ΤON MAH TOY 2019, πριν από ακριβώς έναν χρόνο, εγώ, η Κωνσταντίνα Ζάνου, που γεννήθηκα στον προσφυγικό συνοικισμό Κόκκινες στη Λάρνακα της Κύπρου και μου έτυχε το λαχείο σε αυτήν τη ζωή να γίνω καθηγήτρια Ιταλικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης, τελείωσα την ακαδημαϊκή μου χρονιά και ετοίμασα τις βαλίτσες μου για έναν χρόνο μεγάλης κινητικότητας που απλωνόταν μπροστά μου. Πολλά πράγματα στις βαλίτσες. Ρούχα και παπούτσια ανοιξιάτικα, καλοκαιρινά, για κάθε περίσταση: διδασκαλία, διάλεξη, βόλτα, γυμναστική, κολύμπι, βραδινή έξοδο. Βιβλία έρευνας, βιβλία διδασκαλίας, βιβλία αναψυχής, δύο λάπτοπ, ένα kindle, καλώδια όλων των ειδών, κάρτες διαφόρων χωρών (τραπεζικές, βιβλιοθήκης, πανεπιστημίου, υγείας, μέσων μαζικής μεταφοράς, κινητών τηλεφώνων), φάρμακα για κάθε περίσταση, διαβατήριο, ταυτότητα και green card, κλειδιά σπιτιών, γραπτά φοιτητών που δεν είχα προλάβει να διορθώσω. Κάπου είχα διαβάσει ότι, όταν είσαι εν κινήσει, η βαλίτσα είναι η πατρίδα σου – για όσους ανθρώπους, βέβαια, έχουν την τύχη να ταξιδεύουν.


Πρώτη στάση, το Παρίσι. Μένω εκεί έναν μήνα ως επισκέπτρια καθηγήτρια στην École Normale Supérieure, ένα από τα πανεπιστήμια από τα οποία είχα περάσει ως υπότροφος προ δεκαετίας. Παρά το τζετ λαγκ, πολλά ραντεβού. Φοιτητές (ντόπιοι και άλλοι, που ήρθαν μαζί μου από την Αμερική), φίλοι (Παριζιάνοι κάθε λογής –Γάλλοι, Έλληνες, Ινδοί, Ιταλοί, Αμερικανοί, Τούρκοι, Κύπριοι– και άλλοι, που απλώς επισκέπτονταν το Παρίσι για βόλτα, έρευνα ή συνέδριο), συνάδελφοι. Διαλέξεις, μουσεία, σινεμά, ανοιξιάτικες βόλτες στο Jardin de Plants και στην παλιά μου γειτονιά στο Ménilmontant, shopping στο Marais.


Μια Πέμπτη πετάγομαι απέναντι, στην άλλη πλευρά της Μάγχης, και περνάω ένα μακρύ Σαββατοκύριακο στο Λονδίνο με σκοπό κυρίως να ψηφίσω στις ευρωεκλογές τον πρώτο Τουρκοκύπριο υποψήφιο για την Κυπριακή Δημοκρατία (δεν έχει εκλογικά κέντρα για Κύπριους στο Παρίσι – ο Niyazi τελικά εξελέγη!), αλλά και για να δω φίλους που μένουν εκεί: την κολλητή μου τη Λένα από την Ελλάδα και τον Maurizio από την Ιταλία. Στο Λονδίνο συναντώ τον πατέρα μου, που έχει έρθει από την Κύπρο να επισκεφτεί συγγενείς (τη θεία μου, που έχει εγκατασταθεί ως οικονομική μετανάστρια εκεί από το '60), και τον παίρνω μαζί μου στο Παρίσι.

 

Συλλογίζομαι τον τρόμο, τον ιδρώτα μέσα από τη μάσκα, τα ακροβατικά στους διαδρόμους ανάμεσα στους άλλους πελάτες και πιθανούς φορείς του ιού και με πιάνει ίλιγγος. Νιώθω πως διασχίζω ωκεανούς μέχρι να γυρίσω στο σπίτι. Το μόνον της ζωής μου ταξείδιον – μου 'ρχεται ξαφνικά ο τίτλος του Βιζυηνού.


