Η δίκη των βιαστών και δολοφόνων της Ελένης Τοπαλούδη άγγιξε συναισθηματικά μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων. Άγγιξε κυρίως όλους αυτούς που είδαν τις έμφυλες και σεξουαλικές βιαιότητες να θεριεύουν τα τελευταία χρόνια. Τόσο η σαδιστική και ασύμμετρη βία στο κουλουριασμένο σώμα του Ζακ Κωστόπουλου όσο και οι μαχαιριές στο νεαρό σώμα του Βαγγέλη Γιακουμάκη έμειναν ατιμώρητες. Η λίστα των θυμάτων της έμφυλης, ομοφοβικής και τρανσφοβικής βίας είναι μεγάλη.

 

Στην περίπτωση των δολοφόνων της Τοπαλούδη, προς μεγάλη μας ανακούφιση, ακούσαμε μια εκπρόσωπο της Δικαιοσύνης να αντανακλά στον λόγο της τη συντριβή μας, την οργή μας και τη δίψα μας για απονομή δικαιοσύνης. Να θέτει το μαχαίρι στο κόκκαλο του δικαστικού συστήματος και να ξεγυμνώνει τη σεξιστική κουλτούρα της ελληνικής κοινωνίας από έδρας λέγοντας πως «ακόμη το 2020 για κάποιους η γυναίκα αντιμετωπίζεται ως τίποτα».


Η Αριστοτελεία Δόγκα, με αυτό το ασυνήθιστο όνομα, προκαλεί μια ασυνήθιστη αντίδραση: να παρακολουθήσουμε τα πρακτικά μιας δίκης και να αναγνωρίσουμε τον πόνο και την αγανάκτησή μας στην εισαγγελική αγόρευση. Με το βάρος του θεσμικού λόγου και τους συμβολισμούς που απορρέουν από αυτόν, η εισαγγελέας ζήτησε, σε τελική ανάλυση, όχι μόνο την καταδίκη των κατηγορουμένων, αλλά την καταδίκη των πολιτισμικών παραδοχών που οπλίζουν το χέρι τους: του σεξισμού και της πατριαρχίας.

 

Η υπόθεση αυτή είναι ευκαιρία να τεθεί η παράμετρος του φύλου στη δικαιοσύνη πιο επιτακτικά από ποτέ. Στην εκπαίδευση των νομικών επιστημόνων, αλλά και των δικαστικών. Η κ. Δόγκα λειτούργησε ως εκφραστής της αυτονόητης απαίτησης όλων μας να τιμωρείται υποδειγματικά η έμφυλη, ομοφοβική και τρανσφοβική βία.


Φυσικά διαφωνίες μπορούν να διατυπωθούν. Όχι βέβαια για τον συναισθηματισμό που επέτρεψε στον εαυτό της ασχολούμενη με αυτή τη συγκλονιστική υπόθεση, αλλά για την αναφορά της στην «αγνότητα» της Ελένης. Το ίδιο ειδεχθής θα παρέμενε η πράξη των καταδικασμένων αν βίαζαν και έπνιγαν μια εργάτρια του σεξ ή μια γυναίκα που συμμετείχε σε ομαδικό σεξ. Το «σεξουαλικό ιστορικό» δεν είναι σε καμία περίπτωση παράγοντας που νομιμοποιεί ή απονομιμοποιεί τη βία που έχει ως υπόβαθρο το φύλο ή τη σεξουαλικότητα.

 

Η εισαγγελέας διένυσε μια μεγάλη απόσταση για να διαφοροποιηθεί από τους προκατόχους της. Ας μη την εκλαμβάνουμε ως αυτονόητη. Στην όχι τόσο μακρινή δεκαετία του 1980 εισαγγελείς υπερασπίζονταν τους βιαστές και αγνοούσαν, ταπείνωναν και επαναθυματοποιούσαν τις γυναίκες. Ένα δείγμα της διάχυτης κουλτούρας σεξισμού που πότιζε τις δικαστικές αίθουσες μας παραθέτει η Καίτη Παπαρρήγα Κωσταβάρα στο βιβλίο της «Βιασμός: το έγκλημα, η δίκη, ο νόμος και οι κοινωνικές αντιλήψεις».

