Τον Αύγουστο του 2013 ολοκλήρωνα την επιμέλεια ενός συλλογικού τόμου με τίτλο Το «βαθύ κράτος» στη σημερινή Ελλάδα και η Άκρα Δεξιά – Αστυνομία, Δικαιοσύνη, Στρατός, Εκκλησία (Αθήνα, Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ, εκδ. Νήσος). Εκείνες τις μέρες, όταν έγραφα τα συμπεράσματα του βιβλίου, ο παλαίμαχος δημοσιογράφος Σπύρος Κατσίμης με ρώτησε, αφού τον ενημέρωσα για το περιεχόμενό του: «Από τους τέσσερις τομείς που εξετάζεις, στρατός, εκκλησία, αστυνομία και δικαιοσύνη, πού είναι πιο επικίνδυνα τα πράγματα;». Η απάντηση στο εύστοχο ερώτημα δεν ήταν καθόλου αυτονόητη.

 

Η παρόρμηση εκείνων των ημερών –ακόμη η Χρυσή Αυγή γλεντούσε με την Ελληνική Αστυνομία– θα ήταν να απαντήσω πως η αστυνομία είναι η πιο επικίνδυνη. Υπήρξε όντως η πιο μολυσμένη και χρόνια εκτεθειμένη στην ακροδεξιά διάβρωση, και για τον λόγο αυτό χρειάζεται υπεύθυνη και συστηματική δουλειά προκειμένου να μπορέσει να ανταποκριθεί στις προδιαγραφές μιας αστυνομίας κράτους δικαίου.


Πάρα ταύτα, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η αστυνομία είναι κατεξοχήν βραχίονας της εκτελεστικής εξουσίας. Είναι «κράτος», αλλά συνάμα υπάγεται στο κράτος. Λογοδοτεί ή τουλάχιστον μπορεί και πρέπει να λογοδοτεί, ελέγχεται υπηρεσιακά, πειθαρχικά κ.λπ. Η αστυνομία, με δυο λόγια, εξαρτάται από πολιτικές επιλογές που εκφράζει ο εγκέφαλος της εκάστοτε εκτελεστικής εξουσίας, παρά το γεγονός ότι, όπως κάθε θεσμός, έχει αναπτύξει σε συνθήκες μιας σχετικής αυτοτέλειας, μια δική της νοοτροπία. Σε όλες πάντως τις περιπτώσεις, αν ο εγκέφαλος της εκτελεστικής εξουσίας αποφασίσει να στείλει ένα δυνατό μήνυμα στον βραχίονα της αστυνομίας που παρανομεί, το μήνυμα μπορεί και να αργήσει, να συναντήσει αντιστάσεις, μπορεί να αλλοιωθεί κιόλας σε ένα βαθμό, αλλά κάποια στιγμή με βεβαιότητα θα φτάσει.

 

Ο στρατός, η εκκλησία, η δικαιοσύνη και η εκκλησία έχουν υπάρξει οι κατεξοχήν βραχίονες ενός κράτους «εθνικού και ιδεολόγου», στη μείζονα διαδρομή του 20ού αιώνα. Πάντα υπάρχουν κάποιοι θύλακες στο εσωτερικό αυτών των πολιτειακών μηχανισμών επιθυμούν να ανασυστήσουν το ειδύλλιο αυτό.


Αν, αντιθέτως, το μήνυμα είναι αυτό που βλέπουμε σήμερα, η αστυνομία θα ξεσαλώνει, παραβιάζοντας το οικογενειακό άσυλο, ξεγυμνώνοντας κόσμο και λοιπά. Αν πάλι τιμωρηθούν αστυνομικοί διότι παραβιάζουν το Σύνταγμα και τους νόμους και βρεθούν στη φυλακή ή χωρίς δουλειά, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι πολλοί συνάδελφοί τους στο σώμα θα σκεφτούν πολλές φορές να συνεχίσουν τα ίδια, ακόμη και αν θα έμπαιναν στον πειρασμό. «Καλή» λοιπόν αστυνομία δεν ξέρω αν θα έχουμε ποτέ, πάντως καλύτερη μπορούμε σίγουρα. Δείγματα καλύτερης αστυνομίας υπάρχουν ούτως ή άλλως στην ίδια την ΕΛ.ΑΣ.

 

Τα πράγματα είναι πιο σύνθετα με τη δικαιοσύνη. Το θεσμικό της εκτόπισμα, μέσα στον καταμερισμό εξουσιών κάθε κράτους, της εξασφαλίζει ένα βαθμό ανεξαρτησίας που της είναι απαραίτητος προκειμένου να μπορεί να επιτελέσει τη λειτουργία της. Εύλογο. Η δικαιοσύνη είναι εγκέφαλος per se. Δεν είναι βραχίονας κανενός, παρά μόνο του εν τη ευρεία εννοία καθεστώτος. Η δικαστική εξουσία είναι μια εκ των τριών λειτουργιών, και μάλιστα επιφορτισμένη να δίνει οριστικές λύσεις στα προβλήματα των άλλων. Αυτό καθιστά κυρίαρχες τις αποφάνσεις της κι επομένως πιο προβληματικές αυτές που υπερβαίνουν τα δημοκρατικά-φιλελεύθερα εσκαμμένα μιας σύγχρονης πολιτείας. Τέτοιου είδους κρίση αποτελεί κατεξοχήν κι απροσχημάτιστα η πρόταση της εισαγγελέως στη δίκη της Χρυσής Αυγής: όλα «μεμονωμένα περιστατικά», χωρίς καμία συνάφεια και ιεραρχική σχέση των αυτουργών τους.


Για τον λόγο αυτό πράγματι πιστεύω ότι το μείζον ζήτημα του βαθέος κράτους στην Ελλάδα αγγίζει, εν τέλει, περισσότερο την ελληνική δικαστική εξουσία και από την αστυνομία, μακράν και από τον στρατό ή από την εκκλησία. Και αυτό, τόσο με την έννοια της καθεαυτού επικινδυνότητας αποφάνσεων απέναντι στο δημοκρατικό πολίτευμα (όπως δηλαδή η χθεσινή εισαγγελική πρόταση) αλλά και με αποφάσεις που εδραιώνουν το κέντρο βάρους της απάντησης στο τι είναι δίκαιο σε μια κουλτούρα που «φωνάζει» την ιδεολογικοπολιτική της προέλευση από τα μπαούλα της ακραίας συντηρητικής σκέψης.


Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορούμε να προσδοκάμε δικαστές κι εισαγγελείς πολιτικά ουδέτερους. Αν όμως μας ενδιαφέρει το κράτος δικαίου, μπορούμε να προσδοκάμε δικαιοσύνη που δεν θα μετατρέπει απροκάλυπτα τις πολιτικές της προτιμήσεις σε δικαστικές αποφάσεις.


Ιστορικά, η συντεταγμένη εξουσία στην Ελλάδα έχει αναπτύξει δυναμικά ειδύλλια με τη δεξαμενή αυτή, τα οποία παρά τη διακοπή τους μετά το 1974, δείχνουν να αντέχουν στον χρόνο. Ο στρατός, η εκκλησία, η δικαιοσύνη και η εκκλησία έχουν υπάρξει οι κατεξοχήν βραχίονες ενός κράτους «εθνικού και ιδεολόγου», στη μείζονα διαδρομή του 20ού αιώνα. Πάντα υπάρχουν κάποιοι θύλακες στο εσωτερικό αυτών των πολιτειακών μηχανισμών που επιθυμούν να ανασυστήσουν το ειδύλλιο αυτό. Η ενθάρρυνσή τους από τον πολιτειακό περίγυρο κι από τα μηνύματα ανοχής που στέλνει η εκάστοτε κυβέρνηση και η κοινωνία, τους δίνει την ευκαιρία. Αυτό συμβαίνει σήμερα.


Το ελληνικό δεν είναι το μόνο, ούτε βέβαια το βαθύτερο «βαθύ κράτος». Η πολιτική βούληση αντιπαράθεσης μαζί του –κυρίως στον χώρο της δικαιοσύνης– δεν έλαμψε ποτέ στην Ελλάδα, ιδίως δε δεν έλαμψε στα χρόνια της προηγούμενης κυβέρνησης, πολλώ δε μάλλον σήμερα. Φαεινή εξαίρεση, σε επίπεδο επιλογών προσώπων, ο διορισμός της νυν προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας το φθινόπωρο του 2018. Ο προηγούμενος πρόεδρος του Συμβουλίου Επικρατείας που είχε επιλέξει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, με εισήγηση Παπαγγελόπουλου, ήταν ο δικαστής που κήρυξε αντισυνταγματικό τον νόμο Ραγκούση για την ελληνική ιθαγένεια, αναγάγοντας σε συνταγματική αρχή το δίκαιο του αίματος... Βαθύ το κράτος.


Κάθε φορά που θέλω να μετρήσω την αξία ή την απαξία μιας πράξης που έχει πολιτική σημασία (ανεξαρτήτως αν η πράξη δεν είναι η ίδια πολιτική με τη στενή έννοια) σκέφτομαι ένα μπανάλ ερώτημα με τον εαυτό μου: τι κόσμο θα παραδώσουμε στα παιδιά μας. Έχω λοιπόν συμβιβαστεί ότι θα παραδώσουμε έναν άδικο, άνισο κόσμο με χίλια δύο προβλήματα, συνεχίζοντας να παλεύουμε για να αλλάξει και να γίνει καλύτερος. Δεν μπορώ όμως να συμβιβαστώ με την ιδέα ότι θα είναι ένας κόσμος όπου οι εισαγγελείς θα επιβραβεύουν νεοναζί εγκληματίες.


Τη δημοκρατία δεν τη χαρίζουμε. Τους φασίστες, τους ναζί και τους συμμάχους τους θα τους νικήσουμε. Είναι χρέος μας στις γενιές που έρχονται. Διότι αν δεν το κάνουμε εμείς, θα το κάνουν αυτοί.