Δεύτερη στάση είναι η Βενετία, όπου τα τελευταία καλοκαίρια διδάσκω στο Summer School του Columbia. Μένω εκεί σχεδόν δύο μήνες. Ο πατέρας μου με ακολουθεί. Το ταξίδι μας με ταξί, αεροπλάνο, λεωφορείο και βαπορέτο είναι ευχάριστο, αλλά ξεθεωνόμαστε να κουβαλάμε τις βαλίτσες πάνω κάτω στις γέφυρες της Βενετίας και στα σκαλοπάτια των δύο ορόφων του σπιτιού μου. Είναι ωραίος όμως ο καιρός και απολαμβάνω τις βόλτες στη γειτονιά μου στο Cannaregio και τα aperol spritz στην Giudecca.

 

Ο καιρός περνάει με μαθήματα, Βενετσιάνες φίλες και φίλους, κολύμπι στην πισίνα του Sant'Alvise και βόλτες στην Μπιενάλε. Ο μπαμπάς μου κάποια στιγμή φεύγει για την Αθήνα και στη θέση του έρχεται ο τότε σύντροφός μου, ο Lonya (Αμερικανός στο διαβατήριο, Ρώσος στην καταγωγή, Εβραίος στην εθνότητα και Ολλανδός στη διαμονή). Στις βόλτες μας ξανοιγόμαστε προς Lido, για τα πρώτα μπάνια, και Τεργέστη. Λίγο πριν φύγω από τη Βενετία έρχεται για ένα βράδυ και η φίλη μου η Dominique από το Μαϊάμι, στην επιστροφή της από την Κροατία. Αφού ο Lonya έχει φύγει (για πάντα), δεν έχω κάποιον να με βοηθήσει με τις βαλίτσες όταν φτάνει η ώρα της αναχώρησης. Σκέφτηκα έναν τύπο που έβλεπα συχνά-πυκνά να κάθεται ράθυμα πάνω σε ένα καρότσι έξω από τη στάση του Fondamente Nove. Ίσως αυτός να πληρώνεται για να κάνει αυτήν τη δουλειά; Μου δείχνει ένα καρτελάκι: «Ahmed Mafiz. Porta Bagalio». Τέλεια! Φορτώνει τις βαλίτσες στο καρότσι. Τεράστιο φορτίο, αλλά το καρότσι είναι φτιαγμένο με τέτοιον τρόπο ώστε να ανεβοκατεβαίνει εύκολα τις γέφυρες της Βενετίας. Νιώθω άσχημα που τον βλέπω να ιδρώνει και να αγκομαχά κάτω από τον καυτό ήλιο του Ιουλίου, αλλά σκέφτομαι ότι θα τον πληρώσω αδρά και ησυχάζω.


Είναι Αύγουστος και φτάνω επιτέλους στην Κύπρο! Τη Λευκωσία (όπου κατέληξαν οι γονείς μου μετά τα πρώτα χρόνια των προσφυγικών τους περιπλανήσεων) λογαριάζω να την κάνω βάση μου αυτήν τη χρονιά, αφού έχω ακαδημαϊκή άδεια από το Κολούμπια και πολλή αρχειακή δουλειά στις εδώ βιβλιοθήκες. Αρχίζω, όμως, με το καθιερωμένο ταξίδι διακοπών που κάνουμε κάθε χρόνο με την αδερφή μου στην άλλη άκρη της Κύπρου, στη βόρεια χερσόνησο του νησιού, την Καρπασία, πολύ πέρα από τα οδοφράγματα, σχεδόν σαν άλλη χώρα – και όχι μόνο επειδή πρέπει να δείξει κανείς ταυτότητα για να περάσει. Μένουν εκεί ακόμα κάποιοι Ελληνοκύπριοι (οι λεγόμενοι «εγκλωβισμένοι», δηλαδή όσοι δεν έφυγαν κατά την τουρκική εισβολή το '74), αλλά κυρίως είναι άνθρωποι που εγκαταστάθηκαν εδώ από κάθε γωνιά της Ανατολίας: Τούρκοι από τα Άδανα, Κούρδοι, Πόντιοι, αλλά και Τουρκοκύπριοι από την άλλη άκρη της Κύπρου, την περιοχή της Τηλλυρίας. Μας αρέσει γιατί είναι ένα ταξίδι που μας πάει πίσω στον χρόνο, πριν από τις οργανωμένες παραλίες και τα λαδωμένα σώματα στον ήλιο. Βλέπουμε και την ξαδέρφη μας την Τούλα, που επιστρέφει κάθε καλοκαίρι από την Ολλανδία για να ανοίξει το σπίτι της στην Αγία Τριάδα. Ο πατέρας της, που μας άφησε πρόσφατα, ο θείος ο Σαββής, θρυλική μορφή στον κόσμο των «εγκλωβισμένων», έμεινε στην ιστορία όταν σε μια συνέντευξή του στο ΡΙΚ είπε στον δημοσιογράφο ότι οι πραγματικοί «εγκλωβισμένοι» είμαστε εμείς, δηλαδή όσοι Ελληνοκύπριοι μεταφερθήκαμε ως πρόσφυγες στον Νότο και ταμπουρωθήκαμε στο «ελεύθερο» κράτος μας.