 

Ερωτήσεις για τα ρούχα της βιασμένης γυναίκας, για την απόφασή της να πάει μόνη της στην παραλία, για το πώς βιοπορίζεται. Οι εισαγγελείς σε διάσημες δίκες βιαστών εξέφραζαν την πατριαρχική κουλτούρα.

 

Στη δίκη της 20ής Οκτωβρίου 1984, στο Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο Καρδίτσας, ο εισαγγελέας, σύμφωνα με τη συγγραφέα (σελ. 56 – 57) «επέμενε στο γεγονός ότι ο βιασμός είναι ένα φαινόμενο που υπήρχε πάντοτε, υπάρχει σήμερα και θα εξακολουθήσει να υπάρχει πάντοτε. Δεν είναι δυνατόν να εξαφανιστεί. Η βία είναι στοιχείο της ζωής μας, μια ανθρώπινη δραστηριότητα χωρίς την οποία δεν μπορούμε να επιβιώσουμε». Απευθυνόμενος στους ενόρκους είπε: «Καλείσθε να κρίνετε ανάμεσα στην τιμή μιας Γερμανίδας και στην ελευθερία ενός Έλληνα». Και ακόμα: «Σήμερα θα κριθεί η κοινωνική ανέλιξη και η θέση της γυναίκας. Γιατί, από τον καιρό που η γυναίκα εγκατάλειψε το βασίλειό της, ο κόσμος γέμισε από ψυχιατρεία».


Εγώ προσωπικά, λοιπόν, θεωρώ δημοκρατική κατάκτηση την κοφτή και σταθερή καταδίκη της έμφυλης βίας από την εισαγγελέα. Δείχνει τις αποκρυσταλλώσεις –εύθραυστες και αναστρέψιμες δυστυχώς– που έχουν πραγματοποιηθεί υπό την πίεση των φεμινιστικών κινημάτων.


Είναι βαθιά κατάκτηση οι εισαγγελείς να μην ενοχοποιούν το θύμα μέσα από τον ηθικό του θάνατο, να μη στέκονται με καχυποψία απέναντι στην έμφυλη βία, να μη στηρίζουν τις αποφάσεις του σε παραδοχές για τη «φυσικότητα» της έμφυλης βίας, τη διάκριση ανάμεσα σε ιδωτικό και δημόσια χώρο, την πρόσληψη της γυναίκας ως αρχέγονου πειρασμού.


Η υπόθεση αυτή είναι ευκαιρία να τεθεί η παράμετρος του φύλου στη δικαιοσύνη πιο επιτακτικά από ποτέ. Στην εκπαίδευση των νομικών επιστημόνων, αλλά και των δικαστικών. Η κ. Δόγκα λειτούργησε ως εκφραστής της αυτονόητης απαίτησης όλων μας να τιμωρείται υποδειγματικά η έμφυλη, ομοφοβική και τρανσφοβική βία.


Στο μεταξύ περιμένουμε την απονομή δικαιοσύνης για την υπόθεση Ζακ, την ένταξη της σεξουαλικής αγωγής στα σχολεία και σοβαρές δράσεις για τον ομοφοβικό και τρανσφοβικό σχολικό εκφοβισμό.

 

________________________ 

1. «Διεφθαρμένη»: Έτσι χαρακτήρισε ο εισαγγελέας τη Γερμανίδα που κατήγγειλε τον βιασμό της σε δίκη του 1984, βλ. Καίτη Παπαρρήγα Κωσταβάρα, ο.π.

2. «Φτιάξατε ένα κόσμημα. Αυτή είναι το δώρο της ζωής (σ.σ. η Ελένη Τοπαλούδη), αυτοί είναι η κατάρα της ζωής τους»: Φράση από την αγόρευση της εισαγγελέως Αριστοτελείας Δόγκα.