Πραγματικά, βαριέμαι τις ανιαρές συζητήσεις. Αυτές όπου μιλάει μια επιτροπή σοφών, κατά κανόνα 60+, και μας λέει κάτι που δεν μας πολυνοιάζει. Τοποθετήσεις που κρατάνε άπειρη ώρα και περίεργες στιγμές που σε κάνουν να θες να φύγεις τρέχοντας. Όμως, δεν είναι όλες οι συζητήσεις έτσι. Ειδικά οι οργανωμένες συναντήσεις για ένα συγκεκριμένο θέμα είναι μικρές ιεροτελεστίες.

 

Καιρό πριν ορίζεται το θέμα που θα συζητηθεί. Υπάρχει κάποιο σχετικό βιβλίο που πρέπει να πάρεις, κάποια βίντεο που πρέπει να δεις, υλικό. Ορίζεται ημερομηνία. Μέσα στο τρικυμιώδες εβδομαδιαίο πρόγραμμα του καθενός υπάρχει μια προβλέψιμη σταθερά: κάθε Τετάρτη, 5-7, θα ακούω για ιστορία της τέχνης, βιολογία, τον Εμφύλιο. Υπάρχει η ηρεμία και η ευγένεια των συζητήσεων που γίνονται σε μπαρ, καφέ, ζεστά βιβλιοπωλεία με χοντρούς τόμους και ξύλινο πάτωμα, αίθουσες συσκέψεων με μυρωδιά χαρτιού και καφέ. Υπάρχει η χροιά της φωνής των συνομιλητών, οι χειρονομίες τους, τα πρόσωπά τους. Υπάρχει μια αίσθηση ότι «εμείς, εδώ, μαζί, τώρα» παρακολουθούμε αυτό.

 

Υπάρχει η μυρωδιά της προοπτικής της ανακάλυψης. Σου μεταδίδεται η αίσθηση ότι κάτι σοβαρό θα συμβεί αν μελετήσεις το βιβλίο που συζητάνε ή αν δώσεις λίγη προσοχή στη διαφάνεια που προβάλλεται. Υπάρχει η ενέργεια ενός μέρους με μαζεμένους ανθρώπους. Υπάρχει το διάλειμμα για τσιγάρο ή αέρα και η σιωπή ανάμεσα σε δύο μισάωρα της ίδιας κουβέντας για το ίδιο θέμα. Υπάρχει η κοινότητα των προσώπων που νοιάζονται γι' αυτή την ταινία ή γι' αυτόν τον πλανήτη και η γαλήνια εντύπωση που αφήνει το να μαθαίνεις νέα πράγματα. Και η κατευναστική απουσία ειδοποιήσεων, διεισδυτικών σκρολαρισμάτων σε προφίλ και αρρωστημένων συσχετισμών ανάμεσα σε στοιχεία που αλιεύτηκαν κάπου στο Ίντερνετ και μπορεί να είναι ή να μην είναι αλήθεια. Λείπει κι αυτή η χυλώδης εντύπωση μιας ξεχειλωμένης συζήτησης που δεν πάει πουθενά κι αυτή η πηχτή αίσθηση ότι δεν ξέρεις ακριβώς τι κάνεις, απλώς ακολουθείς τη διάσπαση της προσοχής σου.


Ανήκω στη γενιά που μεγάλωσε με το Ίντερνετ. Λατρεύω την τεχνολογία. Ένα απ' τα ωραιότερα πράγματα που οι millennials παίρνουμε ως δεδομένο είναι η αμφισβήτηση της αυθεντίας που ήρθε με το Ίντερνετ. Δεν έχουμε καμία εκκλησιαστική ευλάβεια για τίποτα και δεν είμαστε πιστοί σε πολλά. Μεγαλώνοντας με το google, μάθαμε να ψάχνουμε, να αμφιβάλλουμε και να έχουμε περιέργεια. Αλλά μου φαίνεται πως τώρα κερδίζουμε και κάτι άλλο. Μαθαίνουμε πάλι ν' ακούμε. Σε βίντεο. Σε podcast. Σε audiobooks και σε γαλήνια offline απογεύματα. Εστιάζω στα τελευταία.

 

Αυτή την ψευτοελευθερία του random κραξίματος νομίζω ότι η γενιά μας «την ξέρει, τη δοκίμασε, δεν ωφελεί». Δεν μου κάνει εντύπωση που οι millennials έχουν σκαλώσει στο Instagram. Είναι ένα όμορφο συννεφάκι όπου κανείς δεν μαλώνει με κανέναν.