 

Μόνη παραφωνία στις διακοπές μας φέτος τα πολλά σκουπίδια που έχει ξεβράσει το κύμα στις ερημικές παραλίες όπου συχνάζουμε. Πλαστικές παντόφλες, παιδικά παπούτσια, σαμπουάν, κουτιά απορρυπαντικών. Οι ξεθωριασμένες ετικέτες είναι στα αραβικά και κάπου κάπου διαβάζεις «made in Syria». Η αδερφή μου λέει ότι μάλλον είναι από καράβια προσφύγων που ναυάγησαν. Ποιος ξέρει...


Με την επιστροφή μου στη Λευκωσία λαμβάνω μια απίστευτη πρόταση: να συνοδεύσω (με αδρή πληρωμή) ένα γκρουπ Αμερικανών τουριστών σε ένα τουρ «of exclusive luxury» σε διάφορα νησιά της Μεσογείου. Μόνη μου υποχρέωση, να δώσω κάποιες διαλέξεις για την ιστορία της περιοχής. Σκέφτομαι ότι θα μου χρειαστεί για ένα βιβλίο που έχω στο μυαλό μου να γράψω μελλοντικά, μια «Νησιωτική Ιστορία της Μεσογείου», και αδράχνω την ευκαιρία. Και τι κωλοφαρδία! Δεν έχω ξαναμπεί σε τόσο πολυτελή ξενοδοχεία στη ζωή μου! Ξεκινάμε από τη Βαρκελώνη και μέσα σε τρεις βδομάδες πηγαίνουμε στη Μαγιόρκα, στην Κορσική, στη Μάλτα, στην Κρήτη, στην Κύπρο, στην Αλικαρνασσό, στη Σικελία, στη Σαρδηνία, και πάλι στη Βαρκελώνη. Πηδάμε από νησί σε νησί (ή σε λιμάνι) με ιδιωτικό τζετ, παραβλέποντας την ηπειρωτική χώρα, παραβλέποντας ακόμα και τα ίδια τα σύνορα των διαφορετικών κρατών στα οποία μπαίνουμε.

 

Σκέφτομαι πως ποτέ δεν θα είχα την ευκαιρία να ταξιδέψω στα νησιά της Μεσογείου χωρίς να πρέπει να περάσω κατά κάποιον τρόπο από τις αντίστοιχες πρωτεύουσες των κρατών τους. Είναι περίεργο πώς εξαφανίζονται οι πολιτικές γεωγραφίες όταν είσαι πλούσιος. Δεν υπάρχουν έλεγχοι εκεί που φτάνουμε, κάποιος έχει μαζέψει και κανονίσει τα διαβατήριά μας εκ των προτέρων. Τα αεροδρόμια από τα οποία περνάμε είναι σχεδόν όλα ιδιωτικά. Δεν υπάρχουν άλλοι άνθρωποι, δεν υπάρχει αναμονή, δεν έχει κανόνες μέσα ή έξω από το αεροπλάνο. Δεν υπάρχουν καν βαλίτσες, κάποιος τις παίρνει από το ένα ξενοδοχείο, πριν από την αναχώρησή μας, και τις βρίσκουμε ως διά μαγείας στο δωμάτιο του ξενοδοχείου μας στον επόμενο προορισμό. Το να παίρνεις το αεροπλάνο σε αυτήν τη συνθήκη είναι σαν να παίρνεις ταξί.

