H δεκαετία δεν είναι τίποτε άλλο από μια συμβατική-αριθμητική κατάτμηση του χρόνου. Κι όμως, τη σύγχρονη εποχή, κυρίως από τα μισά του περασμένου αιώνα και στη συνέχεια όλο και περισσότερο, τη χρησιμοποιούμε για να καταλάβουμε το παρελθόν, για να αναπολήσουμε τη νιότη μας, για να νιώσουμε ότι ανήκουμε κάπου, για να προσανατολιστούμε στο σήμερα. Για παράδειγμα, η δεκαετία του '60 εδώ και αρκετό καιρό, η δεκαετία του '80 σχετικά πρόσφατα, έγιναν σημαντικά σημεία αναφοράς ώστε να καταλάβουμε τον νέο κόσμο που βρίσκεται σε μια διαρκή αλλαγή (κάποιοι μιλάνε για τη μεταμοντέρνα εποχή ή γι' αυτήν της ύστερης νεωτερικότητας). Οι δεκαετίες γίνονται σημαντικές σε μια εποχή που αντιλαμβάνεται και αναδιατάσσει τη ζωή με βάση όχι τόσο μεγάλα δραματικά γεγονότα, όπως ο πόλεμος, αλλά μικρές «εποχές» που στιγμάτισαν με αρνητικό ή θετικό τρόπο τις εμπειρίες μιας κατ' ουσίαν ειρηνικής και ευημερούσας περιόδου του δυτικού κόσμου.


Η δεκαετία που μας αφήνει είναι ταυτόχρονα μια επιβεβαίωση της συμβατικής (δημοσιογραφικής και ευρύτερης) αντίληψης που έχει διαμορφωθεί για να καταλαβαίνουμε την κοινωνική σημασία του χρόνου σε περιοδική βάση, αλλά ταυτόχρονα είναι από μόνη της ένα αρκετά διακριτό χρονικό διάστημα της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας, όπως και της διεθνούς. Δεν είναι μόνο η οικονομική κρίση της περιόδου αυτής που, τουλάχιστον για την Ελλάδα, εκθεμελιώνει βεβαιότητες ετών. Είναι κι άλλες παράλληλες εξελίξεις που ενισχύουν την αίσθηση ότι εδώ και περίπου δέκα χρόνια έχουν αλλάξει πολλά: η εισαγωγή και πλήρης εμπέδωση της ψηφιακής επανάστασης και της διαδραστικής επικοινωνίας, η αλλαγή του προφίλ της πολιτικής ηγεσίας σε πολλές σημαίνουσες χώρες είτε προς λαϊκιστικά είτε προς πιο αυταρχικά πρότυπα, η κορύφωση της τρομοκρατικής-θρησκευτικής βίας, τα νέα κύματα μετανάστευσης και πολλά άλλα.

 

Ο διττός ελληνικός εξαιρετισμός, είτε αυτός που σηματοδοτεί ένα ξεχωριστό και κυνηγημένο έθνος είτε αυτός που υπονοεί μια χώρα που δεν μοιάζει με τις άλλες «πολιτισμένες» χώρες της Δύσης, διαψεύστηκε πλήρως. Κι αυτό είναι το μεγαλύτερο κέδρος μας.


Η δεκαετία του 2010 γίνεται ορόσημο της πρώτης σκοτεινής περιόδου της παγκοσμιοποίησης, των πρώτων δυσοίωνων χρόνων μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ειδικότερα όσον αφορά την Ελλάδα μετά την εποχή της δικτατορίας. Είναι η πρώτη δεκαετία που αμφισβητεί ουσιαστικά το αίσθημα προόδου που είχε ο προηγμένος κόσμος παρά τις παλινωδίες και τις ανισότητες του παρελθόντος. Είναι μια περίοδος που σηματοδοτεί διεθνώς την επιστροφή σε περισσότερο σκληρούς διαχωρισμούς, σε περισσότερο κλειστές κοινότητες, σε περισσότερη επισφάλεια και επιφυλακτικότητα. Και το βασικότερο, είναι μια «δεκαετία» που δεν ξέρουμε εάν έχει τελειώσει πραγματικά.

 