Απ' όταν ήμασταν σχολείο, μπορούσες να σχολιάσεις και να «κράξεις» τα πάντα. Μπορούσαμε ν' αφήσουμε ανώνυμα σχόλια παντού, λέγοντας πόσο φριχτό ήταν εκείνο εκεί το τραγούδι, ή να διαφωνήσουμε με τους συμφοιτητές μας σε φόρουμ και Facebook με σχόλια για το οτιδήποτε. Έχουμε πληκτρολογήσει πολύ. Έχουμε σχολιάσει πολύ. Έχουμε μπλεχτεί σε περίεργες έρευνες στο google για να βρούμε χίλια δυο πράγματα, άλλοτε junk, άλλοτε την αληθινή αδιαμεσολάβητη γνώση.

 

Ίσως γι' αυτό μπορούμε να εκτιμήσουμε πάλι την απλότητα και τη γοητεία των offline συζητήσεων. Ίσως γι' αυτό θεωρούμε πια ότι τα σχόλια και οι ατέρμονες διαφωνίες στο Ίντερνετ δεν είναι κουλ. Βρομάει παλιό. Ακόμα κι όταν το κάνουμε ως «κάψιμο» περνάει, δεν νομίζουμε ότι κάτι πετύχαμε. Ίσως το ότι περάσαμε τόσο χρόνο στα 18 και στα 22 μας κράζοντας, σχολιάζοντας και ξανασχολιάζοντας online να μας έδωσε αυτή την πολύτιμη γνώση του πώς είναι, μετά από κάποιο οριακό σημείο, απλώς να πετάς την ώρα σου στα σκουπίδια. Πάντα μου φαίνονταν απελπιστικές εκφράσεις μοναξιάς ή άλλων σκοτεινών καταστάσεων τα γεμάτα τοξική μανία σχόλια στο Ίντερνετ (γιατί να γράψεις κάτω από μουσική του J.S. Bach «υπερεκτιμημένος»;). Αλλά τα τελευταία χρόνια μού φαίνονται παλιακά, ντεμοντέ, γερασμένα.


Αυτή την ψευτοελευθερία του random κραξίματος νομίζω ότι η γενιά μας «την ξέρει, τη δοκίμασε, δεν ωφελεί». Δεν μου κάνει εντύπωση που οι millennials έχουν σκαλώσει στο Instagram. Είναι ένα όμορφο συννεφάκι όπου κανείς δεν μαλώνει με κανέναν. Σχόλια στα σχόλια και διαφωνία για τη διαφωνία, την online μαγκιά μάλλον τη σιχαθήκαμε. Τι είναι, όμως, αυτό που μας κάνει να πηγαίνουμε σε συναντήσεις ρητορικών ομίλων, οργανισμών πολιτικού ή φιλοσοφικού προβληματισμού; Γιατί ξανάγιναν της μόδας βραδιές/πρωινά συζητήσεων σε όλη την Ευρώπη; Διάφοροι λόγοι, μεταξύ των οποίων και κάτι μαγικό.


Λείπει η τοξικότητα. Λείπει αυτό το μίσος για τον συνομιλητή σου. Λείπει αυτή η μανία να δείξεις πόσο σπουδαίος και καλός και γνώστης είσαι. Είναι οk σ' ένα σεμινάριο, μια ομιλία, μια σινεφίλ παρουσίαση να μην τα ξέρεις όλα από πριν. Πας για να μάθεις. Λείπει αυτό το ιδιαίτερο μείγμα από μιζέρια, αυτοαπέχθεια και αυτοθαυμασμό που σου χαρίζει το «λιώσιμο» στα online σχόλια. Ακούς και σημειώνεις, δεν σχολιάζεις προκλητικά, αφού οι παρευρισκόμενοι δεν ηδονίζονται με τη διάχυτη αγένεια. Μια διαφωνία offline με άλλους χρόνους και άλλες εντάσεις έχει και άλλα όρια. Μπορεί να ξεκινήσει σ' ένα βιβλιοπωλείο ή ένα αμφιθέατρο και να μείνει εκεί. Οριοθετημένα, ξεκούραστα. Στη χειρότερη, ξαναβρίσκεις την ηρεμία σου στον δρόμο για το σπίτι. Στην καλύτερη, ο καφές των συνομιλητών γίνεται μπίρα και ανάλυση.

 

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO