Έχω και πιο «κολλητές» στο συγκεκριμένο υποκατάστημα της τράπεζας. Οι κόρες μου με πειράζουν ότι όλοι είναι κολλητοί μου. Μπορεί και να έχουν δίκιο. Το απολαμβάνω όμως. Απολαμβάνω να σπάω τον τοίχο που νομίζω ότι με χωρίζει από τους συνανθρώπους μου, είτε κοντινούς είτε μακρινούς. Απολαμβάνω να κόβω την απόσταση και να συνδέομαι μαζί τους. Δίνει χαρά και νόημα στη ζωή μου. Η συγκεκριμένη, πάντως, όντως δεν είναι κολλητή. Δεν ξέρω καν το όνομά της. Απλώς, όταν μου χαμογελάει, της χαμογελάω. Χαμογελάμε ο ένας στον άλλον, ρε αδερφέ.

 

Προχθές είχα πάει στο υποκατάστημα για μια δουλειά. Είχα πάει πρωί πρωί, πριν ανοίξει, για να είμαι από τους πρώτους. Χρειάστηκαν μόνο 15 λεπτά να είμαι εκεί στις 7:45. Αυτό το τέταρτο, λοιπόν, μου γλίτωσε μία ώρα. Στις 8:05 είχα ξεμπερδέψει. Αυτοί που έφτασαν στις 8:05 δεν νομίζω ότι τελείωσαν πριν από τις 9. Μεγάλη ιστορία να σέβεσαι και να προσέχεις τον χρόνο σου. Για μένα, ακόμα πιο σημαντικό από το να σέβεσαι και να προσέχεις τα λεφτά σου. Όλα καταλήγουν στο να σέβεσαι και να προσέχεις τον εαυτό σου, τον σημαντικότερο άνθρωπο στη ζωή σου. Τον σέβομαι, λοιπόν, και τον χρόνο μου και τον εαυτό μου πια. Δεν τον σεβόμουν. Είναι από αυτά που μου άλλαξαν τη ζωή.

 

Απαξιώνουμε συστηματικά τον σημαντικότερο άνθρωπο στη ζωή μας. Εμάς. Χρησιμοποιούμε τις χειρότερες εκφράσεις για να τον προσδιορίσουμε. Αυτές που ο χειρότερος εχθρός μας ποτέ δεν θα χρησιμοποιούσε για μας. Ενώ θα έπρεπε να τον τιμούμε και να τον υποστηρίζουμε.

 

Περνάει, λοιπόν, η φίλη μου από μπροστά στην ουρά.


«Τι κάνεις;» προλαβαίνω να τη ρωτήσω.


«Καλά, λέω» μου απαντάει.


Εκεί ανάβω λαμπάκια. Κι αμέσως μετά τα σβήνω όλα. Σβήνω ολόκληρος μετά από τέτοιες εκφράσεις. Σαν τα φλιπεράκια που είχαμε μικροί που, αν τα κουνούσες πολύ, «τίλταραν». Τρελαίνονταν και μετά έσβηναν.


Ενοχλούμαι πολύ μ' αυτές τις εκφράσεις. Και δυστυχώς είναι της μόδας. «Αυτογκόλ» τις λέγαμε στο ποδόσφαιρο.

 

Κάνω replay λοιπόν:


«Τι κάνεις;»


Α. Κάνω τον μαλάκα.


Β. Κάνω υπομονή.


Γ. Δεν είμαι καλά, αλλά λέω καλά. Βασικά κοροϊδεύω τον εαυτό μου.

 

Έχω έναν γνωστό, σίγουρα όχι κολλητό. Ευτυχώς, έχω καιρό να τον δω πια. Κάθε φορά που τον ρωτούσα «τι κάνεις;», μου απαντούσε ακόμα πιο ηλίθια «η νεκροψία θα δείξει».

 

Κάποιες φορές διαχειριζόμαστε εγκληματικά τη ζωή μας, μαζί και τη γλώσσα που χρησιμοποιούμε. Για την ακρίβεια, η γλώσσα που χρησιμοποιούμε είναι η ζωή που ζούμε ή που δεν ζούμε (βλ. νεκροψία). Απαξιώνουμε συστηματικά τον σημαντικότερο άνθρωπο στη ζωή μας. Εμάς. Χρησιμοποιούμε τις χειρότερες εκφράσεις για να τον προσδιορίσουμε. Αυτές που ο χειρότερος εχθρός μας ποτέ δεν θα χρησιμοποιούσε για μας. Ενώ θα έπρεπε να τον τιμούμε και να τον υποστηρίζουμε. Κάποιες φορές τα μόνα καλά λόγια που θα ακούσεις για σένα είναι αυτά που θα πεις στον εαυτό σου.

 

«Καλά ΛΕΩ». Αν ήταν κειμενογράφος, το «καλά» θα ήταν μέγεθος 12άρι, ενώ το ΛΕΩ 72άρι. Το ΛΕΩ έχει αυτοσαρκασμό, εμπαιγμό, ειρωνεία, απαξίωση, χλευασμό, κοροϊδία. Μειώνουμε συστηματικά τον εαυτό μας και μετά απορούμε γιατί δεν είναι ευτυχισμένος, γιατί θλίβεται και γιατί στο φινάλε βυθίζεται στην ανημπόρια και στην κατάθλιψη. Το κερασάκι στην τούρτα είναι που απορούμε γιατί μας απαξιώνουν οι άλλοι.

 

Μεγάλε, εσύ έχεις σύρει τον χορό και μετά απορείς που ακολουθούν οι άλλοι; Είναι σαν να βάζεις στο ντεπόζιτο χαλασμένη βενζίνη και μετά αναρωτιέσαι που δεν τραβάει.

 

Άσε και το άλλο. Συχνά γκρινιάζουμε για τα παιδιά μας, που δεν έχουν αυτοεκτίμηση. Που δεν αγαπάνε και δεν σέβονται τον εαυτό τους, που αφήνουν τους άλλους να τους τσαλακώνουν και να τους μειώνουν. Ο λαός το λέει σοφά: «το μήλο κάτω από τη μηλιά θα πέσει». Ό,τι κάνει η μηλιά, αυτό θα κάνει και το μήλο. Χώνεψέ το!

 

Την ξαναείδα μετά από λίγο τη φίλη μου στην τράπεζα. Της τα 'πα με τρόπο. Το άκουσε. Το κατάλαβε. Στο τέλος με ευχαρίστησε.

 

«Να μη λες καλά.

Να είσαι καλά».