 

Μία από τις στάσεις μας είναι και η Σπιναλόγκα στην Κρήτη. Με αυτή την αφορμή κάνω μια διάλεξη για τον ρόλο των νησιών ως σταυροδρομιών μεταξύ πληθυσμών και πολιτισμών, αλλά και ως χώρων εγκλεισμού και εξορίας. Στην Αλικαρνασσό λογαριάζω να κάνω μια διάλεξη για τους πρόσφυγες που πνίγονται στη Μεσόγειο, ξεκινώντας με τη γνωστή φωτογραφία του πτώματος του μικρού Alan Kurdi που τον ξέβρασε η θάλασσα ακριβώς σε εκείνο το σημείο. Το γκρουπ, όμως, είχε κουραστεί πια από τις διαλέξεις και την ακυρώνουν για χάρη μιας μικρής κρουαζιέρας. Δεν θέλουν, εξάλλου, να τους χαλάσω τη διάθεση.


Γυρνάω στη Λευκωσία στα μέσα του Οκτώβρη. Κουρασμένη. Πρέπει όμως να ετοιμαστώ για ένα άλλο ταξίδι, ένα επαγγελματικό τουρ, τρόπον τινά, στην Αμερική και στην Ευρώπη που είχα κανονίσει από καιρό. Πρώτος προορισμός το Σακραμέντο στην Καλιφόρνια, ακριβώς στην άλλη άκρη της γης. Γίνεται εκεί το ετήσιο συνέδριο του Modern Greek Studies Association. Ταξιδεύω βεβαίως σε οικονομική θέση (πληρωμένη από το Κολούμπια) και πληρώνω πρόστιμο (από την τσέπη μου) για την έξτρα βαλίτσα.

 

Στη στάση μου στο αεροδρόμιο της Αθήνας έρχεται ο Αντώνης να με πάρει για μια βόλτα στις ακτές της Ραφήνας, όπως το συνηθίζαμε παλιά. Ήταν να έρθει κι αυτός στο συνέδριο, αλλά του αρνήθηκαν τη βίζα εισόδου γιατί ανακάλυψαν πως είχε ταξιδέψει παλιότερα στο Ιράν. Στη δεύτερη στάση μου, στη Νέα Υόρκη, μένω στην κολλητή μου την Karen στο Μπρούκλιν. Έχω τζετ λαγκ, αλλά πρέπει να πάω στο σπίτι μου στο Μανχάταν (που το έχω υπενοικιάσει για φέτος) να πάρω κάποια χειμωνιάτικα ρούχα. Στο Σακραμέντο, όπου βεβαίως ο καιρός είναι ζεστός, φτάνω μετά από δύο μέρες με μια άλλη, δεκάωρη πτήση. Στο συνέδριο, κόσμος από κάθε άκρη του δυτικού κόσμου. Αλλά αυτό που για μένα μετράει πιο πολύ είναι που έχουν έρθει οι κολλητοί μου, η Χαρά και ο Μιχάλης, από την Αθήνα και που παίρνουμε μαζί το λεωφορείο για Σαν Φρανσίσκο. Την επόμενη μέρα αφήνω τα παιδιά για λίγο και παίρνω το βαποράκι για το Αλκατράζ. Άλλο ένα νησάκι που διαμορφώθηκε ως χώρος εγκλεισμού και ελέγχου, διαφορετικού τύπου, βέβαια, από τη Σπιναλόγκα.

 

Καθώς πλένω μία-μία τις αγκινάρες που αγόρασα πριν τις βάλω στο ψυγείο, αναρωτιέμαι πώς θα φαίνεται, άραγε, η φετινή ζωή μου σε μια ιστορικό 200 χρόνια από τώρα. Ιδιαίτερα αν αυτή είναι ιστορικός της κινητικότητας, όπως είμαι κι εγώ. Τι συμπεράσματα θα έβγαζε αυτή η γυναίκα για την κινητικότητα των ανθρώπων της εποχής μου; Ποιοι θα έλεγε πως κινούνται και πώς και ποιοι πως μένουν ακίνητοι, καθηλωμένοι, περιορισμένοι, προστατευμένοι ή «εγκλωβισμένοι»;

 

Από ένα μικροσκοπικό παραθυράκι μέσα στη φυλακή (που είναι μουσείο τώρα) φωτογραφίζω τη θάλασσα, τη μακρινή γέφυρα και την πανέμορφη πόλη του Σαν Φρανσίσκο και σκέφτομαι πώς θα ένιωθαν, άραγε, οι ένοικοι αντικρίζοντας το ίδιο θέαμα. Μετά από μια διάλεξη στο Μπέρκλεϊ και άλλη μία πίσω στην Ανατολική Ακτή, στο Μπράουν (5 ώρες με το τρένο από τη Νέα Υόρκη), παίρνω το αεροπλάνο της επιστροφής στην Ευρώπη. Κατεβαίνω στη βόρεια Ιταλία. Έχω να δώσω διαλέξεις σε όλα σχεδόν τα πανεπιστήμια από τα οποία πέρασα κάποτε ως φοιτήτρια: στην Πάδοβα, στη Βενετία, στη Φλωρεντία, στην Πίζα. Φίλες, φίλοι, φοιτητές, συνάδελφοι, παλιές γειτονιές και παλιές αγάπες. Δύο βδομάδες μετά παίρνω το αεροπλάνο για το Λονδίνο. Γίνεται εδώ μια παρουσίαση του βιβλίου μου, περνάω και κάποιες μέρες στο παλιό μου στέκι, την British Library. Κάνω βόλτες στην παλιά μου γειτονιά, το Dalston.


Επιστρέφω στην Κύπρο ίσα ίσα για να γιορτάσω τα Χριστούγεννα με τους δικούς μου. Ορκίζομαι πως για το υπόλοιπο του χρόνου δεν θα μετακινηθώ παρεκτός για αρχειακή έρευνα στη βιβλιοθήκη. Και κάποιες φορές την εβδομάδα στο γυμναστήριο.


Αρχές Μαρτίου η βιβλιοθήκη κλείνει. Ακολουθεί το γυμναστήριο. Μέσα Μαρτίου επιβάλλεται ολικό lockdown. Τα οδοφράγματα κλείνουν, το ίδιο και τα αεροδρόμια (μάλιστα ολόκληρη η χερσόνησος της Καρπασίας μπαίνει σε καραντίνα λόγω αυξημένων κρουσμάτων). Μόνο μια κοντινή μετακίνηση τη μέρα για τα αναγκαία, κι αυτή μετά από έγκριση με SMS. Η ζωή μου τις τελευταίες εβδομάδες διεξάγεται μέσα σε κάποια τετραγωνικά σπιτιού και αυλής και στα γύρω οικοδομικά τετράγωνα, όπου πηγαίνουμε βόλτα τον σκύλο εναλλάξ με την αδερφή μου. Δεν είναι καθόλου απλό πράγμα: να βγάλεις τα παπούτσια, να πλύνεις τα πόδια του σκύλου, να βάλεις αντισηπτικό, να αλλάξεις ρούχα. Η πόρτα του σπιτιού μας έχει γίνει πιο θωρακισμένη και από το τείχος του Βερολίνου, ένα τεράστιο σύνορο με τον κόσμο.

 

Οι γονείς μου είναι ευπαθείς, επομένως παραγγέλνουμε προϊόντα για κατ' οίκον παράδοση που τα αφήνουν οι ντελιβεράδες έξω από την πόρτα, χωρίς να έρθουν σε επαφή μαζί μας (ευτυχώς για μας, υπάρχουν πολλοί, λιγότερο προνομιούχοι, που κινούνται εκεί έξω). Πάλι καλά να λες. Άλλοι Κύπριοι γονείς ανησυχούν για τα παιδιά τους που έχουν «εγκλωβιστεί» στο εξωτερικό. Μανάδες εκφράζουν παράπονα για τις συνθήκες που επικρατούν στους χώρους υποχρεωτικής καραντίνας των επαναπατρισμένων φοιτητών. Κάποιες από αυτές εκνευρίζονται όταν ένα ψαροκάικο με Σύριους πρόσφυγες (κυρίως γυναίκες και μικρά παιδιά) επιχειρεί να ελλιμενιστεί στις ακτές της Κύπρου και παίρνουν το μέρος της κυβέρνησης που το διώχνει λόγω των «έκτακτων μέτρων θωράκισης των συνόρων για τον Covid-19».

 

Στην Αμερική ο Τραμπ όχι μόνο κλείνει τα σύνορα αλλά αναστέλλει και την έκδοση καινούργιων green cards. Ευτυχώς, σκέφτομαι, που πρόλαβα να βγάλω τη δική μου! Διαβάζω κάπου ότι οι πολύ πλούσιοι, κάποιοι από αυτούς που είχα συνοδεύσει ως τουρίστες στη Μεσόγειο πριν από λίγους μήνες, κλείνονται τώρα σε υπόγεια πολυτελή καταφύγια. Σκέφτομαι τη Miranda, τη γυναίκα που μου καθαρίζει το σπίτι στη Νέα Υόρκη. Είναι ιταλόφωνη Αλβανίδα και αφότου έχασε τη δουλειά της στη Φλωρεντία ήρθε στην Αμερική χωρίς χαρτιά (αυτό που λέμε «undocumented»). Δεν έχει τίποτα πέρα από το σώμα της για να βγάλει τα προς το ζην. Την παίρνω τηλέφωνο και αποφασίζουμε με τον υπενοικιαστή του σπιτιού μου ότι θα εξακολουθούμε να την πληρώνουμε, παρότι δεν μπορεί να πηγαίνει να καθαρίζει. Σκέφτομαι και τον Ahmed Mafiz, τον αχθοφόρο στη Βενετία, αλλά δεν έχω το τηλέφωνό του. Δεν έχω ούτε χρόνο. Σήμερα εξάλλου είναι η μέρα που αποφασίζω να πάω προσωπικά στο σούπερ μάρκετ. Συλλογίζομαι τον τρόμο, τον ιδρώτα μέσα από τη μάσκα, τα ακροβατικά στους διαδρόμους ανάμεσα στους άλλους πελάτες και πιθανούς φορείς του ιού και με πιάνει ίλιγγος. Νιώθω πως διασχίζω ωκεανούς μέχρι να γυρίσω στο σπίτι. Το μόνον της ζωής μου ταξείδιον – μου 'ρχεται ξαφνικά ο τίτλος του Βιζυηνού.

 

Καθώς πλένω μία-μία τις αγκινάρες που αγόρασα πριν τις βάλω στο ψυγείο, αναρωτιέμαι πώς θα φαίνεται, άραγε, η φετινή ζωή μου σε μια ιστορικό 200 χρόνια από τώρα. Ιδιαίτερα αν αυτή είναι ιστορικός της κινητικότητας, όπως είμαι κι εγώ. Τι συμπεράσματα θα έβγαζε αυτή η γυναίκα για την κινητικότητα των ανθρώπων της εποχής μου; Ποιοι θα έλεγε πως κινούνται και πώς και ποιοι πως μένουν ακίνητοι, καθηλωμένοι, περιορισμένοι, προστατευμένοι ή «εγκλωβισμένοι»; Τι εντύπωση θα είχε για τα σύνορα τον 21ο αιώνα; Πόσο άκαμπτα φαίνονται και για ποιους; Πόσο αλλάζουν, στενεύουν, εξαφανίζονται, υψώνονται ή χαμηλώνουν; Τι θα σκεφτόταν, άραγε, αυτή η γυναίκα;

 

* H Κωνσταντίνα Ζάνου διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης Ιταλική και Μεσογειακή Ιστορία.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LifO