγραφε ο Πωλ Βαλερύ (1924, Cahiers ΙΙ, 854) για το 1ο συνέδριο του Σολβέ (1911) ισχύει και με το παραπάνω: όλα «τα μεγάλα κεφάλια της Φυσικής», οι «υπερφυείς της διαλεκτικής» ήταν εκεί, ιεροφάντες μιας επιστήμης ανοικτής, διεθνιστικής, εστιασμένης στην ευημερία του ανθρώπου.


Δεν χρειάζονται εξωραϊσμοί. Δύο νομπελίστες χημικοί, ο Γερμανός Φριτς Χάμπερ και ο Γάλλος Βικτόρ Γκρινιάρ, κατασκεύασαν τα δηλητηριώδη αέρια στον επονομαζόμενο «πόλεμο των χημικών» Α΄ΠΠ, που έκανε τον Αντρέ Μαλρώ να πει ότι για πρώτη φορά καταγράφεται «αρνητική τιμή στο ισοζύγιο της επιστήμης». Καθηγητής στην Ιατρική σχολή του Χάρβαρντ ήταν ο Έντουαρντ Κλαρκ, που πρότεινε το 1873 την επί χρόνια δημοφιλή θεωρία ότι οι γυναίκες δεν πρέπει να σπουδάζουν στο πανεπιστήμιο, διότι επηρεάζεται αρνητικά η γονιμότητά τους. Επιστήμονες επίσης και στις δύο ακτές του Ατλαντικού θεράπευσαν την Ευγονική, που στο όνομά της διαπράχτηκαν αθλιότητες, και της εξασφάλισαν περίοπτη θέση σε πανεπιστήμια.

 

Παρά ταύτα, το κύρος της επιστήμης παραμένει αλώβητο. Πολλοί παρασιτούν προσθέτοντας το «επιστημονικός» σε ό,τι προτείνουν (επιστημονικός σοσιαλισμός, επιστημονικό μάνατζμεντ), μέχρι και ένα βραχύβιο κίνημα δημιουργήθηκε υπέρ της διακυβέρνησης των κρατών από τεχνοκράτες. Η δυσπιστία δεν αυξάνεται, παρά τον διογκούμενο εναγκαλισμό της επιστήμης από τον χιτλερισμό [Γερμανική (Άρια) Φυσική, ιπτάμενες βόμβες V2, πειράματα σε ανθρώπους] και τον σταλινισμό (υποθέσεις Λυσένκο, Βαβίλωφ), ασφαλώς και επειδή τα αίσχη τους έγιναν ευρέως γνωστά μετά το τέλος του πολέμου.


Το μοντέλο του Αϊνστάιν αποτέλεσε επίσης μια χρήσιμη ευρετική, με την οποία περιοριζόταν δραστικά οι γνωσιακές επεξεργασίες προκειμένου οι αδαείς να εμπιστευθούν ειδήμονες και το έργο τους, ένα μέτρο σύγκρισης που καθόριζε συμπάθειες και αντιπάθειες. Σύντομα, όμως, τα πράγματα θα αλλάξουν άρδην.


Το σημείο καμπής είναι η ατομική βόμβα στον επονομαζόμενο «πόλεμο των φυσικών» Β΄ΠΠ. Στη Χιροσίμα χάθηκε η αθωότητα της επιστήμης — «ο καθηγητής Αμβρόσιος ποτέ δεν κατάλαβε ότι [...] κουβάλησε μαζί του το πραγματικό κακό που ήθελε να καταστρέψει. Χάρη σ' αυτόν, τούτο το κακό τελικά μπόρεσε να εξαπλωθεί στον κόσμο» (Ρομάν Πολάνσκι, Η νύχτα των βρικολάκων, 1967).

 

Επιπλέον, το Πρόγραμμα Μανχάταν, που κατέληξε στην κατασκευή της πρώτης ατομικής βόμβας, αποτελεί το έως τότε σημαντικότερο –από άποψη κόστους, πολυπλοκότητας, αριθμού εμπλεκομένων προσώπων (πυρηνικοί φυσικοί, μηχανικοί, εργαζόμενοι, στρατιωτικοί)– πρόγραμμα εφαρμοσμένης έρευνας χρηματοδοτημένο από δημόσιους πόρους. Αρκετές δεκαετίες μετά το πρώτο εργαστήριο βιομηχανικής έρευνας του Τόμας Έντισον στο Menlo Park, τον 19ο αιώνα, το Πρόγραμμα Μανχάταν εγκαινιάζει την οργανωμένη δημόσια χρηματοδότηση της έρευνας γενικά και της έρευνας για αμυντικούς σκοπούς ειδικά.

 

Το Πρόγραμμα Μανχάταν, που κατέληξε στην κατασκευή της πρώτης ατομικής βόμβας, αποτελεί το έως τότε σημαντικότερο –από άποψη κόστους, πολυπλοκότητας, αριθμού εμπλεκομένων προσώπων (πυρηνικοί φυσικοί, μηχανικοί, εργαζόμενοι, στρατιωτικοί)– πρόγραμμα εφαρμοσμένης έρευνας χρηματοδοτημένο από δημόσιους πόρους.
Το Πρόγραμμα Μανχάταν, που κατέληξε στην κατασκευή της πρώτης ατομικής βόμβας, αποτελεί το έως τότε σημαντικότερο –από άποψη κόστους, πολυπλοκότητας, αριθμού εμπλεκομένων προσώπων (πυρηνικοί φυσικοί, μηχανικοί, εργαζόμενοι, στρατιωτικοί)– πρόγραμμα εφαρμοσμένης έρευνας χρηματοδοτημένο από δημόσιους πόρους.


Επιστήμη και τεχνολογία δεν ταυτίζονται μεν, αλλά το μέγεθος, η πολυπλοκότητα και η εκλέπτυνση των σύγχρονων τεχνολογικών συστημάτων βασίζεται πλέον στην επιστημονική γνώση, εξ ου και η μείξη τους στον όρο τεχνοεπιστήμη. Αν τον 19ο αιώνα προηγούνται συνήθως οι εφαρμογές και ακολουθούν οι θεωρητικές ερμηνείες, η σχέση αυτή κατά κανόνα αντιστρέφεται, τα δε όρια μεταξύ επιστήμης και τεχνολογίας καθίστανται δυσδιάκριτα, όπως στο αγαπημένο στη Σούζαν Λιντ παράδειγμα του κατεψυγμένου αρακά.

 

Επιπλέον, η ερευνητική δραστηριότητα επαγγελματοποιείται –ο όρος savant (γνώστης, σοφός) περιθωριοποιείται, αν δεν εξαφανίζεται, παραχωρώντας τη θέση του στον επιστήμονα και ερευνητή–, και όχι σπάνια υπηρετεί την καταστροφή και τον θάνατο σε συνθήκες άκρας μυστικότητας, αρχής γενομένης από τον Ψυχρό Πόλεμο σε ΗΠΑ και ΕΣΣΔ (πυρηνικά και βιολογικά όπλα, ανακριτικές μέθοδοι βάσει ψυχολογικών μεθόδων, κ.ά.). Ό,τι ήταν αυτονόητο, πρέπει πλέον να τεκμηριώνεται: η ηθική υπόσταση και η εξυπηρέτηση αποδεκτών κοινωνικά στόχων πρέπει να αποδεικνύονται, όπως σε όλα τα επαγγέλματα, πόσο μάλλον όταν διαβάζεις τέτοιες κυνικές δηλώσεις: «Δεν με νοιάζει αν δουλεύω για τον θείο Σαμ ή τον θείο Ιωσήφ (Στάλιν), ενόσω αυτός είναι πλούσιος θείος» (Βέρνερ φον Μπράουν).

 

Στα επόμενα χρόνια, η δυσπιστία προς τους ερευνητές επεκτείνεται στην ίδια την επιστήμη. Η πεποίθηση ότι, σε αντίθεση με τις δογματικές αλήθειες, η επιστήμη παράγει θετική, αξιόπιστη γνώση χάρη στη μέθοδό της τίθεται υπό αίρεση, ξεκινώντας από την αρχή της διαψευσιμότητας του Καρλ Πόππερ και φθάνοντας μέχρι το «anything goes» του Πωλ Φεγιεράμπεντ. Σε ποια βάση θα στηριχθεί εκ των προτέρων η εμπιστοσύνη στην επιστήμη, όταν καμία μέθοδος δεν διασφαλίζει άφθαρτες επιστημονικές αλήθειες, όταν δεν είναι σε θέση να παράγει αντικειμενική, αξιόπιστη γνώση; Ένας αντιεμβολιαστής θα ακούσει πολύ ευχάριστα το επιχείρημα, «αφού η Ευγονική αποδείχθηκε εσφαλμένη, γιατί δεν θα γίνει το ίδιο με τα εμβόλια;». Ο σχετικισμός και ο νιχιλισμός είναι δίδυμα αδέλφια.


Πάντως, το σημαντικότερο πλήγμα που υπονόμευσε την εμπιστοσύνη στην τεχνοεπιστήμη ήταν οι τεχνολογικές καταστροφές (Three Mile Island, Σεβέζο, Τσέρνομπιλ, κ.λπ.), υγειονομικές κρίσεις (π.χ. το σκάνδαλο της θαλιδομίδης που εξόργισε τους πολίτες στις αρχές της δεκαετίας του ΄60) και κυρίως η περιβαλλοντική κρίση. Η αλλαγή στις απόψεις είναι παραδειγματική: η τεχνοεπιστήμη ασφαλώς κάνει καλύτερη τη ζωή μας, αλλά συγχρόνως προκαλεί και σοβαρά προβλήματα, τα οποία μάλιστα καλείται η ίδια να επιλύσει. Έκτοτε θα διαγωνίζονται οι τεχνοφοβικοί και οι τεχνολάγνοι ποιοι είναι οι πιο αφελείς...

 

Το παράδοξο είναι ότι το κακό ανακαλύπτεται με νέες βελτιωμένες εργαστηριακές τεχνολογίες. Όπως ισχυρίστηκε κάποτε ο Όσκαρ Ουάιλντ, δεν υπήρχε ομίχλη πάνω από τον Τάμεση, μέχρις ότου ο Τέρνερ, ζωγραφίζοντάς την, την αποκαλύψει στους Λονδρέζους. Χρειάστηκε να υπάρξουν αυτές οι τεχνικές, και η θαρραλέα βιολόγος και ταλαντούχα συγγραφέας της «Σιωπηλής Άνοιξης», Κάρσον Ρέιτσελ, για να μάθουμε ότι το ευεργετικό παρασιτοκτόνο DDT δεν ήταν και τόσο ευεργετικό.


Η στρατηγική του θιγόμενου επιχειρηματικού κλάδου είναι φανερή και εν πολλοίς ανέντιμη. Πρώτα επιχειρείται η αποδόμηση του επιστήμονα — η βιομηχανία φυτοφαρμάκων επιχείρησε να παρουσιάσει τη Ρέιτσελ ως υστερική γυναίκα. Κατόπιν, κινητοποιούνται επιστήμονες εγνωσμένου κύρους, χρηματοδοτούμενοι γενναία από επιχειρήσεις που θίγονται τα συμφέροντά τους. Αυτοί οι Έμποροι της Αμφιβολίας επιδιώκουν το θέμα να κρατηθεί σε εκκρεμότητα, ούτως ώστε να αποφευχθεί η οποιαδήποτε ρύθμιση.

 

Παράλληλα, «ιδεολογικοί επιχειρηματίες» αναλαμβάνουν να υποστηρίξουν τις αμφισημίες στις δημόσιες διαμάχες, στην προκειμένη περίπτωση συντηρητικοί και ελευθεριακοί (American Enterprise Institute, Cato Institute), οι οποίοι συνέχισαν τις επιθέσεις επί δεκαετίες μετά την απαγόρευση του DDT από την αμερικανική κυβέρνηση. Οι επιστημονικές διαφωνίες περνούν σε δεύτερο επίπεδο, πολιτικές σκοπιμότητες και κυρίως οικονομικά συμφέροντα έχουν το πάνω χέρι. Η ακαταμάχητη ρήση «το συμπέρασμα πρέπει να είναι αυτό, ας κάνουμε μια μελέτη να το αποδείξουμε» υπήρξε και παραμένει σαγηνευτική, όπως μάθαμε πολύ πρόσφατα.

 

Επιστήμονες εναντίον επιστημόνων με θεατές τους αμήχανους πολίτες. Αυτό θέτει ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα. Ποιους θα εμπιστευθεί κάποιος αδαής, όταν οι αντιμαχόμενες πλευρές περιλαμβάνουν ειδικούς υψηλού επιπέδου; Ποιον να πιστέψει, ποιος ψεύδεται;

 

Σε πολλές περιπτώσεις οι ευρετικές Cui bono και follow the money αρκούν για να σχηματιστεί άποψη περί της επιστημονικής αξιοπιστίας των εμπλεκομένων. Σε άλλες, τα πράγματα περιπλέκονται, διότι υπεισέρχονται πολιτικές και ιδεολογικές σκοπιμότητες, ακόμη και ηθικές αξίες. Επιστήμονες υψηλού κύρους είναι και οι Σουηδοί και οι Άγγλοι της Scientific Advisory Group for Emergencies (SAGE) που εισηγήθηκαν την ανοσία της αγέλης, το δε επιχείρημα ότι θα κριθεί εκ του αποτελέσματος προφανώς δεν αποτελούσε κριτήριο αξιολόγησής της.


Ο ανταγωνισμός που φέρνει η επαγγελματοποίηση έχει παρενέργειες. Ήσσονος μεν σημασίας, αλλά αρκετή για τη διασπορά αμφιβολιών όσον αφορά την ακεραιότητα των ερευνητών είναι η ανάρμοστη συμπεριφορά, που εκτείνεται από τη λογοκλοπή μέχρι το «μαγείρεμα» των δεδομένων και την παραποίηση πειραματικών αποτελεσμάτων. Υπάρχουν κραυγαλέα παραδείγματα επιστημόνων των οποίων αποσύρθηκαν δεκάδες δημοσιεύσεις. Η επιστημονική κοινότητα προσπαθεί να αυτοπροστατευθεί με κώδικες δεοντολογίας και πλατφόρμες μέσω των οποίων κρίνονται δημοσιευμένες εργασίες, που έχουν μεν συντελέσει στον περιορισμό του φαινομένου, αλλά δεν το έχουν εξαφανίσει.

 

Εύλογα, πρέπει να αναμένονται παρόμοια φαινόμενα σε καταστάσεις, όπως της Covid-19, στις οποίες χαλαρώνουν τα πρότυπα αξιολόγησης των επιστημονικών εργασιών, εξαιτίας της ανάγκης να δοθούν απαντήσεις σε πιεστικά ερωτήματα και της ασκούμενης από το κοινό πίεσης να ενημερωθεί.


Στις 16 Μαρτίου 2020 υποβλήθηκε άρθρο στην International Journal of Antimicrobial Agents, το οποίο δημοσιεύτηκε την επόμενη. Πέραν της εξωφρενικής ταχύτητας στη (μη) κρίση του, είναι αξιοπερίεργο ότι οι συγγραφείς του ούτε αποδέχθηκαν προσκλήσεις να μιλήσουν δημοσίως ούτε καν καταδέχθηκαν να απαντήσουν σε επιστημονικές κριτικές. Αλλά ήταν το σωστό τάιμινγκ που δεν έπρεπε να χαθεί.

