Αυτή η χώρα υποτίθεται πως είναι φλύαρη και δεν ξέρει να κρατάει μυστικά. Φυσικά πρόκειται για ψέμα, για άλλο ένα στερεότυπο που κυκλοφορεί ευρέως, γιατί απλώς βολεύει να το πιστεύουμε. Κάποιος που δεν μπορεί να κρατήσει τα μυστικά του αθωώνεται στα μάτια μας, αφού μετατρέπεται σε κάτι ανάλαφρο και αφελές, ενώ μπορεί να έχει βαριές ευθύνες. Έτσι, άλλωστε, η εθνική μας επιπολαιότητα μπορεί να γίνεται δικαιολογία για την αδιαφορία και την εθελοτυφλία.


Σκέφτηκα πάλι τον γερασμένο μύθο της έξω καρδιάς και φλύαρης Ελλάδας, έχοντας κατά νου το τελευταίο κρούσμα απανθρωπιάς, τον βιασμό της δωδεκάχρονης από τον κληρικό και το πώς, για άλλη μια φορά, κάποια «τοπική κοινωνία» ήξερε, αλλά δεν μιλούσε.


Μα, γιατί δεν μιλούσαν; Τι τους εμπόδιζε; Το ερώτημα πάει κατευθείαν στην καρδιά ενός ζόφου που νομίζω πως συνιστά, εν τέλει, μια ελληνική ιδιαιτερότητα. Με άλλα λόγια, δεν πιστεύω πως επειδή σε αυτή την περίπτωση ο θύτης έτυχε να είναι παπάς λειτούργησε παραλυτικά η συντηρητική ευλάβεια των Μανιατών. Διότι και αυτά τα ευσεβή συναισθήματα είναι, σε μεγάλο βαθμό, αέρας κοπανιστός, αφού στη χώρα πνέει εξίσου και ένας διάχυτος λαϊκός αντικληρικαλισμός που δεν χαρίζεται στους εκκλησιαστικούς πατέρες.

 

Οι λεγόμενες τοπικές κοινωνίες είναι εδώ και καιρό το φίλτρο της ελληνικής λήθης. Στην ουσία μιλάμε για νοσηρή εσωτερική συνεννόηση πολλών ανθρώπων να προσποιούνται πως δεν γνωρίζουν, ενώ γνωρίζουν, να βλέπουν, μα να κάνουν τους τυφλούς, να διαπιστώνουν το κακό, μα να προσπερνούν, σφυρίζοντας και σχολιάζοντας πίσω από γρίλιες.


Πιο σημαντική είναι, πιστεύω, η βαθιά καχυποψία για τους πολιτικούς νόμους και η ενστικτώδης σχεδόν προσχώρηση στις αλήθειες της οικογένειας και του στενού κύκλου. Η σιωπή για πολλά εγκλήματα ακουμπάει στην ιδέα πως η κοινωνία έχει «απ' όλα τα φιντάνια» και πως «αυτό το κράτος» δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Μια απαισιόδοξη θυμοσοφία συνοδεύει συνήθως την ατομική απάθεια και το πνεύμα έλλειψης συνεργασίας με τις Αρχές, οι οποίες, εξάλλου, παρουσιάζονται διαρκώς ως μεγαλύτερο κακό. Κάπως έτσι πέρασαν και περνούν ατιμώρητα άπειρα δράματα πίσω από κλειστές πόρτες και αυτό που αποκαλώ εδώ «η οδύνη των σωμάτων»: οδύνη στα χέρια γνωστών και συγγενών, στα χέρια του ενός και του άλλου εκμεταλλευτή της θέσης του απέναντι στον αδύναμο.


Οι λεγόμενες τοπικές κοινωνίες είναι εδώ και καιρό το φίλτρο της ελληνικής λήθης. Στην ουσία μιλάμε για νοσηρή εσωτερική συνεννόηση πολλών ανθρώπων να προσποιούνται πως δεν γνωρίζουν, ενώ γνωρίζουν, να βλέπουν, μα να κάνουν τους τυφλούς, να διαπιστώνουν το κακό, μα να προσπερνούν, σφυρίζοντας και σχολιάζοντας πίσω από γρίλιες. Οι μικροί κύκλοι, η παρέα, η κοινότητα που δεν θέλει ο «ξένος» νόμος να της ορίζει καθήκοντα και υποχρεώσεις. Έτσι οι περιβόητες τοπικές κοινωνίες έχουν δημιουργήσει ιδεώδη τείχη προστασίας για βιαστές, εμπρηστές, καταπατητές, ντόπιους χασισέμπορους και σωματέμπορους, οικογένειες βασανιστών. Αν δεν δούμε και τον συγκεκριμένο παπά-βιαστή μέσα σε αυτό το πλέγμα, δεν θα καταλάβουμε γιατί το θύμα δεν γινόταν πιστευτό.