Για να μείνουμε μόνο στα δικά μας, η δεκαετία που πέρασε ‒και ουσιαστικά το πραγματικό σημείο αφετηρίας της μπορεί να τοποθετηθεί είτε στο 2007 (φονικές πυρκαγιές στην Πελοπόννησο) είτε στο 2008 (δολοφονία Γρηγορόπουλου)‒ ισοδυναμεί με αιώνες σε σχέση με άλλες δεκαετίες. Οποιοσδήποτε απολογισμός της είναι καταδικασμένος στη μερικότητα, αφού έχουν συμβεί άπειρα γεγονότα που στιγμάτισαν τις ζωές όλων μας ‒ δύσκολο να μπουν σε μια αντικειμενική σειρά. Δεν είναι μόνο η χρεοκοπία του ελληνικού κράτους, δεν είναι μόνο ο εικονικός εμφύλιος πόλεμος που διεξήχθη στα φλογισμένα πληκτρολόγια μας από το 2010-15, δεν είναι μόνο η ανασύσταση της εξτρεμιστικής βίας ακροδεξιών και ακροαριστερών αποχρώσεων, δεν είναι μόνο οι έντεχνες πολιτικές απάτες και οι συλλογικές αυταπάτες, δεν είναι μόνο η αμφισβήτηση του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της χώρας, δεν είναι μόνο η νέα μετανάστευση προς το εξωτερικό στοιχεία που σφράγισαν τα χρόνια αυτά. Οι μεταβολές που συνέβησαν, ίσως οι πιο σημαντικές και πιο ανυπολόγιστες ακόμη, δεν αφορούν τόσο τους κοινωνικούς θεσμούς όσο τις βασικές δομές του κοινωνικού συναισθήματος.

 

Καχυποψία απέναντι σε βασικούς φορείς εξουσίας και επιρροής (κόμματα, ΜΜΕ), ανασφάλεια για καθοδική κοινωνική κινητικότητα, συνωμοσιολογία που έρχεται να αντικαταστήσει την επιστημονική γνώση, κατακερματισμός εμπειριών και γούστων, μνησικακία που εκφράζεται συχνότερα από τους insiders παρά από τους outsiders του κοινωνικού συστήματος, ναρκισσιστική αναζήτηση ταυτοτήτων έξω από κοινωνικές και βιολογικές νόρμες. Όλα αυτά και άλλα πολλά, ταυτόχρονα και μεμονωμένα, συνέθεσαν το μωσαϊκό του κοινωνικού συναισθήματος που δημιουργήθηκε τη δεκαετία που πέρασε, το οποίο άφησε ορατές πληγές στην κοινωνική συνοχή και βρίσκεται ακόμη ενεργό, παρά το γεγονός ότι ο πολιτικός φανατισμός της πρώτης περιόδου (μέχρι το 2015) έχει ατονήσει σημαντικά.

 

Το αισιόδοξο κομμάτι είναι πως, παρότι αυτή η σκοτεινή διάσταση της δεκαετίας κατασπάραξε εσωτερικά την κοινωνική διάθρωση, η Ελλάδα επέδειξε ξεχωριστές ικανότητας επιβίωσης, αναδίπλωσης, αναστοχασμού. Δύσκολα θα μπορούσε να αποδοθεί η σωτηρία της στο περιβόητο ελληνικό δαιμόνιο. Πράγματι, παραδοσιακοί παράγοντες που συνήθως βλέπουμε ως στοιχεία καθυστέρησης της Ελλάδας (οικογενειοκρατία, παραοικονομία, συντεχνιασμός) λειτούργησαν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο ως σωτήριες λέμβοι στο συνολικό ναυάγιο, αλλά δεν ήταν αυτοί που οδήγησαν στο προσωρινό απάνεμο λιμάνι. Ένα βουβό, αλλά αρκετά επίμονο κύμα πίστης ότι η Ελλάδα πρέπει να παραμείνει στον σύγχρονο κόσμο με όλα τα προβλήματα και τις αρρυθμίες του και να μη «γυρίσει τις πλάτες της στο μέλλον» την παρέσυρε σε σημαντικές καμπές στις λιγότερο επώδυνες επιλογές. Εκείνοι οι Έλληνες που έκαναν σωστά τη δουλειά τους κόντρα στις διάχυτες τάσεις αυτοκαταστροφής (και τα στερεότυπα κάποιων ξένων περί του αντιθέτου) είναι οι ανώνυμοι διασώστες της χώρας.


Αυτό δεν σημαίνει ότι αποκτήθηκε κάποια μαγική συλλογική αυτογνωσία. Αυτό που συνέβη είναι ότι ο διττός ελληνικός εξαιρετισμός, είτε αυτός που σηματοδοτεί ένα ξεχωριστό και κυνηγημένο έθνος είτε αυτός που υπονοεί μια χώρα που δεν μοιάζει με τις άλλες «πολιτισμένες» χώρες της Δύσης, διαψεύστηκε πλήρως. Κι αυτό είναι το μεγαλύτερο κέδρος μας. Η Ελλάδα όχι μόνο δεν είναι ένα «ανάδελφο έθνος», όχι μόνο βρήκε την έστω και στρυφνή υποστήριξη των εταίρων της αλλά έγινε και προάγγελος εξελίξεων που πλέον αφορούν όλες τις προηγμένες χώρες, σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα με ακόμα μεγαλύτερα κρούσματα εθνικισμού, λαϊκισμού και κοινωνικής αποσάθρωσης (βλ. Brexit, Κίτρινα Γιλέκα, τραμπισμός). Η επώδυνη αυτή δεκαετία, τελικά, μας έκανε λιγότερο μοναδικούς αλλά και λιγότερο μόνους. Περισσότερο αβέβαιους αλλά και περισσότερο κανονικούς.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO