Η ΑΘΗΝΑ ΕΓΙΝΕ
πρωτεύουσα της Ελλάδας το 1834. Δεν θα μπορούσε να είχε γίνει νωρίτερα. Και τούτο γιατί, ενώ η Ελλάδα είχε αναγνωριστεί ως ανεξάρτητο κράτος το 1830 και τα σύνορά της είχαν οριστεί, με διεθνή συνθήκη, στη γραμμή Παγασητικού-Αμβρακικού το 1832, οι Οθωμανοί παρέμεναν πεισματικά στην πόλη μέχρι το 1833. Ήταν το ύστατο σημείο και η τελευταία πόλη που εγκατέλειψαν, μια και γνώριζαν το ειδικό βάρος που, λόγω της αρχαίας Ιστορίας της, αυτή είχε για την Ευρώπη ολόκληρη. Την Ευρώπη που τόσο είχε συμβάλει στο να αναγκαστούν να χάσουν τη νότια αυτή απόληξη της Βαλκανικής, στην οποία είχαν κυριαρχήσει για σχεδόν τετρακόσια χρόνια.


Με τον ορισμό της Αθήνας ως πρωτεύουσας, η δημογραφική της εικόνα άρχισε σταθερά ν' αλλάζει και ο πληθυσμός της να αυξάνεται, το ίδιο όπως και ο δομημένος ιστός της. Μέχρι τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, το μέγεθός της ήταν φιλικό, με γειτονιές σπαρμένες στο κέντρο και γύρω από τους λόφους που περιβάλλουν τον αρχαίο της ομφαλό, την Ακρόπολη. Η εκτίναξη του πληθυσμού της έγινε μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και, ιδιαιτέρως, μετά τον Εμφύλιο. Τότε, στις δεκαετίες του 1950-1960 και μετά, χιλιάδες κάτοικοι της υπαίθρου ήρθαν εδώ για να βρουν στέγη, ασφάλεια, ανωνυμία και δουλειά. Είχαν αφήσει τους ορεινούς τους τόπους, τα νησιά τους, τα πεδινά χωριά τους, για μια πόλη που γιγαντωνόταν με γοργούς ρυθμούς, παρασύροντάς τους σε έναν τρόπο ζωής όλο και περισσότερο πιεστικό, όλο και περισσότερο απαιτητικό, όλο και πιο απρόσωπο, όλο και πιο δαιμονιώδη. Σε μια πόλη που οι περισσότεροι δεν αγάπησαν, γιατί η καρδιά τους παρέμενε δοσμένη στον μικρό τόπο καταγωγής τους. Εκεί όπου όλα ήταν συγκεντρωμένα γύρω από κοντινές εστίες: σπίτι, γειτονιά, ενορία – αγκαλιές οικογενειακές, αγκαλιές φιλικές, αγκαλιές της απτής, δικής σου γενέτειρας φύσης. Αυτό γύρευε η καρδιά σου, αυτήν τη μήτρα αναζητούσες και προς αυτήν λαχταρούσες να πας όποτε η δουλειά στην πολύβουη πόλη σού το επέτρεπε.

 

Με τρόπο μαγικό, το χωριό, στο οποίο απαγορευόταν λόγω καραντίνας να βρεθείς, είχε έμμεσα φέρει κάποια στοιχεία του σ' εσένα, τον εν άστει έγκλειστο. Πόλη και χωριό είχαν αναμειχθεί κατά τρόπο αλλόκοτο. Και, τελικά, νοσταλγικό.


Και να που ένας ιός από την Κίνα ήρθε να τα αλλάξει όλα. Χωρίς καν να προλάβεις να καταλάβεις πώς, βρέθηκες να είσαι δεμένος στο διαμέρισμά σου, σε κάποια γωνιά της μεγαλούπολης. Μαζί με τους δικούς σου. Αυτούς με τους οποίους, μόλις πριν από λίγο, διασταυρωνόσουν, στην πραγματικότητα, αραιά και πού, ανταλλάσσοντας γρήγορες φράσεις και περιληπτικές πληροφορίες. Τώρα, μέσα σε κλίμα κινδύνου και ανησυχίας, το διαμέρισμά σου έγινε, απ' τη μια στιγμή στην άλλη, φωλιά και αποκλειστικό καταφύγιο, και οι δικοί σου εκείνοι με τους οποίους θα πορευόσασταν τις δυσκολίες και τις ανασφάλειες της έκτακτης περιόδου. Από τις συντεταγμένες της μεγαλούπολης βρέθηκες στην κουζίνα και στο σαλόνι σου. Από το μετρό και το αυτοκίνητο, ανάμεσα στο πρώτο και στο δεύτερο υπνοδωμάτιο.

 

Ο κόσμος σου ήρθε και κούμπωσε στον πεπερασμένο χώρο και η αγκαλιά των δικών σου αποδείχτηκε πως ήταν –πάντα ήταν, αλλά πριν δεν προλάβαινες να το δεις– ζεστή και κοντινή. Το πρωινό, μεσημεριανό και βραδινό τραπέζι έγινε χώρος συζήτησης και επανεύρεσης, οι γλάστρες στο μπαλκόνι το κομμάτι φύσης που σου ζητούσε το μικρό του ξεβοτάνιασμα και το πότισμα. Με τρόπο μαγικό, το χωριό, στο οποίο απαγορευόταν λόγω καραντίνας να βρεθείς, είχε έμμεσα φέρει κάποια στοιχεία του σ' εσένα, τον εν άστει έγκλειστο. Πόλη και χωριό είχαν αναμειχθεί κατά τρόπο αλλόκοτο. Και, τελικά, νοσταλγικό. Σαν επανανακάλυψη παλιών συντεταγμένων ζωής, παλιών προτεραιοτήτων, παλιών αισθημάτων και αξιών.


Για να γίνει το πράγμα πιο νοσταλγικό, ο επιστήμονας που επελέγη να σου δίνει καθημερινά πληροφορίες σχετικά με την πανδημία και να σε καθοδηγεί στα της επιβίωσης δεν είχε κανένα από τα χαρακτηριστικά αυτάρεσκου, απόμακρου και επηρμένου ακαδημαϊκού της μεγάλης πόλης. Σεμνός, απλός, μετρημένος, ζεστός, ουσιαστικός, είχε τη σοφία του νηφάλιου, την αυθεντικότητα του αισθαντικού. Κάτι σαν το γάργαρο νερό στην πλατεία του χωριού. Κάτι σαν τον καθαρό αέρα στην πλαγιά του βουνού. Κάτι σαν τις παλιές αρετές που, ασυνείδητα, λαχταρούσες να ξαναβρείς.


Ανέλπιστα κέρδη μέσα από ανέλπιστες διαδρομές. Σε μια γωνιά του σπιτιού μας. Σε μια γωνιά του μυαλού μας. Στη νέα μας σχέση με την πόλη μας, τους εαυτούς μας, τους δικούς μας. Στη νέα μας σχέση με την κοινωνία μας, που, τώρα πια, αγαπάμε, νοιαζόμαστε, πονάμε και σεβόμαστε πιο πολύ.

 

* Η Μαρία Δ. Ευθυμίου είναι καθηγήτρια Ιστορίας - Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και συγγραφέας

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LifO