Τα πάντα γίνονται αντικείμενο υστερόβουλης χειραγώγησης και ξεφτιλίζονται στις μέρες μας. Ακόμα και πάγια δημοκρατικά κεκτημένα, όπως η ελευθερία του λόγου και η διακίνηση των ιδεών. Ήθελα να ήξερα, πραγματικά, όλοι αυτοί οι über φιλελεύθεροι (αυτός ο όρος κι αν έχει ξευτιλιστεί στην εποχή μας), που έσπευσαν να κατακρίνουν το ξήλωμα της αφίσας-καμπάνιας κατά των αμβλώσεων στο μετρό μετά την κατακραυγή που ξέσπασε ως κατάφωρη παραβίαση της ελευθερίας του λόγου, πώς θα αντιδρούσαν αν την έβλεπαν «επίσημη», καδραρισμένη και πλασαρισμένη ως «κοινωνικό μήνυμα» σε κάποιον αντίστοιχο δημόσιο χώρο στο εξωτερικό;


Δεν θα είχαν φρικάρει εντελώς αυτοί οι ταλιμπάν του διαφωτισμού και αθεράπευτα «ξενόδουλοι», όπως τους χαρακτήριζαν πάντα τα πάσης φύσεως εθνίκια και κρυπτοφασισταριά, με τα οποία υποτίθεται ήταν ιδεολογικοί αντίπαλοι, εσχάτως όμως έχει αναπτυχθεί μεταξύ τους μια ανώμαλη ώσμωση;


Τι να πεις, ένα τσακ αρκεί στους καιρούς μας για να πηδήξεις τον φράχτη, να σου γίνει η ατζέντα ζουρλομανδύας και να βρεθείς να σιγοντάρεις τις κορόνες της νέας (ακρο)δεξιάς, βλέποντας παντού μπαμπούλες λογοκρισίας και σταλινικά φαντάσματα.

 

Οι φασίστες, είναι άνθρωποι σαν κι εμένα κι εσένα, με τη διαφορά όμως ότι είναι φασίστες και πρέπει να παραμείνουν στις τρύπες τους και στις ιστοσελίδες τους, όχι να προβάλλονται ως ισότιμοι συνομιλητές προς χάριν μιας αφηρημένης αντίληψης περί ελευθερίας του λόγου.


Το ζήτημα, όμως, δεν είναι τόσο οι φιλελεύθεροι που παραφρόνησαν και τελούν υπό διαρκή μανία καταδιώξεως, όσο το ότι η συγκεκριμένη καμπάνια αποτελεί άλλο ένα πρόσφατο κρούσμα της απελευθέρωσης των πιο ακραίων συντηρητικών/εθνικιστικών δυνάμεων και ενστίκτων και της αναδίπλωσης της ακροδεξιάς ατζέντας, της βαθιάς αντίδρασης και της ταχείας οπισθοδρόμησης που παρατηρείται εσχάτως.


Αυτή η δουλειά θα γίνεται δηλαδή εφεξής; Θα φρικάρουμε κάθε τόσο με τον κάθε Άδωνι και την κάθε υπόθαλψη σάπιων, παρωχημένων και επικίνδυνων ενεργειών και αντιλήψεων εκ μέρους της ευρύτερης κυβέρνησης; Θα χτυπιόμαστε κάτω μέχρι να της πάρει πίσω και μετά πάλι από την αρχή; Έχουμε και δουλειές, πρέπει και να ζήσουμε.

 

Ειδικά αυτό το αίσχος με την αναμόχλευση του θέματος των αμβλώσεων είναι εξοργιστικό και βαθύτατα ανησυχητικό. Όσοι μεγαλώσαμε μετά τη Μεταπολίτευση, θεωρούσαμε δεδομένο ότι ζούμε σε μια χώρα όπου οι αμβλώσεις προστατεύονταν από τον νόμο και ήταν μέρος της ζωής (δυσάρεστο συχνά, αλλά σχεδόν τυπικό). Η Ελλάδα ήταν αυτό που ήταν, αλλά πάντως δεν ήταν Ιρλανδία, όπου μέχρι και πρόσφατα σχετικά τα κορίτσια είτε έπρεπε να ρισκάρουν την ίδια τους τη ζωή για να κάνουν παράνομη έκτρωση είτε να αναγκαστούν να ταξιδέψουν στη Βρετανία για να κάνουν την επέμβαση.


Είναι ντροπή να τίθεται ζήτημα ελευθερίας του λόγου σε σχέση με την προβολή τόσο σκοταδιστικών απόψεων και τόσο σκοτεινών κύκλων που έχουν βγει προ πολλού από το γραφικό καβούκι τους και διεκδικούν (αν δεν έχουν κατακτήσει ήδη) κυρίαρχη θέση στο mainstream πεδίο και στη δημόσια συζήτηση. Ειδικά από τη στιγμή που είναι πασιφανές ανά τον πλανήτη το μασκάρεμα της ρητορικής μίσους σε «ελευθερία του λόγου» από το σύγχρονο alt-right/νεοδεξιό/ακροδεξιό/νεοφασιστικό/, πείτε το όπως θέλετε, κίνημα.


Η Χρυσή Αυγή είδε φως και μπήκε. Και το φως παραμένει ανοιχτό.


Η ελευθερία του λόγου και της έκφρασης είναι ίσως το πιο σημαντικό φιλελεύθερο / προοδευτικό / ανθρωπιστικό ιδεώδες. Και όλοι έχουν δικαίωμα να το εξασκούν. Ακόμα και οι φασίστες, που είναι άνθρωποι σαν κι εμένα κι εσένα, με τη διαφορά όμως ότι είναι φασίστες και πρέπει να παραμείνουν στις τρύπες τους και στις ιστοσελίδες τους, όχι να προβάλλονται ως ισότιμοι συνομιλητές προς χάριν μιας αφηρημένης αντίληψης περί ελευθερίας του λόγου.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO