Η πιο σταθερή μου ανάμνηση ως παιδί από τις γιορτές είναι ότι ήμουν πάντα άρρωστος: γενέθλια, ονομαστική εορτή, Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά…. Ήταν σαν να το ‘χα πάρει απόφαση ότι με το που πλησίαζαν θα είμαι οπωσδήποτε άρρωστος. Έτσι πέρασα όλες τις παιδικές μου αρρώστιες και είχα πάντα την προσοχή όλων πάνω μου. Αλλά σαν αποτέλεσμα τα δώρα που έπαιρνα είχαν λιγότερο χαρούμενο και εορταστικό χαρακτήρα. 

 

Όταν έφυγα από την Ελλάδα, υπήρχαν άλλα προβλήματα. Όλο κάτι τύχαινε ή δεν είχα λεφτά να είναι τα πράγματα όπως θα τα ‘θέλα. Αργότερα στην Αμερική ο Στράσμπεργκ οργάνωνε πάντα πάρτι, οπότε ήταν οι άνθρωποι του θεάτρου και οι φίλοι του που περιέβαλαν τις γιορτές. 

 

Τα πρώτα Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά που έχω σαν ανάμνηση προσωπικής γιορτής, είναι το 1968 στο Παρίσι. Δεν ήξερα κανέναν, εκτός από την Τζέην Φόντα και τον Ροζέ Βαντίμ, οι οποίοι είχαν φύγει στην εξοχή χωρίς να μου το πουν – δηλαδή ο Βαντίμ θα το ‘κάνε για να μην είμαι μαζί τους. Βρέθηκα σε ένα διαμέρισμα ολομόναχος, με ελάχιστα γαλλικά, έτοιμος να περάσω τη χειρότερη Πρωτοχρονιά. Τελικά αποφάσισα να κάνω κάτι. Να έφευγα κάπου μόνος μου, αποκλειόταν. Δεν πηγαίνω ποτέ πουθενά μόνος, κι αν συμβεί κρατάω θέσεις για δυο. 

 

Βγήκα έξω, μπήκα σε μια κάβα, αγόρασα μια μεγάλη μπουκάλα σαμπάνια Paul Rogers (δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή μάρκα, αλλά ήταν η αγαπημένη σαμπάνια της Μαρί Μπελ), και επιστρέφοντας σπίτι, έπεσα επάνω σε ένα φαρμακείο ανοιχτό. Εγώ, όποτε δω φαρμακείο μπαίνω και αγοράζω κάτι. Διάλεξα μια οδοντόβουρτσα, κάτι ακόμα, και βγαίνοντας βλέπω ένα μπιμπερό για μωρά. Το πήρα κι αυτό. 

 

Εξαιτίας της πιπίλας το ανθρακικό είχε φύγει κι έτσι με τη δεύτερη γουλιά, είχα ήδη ζαλιστεί. Ήταν το ωραιότερο μεθύσι. Τα πέρασα καταπληκτικά. Αγκαλιά με το μπουκάλι και με την πιπίλα στο στόμα, αποκοιμήθηκα.

 

Γύρω στα μεσάνυχτα, στο σπίτι, με την τηλεόραση να παίζει, άνοιξα την σαμπάνια στον εαυτό μου, έβγαλα την πιπίλα από το μπιμπερό, την έβαλα στην σαμπάνια κι άρχισα να την πίνω  από το μπουκάλι. Εξαιτίας της πιπίλας το ανθρακικό είχε φύγει κι έτσι με τη δεύτερη γουλιά, είχα ήδη ζαλιστεί. Ήταν το ωραιότερο μεθύσι. Τα πέρασα καταπληκτικά. Αγκαλιά με το μπουκάλι και με την πιπίλα στο στόμα, αποκοιμήθηκα. 

 

Το πρωί είχα ένα κεφάλι, να! Αλλά έτσι νομίζω ότι πρέπει να περνάμε την Πρωτοχρονιά. Μόνοι με τον εαυτό μας, σαν μια παλιά προσωπική γιορτή. Βέβαια, έχω ξαναπροσπαθήσει έκτοτε να το κάνω, αλλά δεν ήταν το ίδιο. Ήταν πλέον συνειδητά κι έτσι δεν είχε την ίδια σημασία. Η μόνη ξεχωριστή  ανάμνηση όμως που έχω από γιορτές, σα μια γιορτή για τον εαυτό μου, ήταν εκείνη η Πρωτοχρονιά του ‘68.