 

Το άρθρο υποστήριζε ότι η υδροξυχλωροκίνη μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία της Covid-19. Αστραπιαία, ο επικεφαλής της έρευνας Ντιντιέ Ραούλ αναδείχθηκε σε δημοφιλή προσωπικότητα, ιδίως στα πολιτικά άκρα, ένας «Ρομπέν των Δασών της ιατρικής», πολέμιος των ελίτ της ιατρικής και των φαρμακευτικών εταιρειών – ποδοσφαιρικός σύνδεσμος μάλιστα της Μασσαλίας ανάρτησε υποστηρικτικό πανό σε γήπεδο.

 

Σε δυο-τρεις μέρες, η προτεινόμενη «θεραπεία» πέρασε τον Ατλαντικό και υιοθετήθηκε ασμένως από τον Ντ. Τραμπ, παρά τις αντιρρήσεις κορυφαίων επιστημόνων, του Άντονι Φάουτσι συμπεριλαμβανομένου. Τελικώς, οι αντιδράσεις στη Γαλλία καταλάγιασαν αρκετά, όταν η υδροξυχλωροκίνη εντάχθηκε στους κλινικούς ελέγχους του προγράμματος Discovery που θα αξιολογήσει προταθείσες θεραπευτικές αγωγές αναχαίτισης της Covid-19. [Πληροφορίες για την ενδιαφέρουσα αυτή περίπτωση εδώ, εδώ, εδώ, εδώ, εδώ και εδώ.]


3.

Η εμπιστοσύνη στην επιστήμη θα αποκατασταθεί συνολικά μόνον αν ηττηθεί ο τραμπισμός τον επόμενο Νοέμβριο.
Η εμπιστοσύνη στην επιστήμη θα αποκατασταθεί συνολικά μόνον αν ηττηθεί ο τραμπισμός τον επόμενο Νοέμβριο.

 

Έχουν γίνει πολλές δημοσκοπήσεις σχετικά με την επιστήμη στις δύο ακτές του Ατλαντικού. Όσον αφορά τη γενική τους εκτίμηση για την επιστήμη, οι ερωτηθέντες με υψηλά ποσοστά της τάξεως του 80% έχουν θετική άποψη γενικά και, παρομοίως στην Ελλάδα, το 85% δηλώνει ότι εμπιστεύεται τους επιστήμονες/τεχνοκράτες. Πάντως, τα ποσοστά αυτά μειώνονται όταν η έρευνα χρηματοδοτείται από ιδιωτικές εταιρείες, εξαιτίας της όχι πάντα αδικαιολόγητης καχυποψίας ότι εξυπηρετεί συμφέροντά τους.


Η εικόνα αλλάζει, όμως, όταν πρόκειται για επιμέρους ζητήματα (κλιματική αλλαγή, εμβολιασμός, γενετικά τροποποιημένες τροφές, πυρηνική ενέργεια), τα οποία αποτελούν αντικείμενο διαμαχών στα μέσα ενημέρωσης και τα κοινωνικά δίκτυα. Μια εύλογη εξήγηση είναι ότι η απόρριψη μιας πρότασης αποδεκτής από την επιστημονική κοινότητα λίγο εξαρτάται από την ουσία των επιχειρημάτων, και ότι σε έναν αδαή μετρούν καταλυτικά τα προσωπικά του συμφέροντα ή/και οι ιδεολογικο-πολιτικές πεποιθήσεις, και προκαταλήψεις του.


Η τάση αυτή ενδυναμώνεται περαιτέρω από μηχανισμούς αυτοενίσχυσης εντός σχετικά συγκροτημένων ομάδων. Τα άτομα τείνουν να δυσπιστούν σε τεκμήρια που προέρχονται από όσους δεν υιοθετούν τις απόψεις τους και εμπιστεύονται μόνον άτομα με συγγενικών πεποιθήσεων. Το αποτέλεσμα είναι ισχυρή πόλωση και μηδαμινή επικοινωνία μεταξύ ομάδων με διαφορετικές απόψεις. Αν θεωρείς βέβαιο ότι οι ελίτ βρίσκονται πίσω από τον SARS-CoV-2, εύκολα υιοθετείς την προτεινόμενη, φθηνή θεραπεία με υδροξυχλωροκίνη που δήθεν εναντιώνεται στα συμφέροντα των φαρμακευτικών εταιρειών. Και φυσικά αυτοεπιβεβαιώνεσαι, όταν λαμπροί κατά τα άλλα λοιμωξιολόγοι απενοχοποιούν προκλητικά τη Θεία Κοινωνία ως μέσο μετάδοσης του ιού.


Δεν υπάρχουν επιστημονικά θέσφατα. Η τεχνοεπιστήμη διαθέτει τους γνωσιακούς πόρους να αντέξει οποιονδήποτε δημόσιο διάλογο προκειμένου να άρει δυσπισπίες και προκαταλήψεις. Αντίθετα προς κάποιους εξοργιστικά τεχνολάγνους και αλαζόνες επιστήμονες, που αγνοούν ή παριστάνουν ότι αγνοούν το θεσμοποιημένο εδώ και δεκαετίες technology assessment, μπορεί και πρέπει να συζητάει για όλα τα θέματα, από τον εμβολιασμό μέχρι το 5G. Αλλά δεν είναι αυτό το μείζον ζήτημα.


Είναι η πόλωση και η στεγανοποίηση ομάδων που καθιστούν, τουλάχιστον σε μένα, προβληματική την άποψη ότι η επιστήμη κέρδισε τον πόλεμο. Η αντιπαράθεση με την επιστήμη βρίσκεται στον πυρήνα του προγράμματος των λαϊκιστών, η δε επίθεση στην επιστημονική ελίτ αποτελεί μέρος της γενικής τους επίθεσης εναντίον των «διεφθαρμένων» ελίτ. Υποχώρησή τους στο μέτωπο αυτό είναι σαν να απεμπολούν τον ίδιο τους τον εαυτό. Συνεπώς, η επάνοδος στη λεγόμενη κανονικότητα θα φέρει στην επιφάνεια προϋπάρχουσες πολώσεις, οι οποίες θα ενταθούν και θα ενταχθούν στις αντιπαραθέσεις για την οικονομική κρίση. Σημειωτέον, οι εκτιμήσεις αυτές ελάχιστα αφορούν τη χώρα μας, στην οποία το σύνολο σχεδόν των πολιτικών δυνάμεων τάχθηκε υπέρ της διαχείρισης της υγειονομικής κρίσης από τους ειδικούς.

 

Κρίσιμης σημασίας θα είναι οι εξελίξεις στις ΗΠΑ, λόγω της παγκόσμιας εμβέλειας των εκεί πολιτικο-ιδεολογικών διεργασιών. Υπό την πίεση της προσεχούς προεδρικής εκλογής, ο Ντ. Τραμπ, του οποίου η μακρόχρονη περιφρόνηση προς την επιστήμη δεν έπαψε να εκδηλώνεται σε όλη τη διάρκεια της Covid-19, έδωσε το σήμα για μετωπική σύγκρουση με τους αντιπάλους του εν μέσω πανδημίας. Το άλλοτε περήφανο για τους εξαίρετους συντηρητικούς διανοούμενους κόμμα του υιοθέτησε ασυζητητί τον αντιεπιστημονικό λαϊκισμό του Τραμπ, και ακροδεξιοί υποστηρικτές του ξεχύθηκαν στους δρόμους προκειμένου να κεφαλοποιήσουν την πανδημία με συνθήματα του τύπου «ιατρικός στρατιωτικός νόμος».

 

Αυτή είναι η τελική μου εκτίμηση: η εμπιστοσύνη στην επιστήμη θα αποκατασταθεί συνολικά μόνον αν ηττηθεί ο τραμπισμός τον επόμενο Νοέμβριο.