 

Κάποιες φορές, βέβαια, οι τοπικές κοινωνίες μπορεί να λειτουργούν λυτρωτικά και προστατευτικά σε σύγκριση με ένα γραφειοκρατικά πελαγωμένο σύστημα κρατικής πρόνοιας. Δεν έχουν όλες τους τις ιδιότητες του αναισθητικού, υπάρχουν πάντα οι εξαιρέσεις. Νομίζω όμως πως τις περισσότερες φορές η αδιαφορία του κράτους ή η αργοπορία και οι παραλογισμοί των δημόσιων υπηρεσιών γίνονται φτηνή δικαιολογία του ιδιώτη για να σιωπά ή να ανέχεται τις πιο απαράδεκτες καταστάσεις. Εκατοντάδες χιλιάδες παρανομούν με τη δικαιολογία ότι ο πρώτος καταπατητής είναι το κράτος και οι κυβερνήσεις.

 

Υπάρχει, όμως, και μια άλλη διάσταση που περιπλέκει τα πράγματα. Συχνά, άνθρωποι που εμφανίζονται ευαίσθητοι για την οδύνη των σωμάτων και τους βιασμούς διακατέχονται με τη σειρά τους από τον ίδιο πρωτόγονο αντικρατισμό της ελληνικής τοπικής κοινωνίας. Αρνούνται τη συνεργασία με τις Αρχές ως «ρουφιανιά», ενώ συγχρόνως καταγγέλλουν τον νόμο της σιωπής και της κοινωνικής αδράνειας. Βλέπουν την καταστολή ως κάτι κακό, ενώ, από την άλλη, εξοργίζονται (και δικαίως) για την ατιμωρησία και την ασυδοσία. Η λογική της ατιμωρησίας συνδυάζεται έτσι μοιραία με αντιλήψεις αυτοδικίας και αυτοκάθαρσης ή με αυτοματισμούς αντεκδίκησης. Σε τελική ανάλυση, η κουλτούρα του εφησυχασμού, η καχυποψία για τον νόμο και η εσωτερική σύμπνοια των κοινοτήτων είναι τα ιδεώδη περιβάλλοντα για τη συνέχιση της βαναυσότητας, της σεξουαλικής και οικονομικής εκμετάλλευσης και χειραγώγησης.


Θα μπορούσε να είναι διαφορετικά; Ίσως. Η αντίληψη ότι δεν μιλάμε για τα οικεία δεινά έχει υποχωρήσει (και ευτυχώς) τα τελευταία χρόνια. Παρά την ισχύ των οικογενειακών και συγγενικών δεσμών, πολλοί και πολλές βρίσκουν πλέον τη δύναμη της καταγγελίας και της ψυχικής απόδρασης. Η παρακμή των «δεσμεύσεων», που γενικά στιγματίζεται ως συνέπεια του σύγχρονου ατομικισμού, φέρνει μαζί της και μια νέα θετική δυνατότητα για τους πιο ευάλωτους: ότι μπορούν πια να βρίσκουν στήριγμα σε θεσμούς και δομές μακριά από τα κακοποιητικά περιβάλλοντα και τις ενοχές τους.


Η εμπιστοσύνη σε δημόσιες δομές είναι πολύτιμο κομμάτι της πολιτικής παιδείας των συγχρόνων. Αυτό σημαίνει πως η δημοσιοποίηση της ατομικής οδύνης παραμερίζει τα οικογενειακά και τοπικιστικά φράγματα. Τα άτομα δεν ανήκουν στις οικογένειές τους ούτε και στο κράτος: μπορούν όμως να βρουν τη δύναμη να μιλήσουν για το κακό, όταν το κράτος πάρει στα σοβαρά τον ρόλο του και πάψει να γλείφει τις τοπικές κοινωνίες και τη δήθεν σοφία τους.