«Ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία», όπως λέει το γνωστό τραγούδι του Μάνου Λοΐζου που είναι ταυτισμένο με κάθε αντιδικτατορική επέτειο. Όμως, σήμερα, το 2019, γνωρίζουμε καλά ότι η ιστορία αυτή δεν γράφτηκε μόνο με μπογιά στους τοίχους της λογοκρισίας. Ο δρόμος και την εποχή της μεγαλύτερης και πιο εμπεδωμένης δημοκρατικής περιόδου της σύγχρονης Ελλάδας, συνεχίζει να αποτελεί έναν δημόσιο χώρο εκδήλωσης ριζοσπαστικών πολιτικών απόψεων, ένα πεδίο έκφρασης μιας κοινωνικοπολιτικής δυσθυμίας απέναντι σε ό,τι θεωρείται καταπιεστικά κυρίαρχο ή εθνικά επιζήμιο.


Η μεταπολιτευτική ιστορία του δρόμου είναι τόσο πλούσια και τόσο σύνθετη, που οποιαδήποτε γρήγορη αποτίμησή της θα αδικούσε πτυχές και στιγμές της. Από τις τελετουργικές πορείες του Πολυτεχνείου στην Αμερικανική Πρεσβεία και τις βίαιες ή ειρηνικές διαδηλώσεις για εκπαιδευτικά, επαγγελματικά, ασφαλιστικά ή άλλα δικαιώματα μέχρι τις πολλαπλές πολιτικές χρήσεις της παρέλασης, τα συλλαλητήρια για το μακεδονικό και τα gay prides, η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, η πιο πλουραλιστική Ελλάδα που υπήρξε ποτέ, αμφισβητεί τον εαυτό της, εξεγείρεται συχνά-πυκνά απέναντι στους θεσμούς της, αντιδρά (συνήθως όχι μαζικά) ενάντια στην εποχή της πολιτικής αποστράτευσης, της παγκοσμιοποίησης, της τεχνοκρατικής διαχείρισης, της καθησυχασμένης καθημερινότητας.

 

Θα έλεγε, μάλιστα, κανείς ότι όσο η ελληνική κοινωνία έμπαινε πιο βαθιά στον εκδημοκρατισμό της, στον κόσμο της καταναλωτικής ευμάρειας, των πολύμορφων και ρευστών ταυτοτήτων, του θεσμικού εξευρωπαϊσμού και εθελοντικού εκδυτικισμού της, τόσο πιο πολύ κάποιες κοινωνικές ομάδες βρίσκανε αφορμή να διαδηλώσουν τη διαφορά τους, τη διάκρισή τους από το επαναπαυμένο σύνολο, τους «νοικοκυραίους» ή τους «ξενόδουλους» συμπολίτες τους. Η ύστερη Μεταπολίτευση, από τη δεκαετία του 1990 κι ύστερα, κάνει τον δρόμο σκηνικό πολιτικής παράστασηςεκείνης της (μειοψηφικής ή πλειοψηφικής) συλλογικότητας που χάνεται, μιας πολιτικότητας που έχει κυρίως αναφορές στο παρελθόν, μιας επαναστατικότητας του φαίνεσθαι.

 

 

Είναι σίγουρο ότι ο δρόμος ως πεδίο επιτελεστικών ασκήσεων (περφόρμανς) αντισυμβατικότητας έχει ενισχυθεί από την άνθηση των social media, ιδίως αυτό που θα αποκαλούσαμε «ειδωλολατρικό αντικομφορμισμό του Ιnstagram». Δηλαδή την παραγωγή εικόνων προσωπικής (δια)δήλωσης μιας εναλλακτικότητας άλλοτε μέσα από στιγμιότυπα εφήμερης συλλογικής κινητοποίησης (εθνικού, σεξουαλικού, πολιτικού χαρακτήρα) άλλοτε με selfies μπροστά σε αισθητικοποιημένα ερείπια επαναστατικού (ή απλώς χουλιγκανικού) βανδαλισμού.


Μια αόρατη κλωστή δένει ετερόκλητα γεγονότα όπως το Μad Μax σκηνικό που στήνεται μετά από πορείες με τα δακρυγόνα και τις μολότοφ, το silly walk της καλλιτεχνικής ομάδας στη σχολική παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου, τους αρχαίους πολεμιστές που εκστρατεύουν εναντίον υπαρκτών και ανύπαρκτων εχθρών και τον πρώην πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα που συμμετέχει στην πορεία του Πολυτεχνείου με δερμάτινο μπουφάν. Είναι μια περφόρμανς ριζοσπαστισμού, μια επιτελεστική πράξη επαναστατικότητας που θα σπάσει εικονικά συμβατικούς κώδικες και, κυρίως, θα επικαλεστεί με θεατρικότητα που θα ζήλευε και ο Κώστας Πρέκας έναν ανύπαρκτο ολοκληρωτισμό, μια κοινωνία αποξενωμένη, μια εξουσία μόνο με αυταρχικό πρόσωπο.

 

Είναι σίγουρο ότι ο δρόμος ως πεδίο επιτελεστικών ασκήσεων (περφόρμανς) αντισυμβατικότητας έχει ενισχυθεί από την άνθηση των social media, ιδίως αυτό που θα αποκαλούσαμε «ειδωλολατρικό αντικομφορμισμό του Ιnstagram». Δηλαδή την παραγωγή εικόνων προσωπικής (δια)δήλωσης μιας εναλλακτικότητας άλλοτε μέσα από στιγμιότυπα εφήμερης συλλογικής κινητοποίησης (εθνικού, σεξουαλικού, πολιτικού χαρακτήρα) άλλοτε με selfies μπροστά σε αισθητικοποιημένα ερείπια επαναστατικού (ή απλώς χουλιγκανικού) βανδαλισμού. Ο ελληνικός δρόμος ως ο δημόσιος χώρος μιας επισφαλούς σύγχρονης κοινωνίας όπως οι άλλες (και ίσως ακόμα πιο ανασφαλούς και επιθετικής λόγω της οικονομικής κρίσης) γίνεται το σκηνικό πάνω στο οποίο στήνονται προσωρινές παραστάσεις αμφισβήτησης του «κατεστημένου» και κτήσης του συναισθήματος του συνανοίκειν, που όλο και λιγότερο βιώνεται στην καθημερινή ζωή πέραν του οικογενειακού πλαισίου.

 

Η ελληνική κοινωνία δεν έχει χωνέψει την εποχή της εξατομίκευσης στην οποία αναπόδραστα έχει μπει εδώ και δεκαετίες. Δεν την έχει χωνέψει, με την έννοια ότι ένα μικρό, αλλά δυναμικό μέρος της δεν την έχει αποδεχτεί και εκλαμβάνει τα περιθώρια ελευθερίας που αυτή δίνει όχι ως προσωπικό ρίσκο αλλά ως γενικευμένη απειλή-αλλοτρίωση.


Εντούτοις, η δυσθυμία που εκδηλώνεται στους ελληνικούς δρόμους, όσο κι αν θέλει να επικαλεστεί παλιές κλειστές ταυτότητες (κομμουνισμός, εθνικισμός κ.ά.) ή να εφεύρει μια νέα οντολογία της ταυτότητας (με βάση σεξουαλικές προτιμήσεις ή την εξιδανίκευση της μετανάστευσης), δύσκολα μπορεί να κρύψει ότι έχει τις ρίζες της σε έναν κοινοτιστικό ή/και συντεχνιακό ατομικισμό. Ο σύγχρονος εξεγερμένος νάρκισσος στην Ελλάδα παρελαύνει στους δρόμους, πετώντας ρομαντικά συνθήματα, αμυντικές πολεμικές κραυγές (καμιά φορά και φλογερές μολότοφ), αναζητώντας κυρίως αυθεντικότητα σε προδομένα οράματα ή σε φανταστικές πραγματικότητες, ζητώντας κατοχύρωση του δικαιώματός του σε μια προσωρινά μονοσήμαντη ταυτότητα.


Από τη μια αγχωμένος από την ελευθερία του, αναζητά μπάτσους - γουρούνια - δολοφόνους, σύμβολα μιας πατριαρχικής εξουσίας που δεν βρίσκει στην οικογένεια, στο σχολείο, στην προσωπική του βιογραφία. Από την άλλη, εκτεθειμένος σε μια νέα ακαθόριστη συνθήκη (βλ. παγκοσμιοποίηση), τρώει επιδεικτικά χοιρινά σουβλάκια δίπλα σε ταλαιπωρημένους πρόσφυγες, επιζητώντας εχθρούς που δεν καταφτάνουν. Για τον ένα η χούντα δεν τελείωσε το '73, για τον άλλον μόνο τα δικά του θεία επιδέχονται βλασφημία. Και στις δύο περιπτώσεις η παράσταση του πολιτικοποιημένου νάρκισσου θα τελειώσει, η ριζοσπαστική selfie θα μείνει. Η ζωή θα συνεχίσει, ανεξάρτητα από την παράσταση του πολιτικοποιημένου δρόμου, χωρίς επαναστατικά τσιτάτα και εθνικοπατριωτικά κλισέ, χωρίς βέβαιο τέλος.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO