O covid-19 είναι, τελικά, η αντιστροφή της παγκοσμιοποίησης, μια «αποπαγκοσμίευση»; Κάπου το διάβασα πριν από μέρες –στη «Monde» συγκεκριμένα– και το βρήκα εν μέρει αληθινό, έστω ως υπερβολή ενός δημοσιογραφικού τίτλου. Τώρα, όμως, που ο πρωθυπουργός της Ιταλίας ανακοίνωσε πως μια χώρα εξήντα εκατομμυρίων μπαίνει σε καραντίνα, αυτή η υπερβολική υπόθεση μοιάζει να πλησιάζει κάπως περισσότερο την πραγματικότητα.

 

Υπάρχει, φυσικά, το παράδοξο πως η πρόσβασή μας στη ροή της πληροφορίας, στις γνώσεις για τον ιό και στις συνέπειές του είναι το πιο απτό δείγμα μιας παγκοσμιοποιημένης κοινής γνώμης που συντονίζεται συναισθηματικά στους ίδιους φόβους, καταναλώνοντας τις ίδιες εικόνες από τα διεθνή πρακτορεία.

 

Την ίδια στιγμή, όμως, είναι αδιάψευστο πως αυτός ο ιός προκαλεί βλάβη σε ιδέες, τρόπους ζωής και δραστηριότητες των συνδεδεμένων κοινωνιών. Με τον έναν ή άλλον τρόπο θίγονται όλες οι μορφές της κοινωνικότητας και της φυσικής επικοινωνίας των ανθρώπων. Μορφές διασκέδασης και πολιτισμικές εμπειρίες που αποτελούν ρουτίνες της σύγχρονης κοινωνικής ζωής, από τον σωματικό συγχρωτισμό σε συναυλίες και γήπεδα μέχρι τις παρουσιάσεις βιβλίων, τις εκθέσεις ή την παρακολούθηση συνεδρίων, όλα αυτά αναστέλλονται ή περιορίζονται με τρόπο δραστικό.


Αλλά το πιο χαρακτηριστικό πλήγμα στον πολιτισμό της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης είναι η «επίθεση» στον τουρισμό. Σε μια περίοδο που πολλοί μιλούσαν για τις συνέπειες του υπερτουρισμού, εμφανίζεται ο covid-19 ως παράξενος και μακάβριος «ρυθμιστής» του προβλήματος.

 

Aν η ασθένεια δεν αναχαιτιστεί μέσα στις επόμενες εβδομάδες, φοβάμαι πως θα δούμε πολλές εκδηλώσεις εγωιστικής μικρότητας και κωμικοτραγικής ασχήμιας. Προς το παρόν, διαφαίνεται μια κουλτούρα άρνησης της πραγματικότητας με την καταφυγή σε «εναλλακτικές», θεραπευτικές αλχημείες και αλλοπρόσαλλους συσχετισμούς.


Μπορούμε, νομίζω, να τολμήσουμε μια αναλογία ανάμεσα στον συγκεκριμένο ιό και στην ιδεολογική συγκυρία την οποία διανύουμε. Ο κορονοϊός συναντά τη γενικότερη ορμή για αναδίπλωση, για συσπείρωσης στα «δικά μας», για στροφή κυβερνήσεων και ατόμων στα του οίκου τους. Η πρόκληση μιας εν εξελίξει πανδημίας ενισχύει τις δυνάμεις της αμοιβαίας καχυποψίας, τον ανορθολογισμό, όπως και κάποιες τάσεις κοινωνικού κανιβαλισμού που αποτελούν τις σκοτεινές όψεις των συλλογικών και ατομικών κατορθωμάτων που έχουν σημειώσει οι σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες. Θα μπορούσε, όμως, να είναι και αφορμή να επανεκτιμήσουμε την αξία της πρακτικής (όχι ρητορικής) αλληλεγγύης και της ενίσχυσης των συστημάτων υγείας και προστασίας της ζωής.

 

Ακριβώς γι' αυτό δεν συνιστά μόνο θέμα ιατρικό και επιδημιολογίας, ούτε μόνο μια μεγάλη πρόκληση για τους σχεδιαστές των μέτρων δημόσιας υγείας και τους ειδικούς της πολιτικής προστασίας. Ο covid-19 ενδέχεται να είναι προσωρινή δοκιμασία (αν υποθέσουμε ότι σε κάποιο καιρό θα ελεγχθεί η δυναμική του με ένα εμβόλιο), αλλά αποκαλύπτει ήδη το τι μας κάνει πιο ευάλωτους ως κοινωνίες: βγάζει απότομα στην επιφάνεια ηθικά διλήμματα για τα άτομα και τους ίδιους τους θεσμούς.

 

Βάζοντας, για παράδειγμα, στην ημερήσια διάταξη πολλούς περιορισμούς και αυτοπεριορισμούς, η κατάσταση με τον ιό έρχεται σε αντίθεση με την ιδεολογία των ανεμπόδιστων επιλογών και μια ορισμένη φαντασίωση ατομικής «παντοδυναμίας». Παράλληλα, επιστρέφει για τα καλά η αποτροπή, το πνεύμα της απαγόρευσης, η πολιτική εντολή μαζί με την επιστημονική σύσταση ‒ αυτό που ορισμένοι βλέπουν ως βιοπολιτικό έλεγχο του πληθυσμού. Εκτός από τις αντοχές των συστημάτων υγείας, η απειλή φανερώνει και τα όποια ηθικά αποθέματα των επιμέρους κοινωνιών και συλλογικών δομών.

 

Στη χώρα μας, ας πούμε, αυτός ο ιός «προκαλεί» την πυκνή εξωστρέφεια της ελληνικής ζωής, τη μακάρια αμεριμνησία των κοινωνικών μας τρόπων, όπως και την αίσθηση πολλών πως κάτι μας προστατεύει μεταφυσικά ως Έλληνες από παγκόσμιες καταστροφές και δεινά. Ωστόσο, αν η ασθένεια δεν αναχαιτιστεί μέσα στις επόμενες εβδομάδες, φοβάμαι πως θα δούμε πολλές εκδηλώσεις εγωιστικής μικρότητας και κωμικοτραγικής ασχήμιας. Προς το παρόν, διαφαίνεται μια κουλτούρα άρνησης της πραγματικότητας με την καταφυγή σε «εναλλακτικές», θεραπευτικές αλχημείες και αλλοπρόσαλλους συσχετισμούς.

 

Ένα πολιτικό και φιλοσοφικό ερώτημα είναι αν, όπως συνέβη κάποτε με το AIDS και την παρέμβασή του στην ανέμελη σεξουαλικότητα, ιοί σαν τον covid-19 μαρκάρουν πιο μόνιμα τις κοινωνικές σχέσεις και τη σχέση μας με τις δημόσιες εξουσίες του κράτους και της επιστήμης.

 

Το βέβαιο είναι πως ένας ιός με εύκολη διάδοση δεν αποτελεί θέμα που προσφέρεται για ψύχραιμες σκέψεις. Ο πανικός, οι φήμες και οι σκοτεινές προβλέψεις έχουν αρχίσει ήδη να παίζουν σε κάποιες γωνιές των ψηφιακών μας καφενείων. Από την άλλη πλευρά, ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων βρίσκονται στον κόσμο τους, δεν αλλάζουν συμπεριφορά, ούτε καταλαβαίνουν καλά-καλά τι λένε αυτοί στις τηλεοράσεις.

 

Ιδιαίτερα ο νεότερος κόσμος –που έχει αντιληφθεί ότι ο ίδιος δεν απειλείται σοβαρά‒ δεν πείθεται από όλο αυτό το σκηνικό που το βλέπει ως ρεπορτάζ για κάποια απόμακρα σύνορα. Υπάρχει μια φυσική αδιαφορία της νεότητας –απολύτως εξηγήσιμη εξάλλου‒ που αντιστέκεται στον φόβο, αλλά την ίδια στιγμή μπορεί να παράγει ανεύθυνη και επιπόλαια συμπεριφορά διασποράς του ιού. Ξέρουμε ότι κάθε μεγάλη κρίση έχει ρυθμούς πανικού και αδιαφορίας, εναλλαγές ατμόσφαιρας από την υποχονδριακή ακρότητα στην υποτίμηση των κινδύνων. Και οι δύο στάσεις ριζώνουν στην κοινωνία ως τρόποι διαχείρισης της έντασης και του άγχους.


Ένα πολιτικό και φιλοσοφικό ερώτημα για τον covid-19 είναι αν οι νέες μορφές εξουσίας και φόβου που έφερε στην επιφάνεια είναι σπόροι του μέλλοντος. Μήπως αυτή η κρίση προεικονίζει μια μετα-φιλελεύθερη οργάνωση των κοινωνιών, βασισμένη στον κανόνα της διαρκούς προφύλαξης και αντισηψίας; Μήπως, όπως συνέβη κάποτε με το AIDS και την παρέμβασή του στην ανέμελη σεξουαλικότητα, ιοί σαν τον covid-19 μαρκάρουν πιο μόνιμα τις κοινωνικές σχέσεις και τη σχέση μας με τις δημόσιες εξουσίες του κράτους και της επιστήμης;


Πολύ συχνά τέτοια ερωτήματα δείχνουν υπερβολικά και αποκομμένα από τον αγώνα των γιατρών, των νοσηλευτών, των δομών, από την αγωνία πασχόντων και συγγενών ‒ ερωτήματα «πολυτελείας», λένε κάποιοι. Ας τα έχουμε όμως κι αυτά στο πίσω μέρος του μυαλού μας, αφού κάθε μολυσματική ασθένεια είναι και μια κοινωνική εμπειρία και όχι απλώς κάτι περιορισμένο στην κοινότητα των πασχόντων και των γιατρών τους.


Ο αγώνας εναντίον του κορονοϊού είναι συγχρόνως και συλλογικό στοίχημα, για να μη χάσουμε την εμπιστοσύνη μας στον ορθολογισμό, στην αλληλεγγύη και στη σημασία της ατομικής ευθύνης για μας και τους άλλους.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO