Ο Τάκης Σπυριδάκης που πέθανε προ ημερών συμβόλιζε για τους περισσότερους τον τύπο μιας χαμένης ροκ ελευθεριότητας. Στη μορφή του, στο ύφος της ομορφιάς του και στη φθορά ακόμα των ρυτίδων που ήρθαν μετά ένας κόσμος πρόβαλλε εικόνες μιας αντισυμβατικότητας ανάμεικτης με μια παλιού τύπου εντιμότητα και ένα αλέγρο στυλ: την πίστη, ας πούμε, σε έναν ορισμένο τρόπο ζωής που δεν είναι αυτός της πλειοψηφίας, μα κάποιων ιδιαίτερων ανθρώπων.

 

Παρ' όλα αυτά, όπως μαθαίνουμε, ο Σπυριδάκης αγαπούσε την τζαζ και όχι τόσο τη ροκ. Και πολλά απ' όσα θα του αποδώσει η φαντασία του κοινού μάλλον δεν ανταποκρίνονται στις αλήθειες της ζωής του.


Σκέφτομαι τον Τάκη Σπυριδάκη και όλο εκείνο το σύμπαν του Νίκου Νικολαΐδη –πρόσωπα, ήχοι, χρώματα‒ καθώς από καιρό θέλω να γράψω για τα Εξάρχεια. Κάτι, όμως, με εμπόδιζε και ακόμα με δυσκολεύει: το ότι τα Εξάρχεια δεν είναι ένα θέμα ανάμεσα στα άλλα, μα από καιρό έχουν γίνει ατζέντα κορυφής και ένας συμβολικός τόπος όπου, όπως φαίνεται, κρίνονται και διαχωρίζονται ορατά και αόρατα στρατεύματα και συμμαχίες. Υπάρχουν οι δηλωμένα φιλοεξαρχειώτες και οι αντιεξαρχειακοί. Υπάρχουν και όσοι/-ες προσπαθούν, συχνά με νύχια και με δόντια, να διατηρήσουν μια κάποια απόσταση από τις εύκολες απαντήσεις.

 

Όπως συνέβη και με τις εμβληματικές περσόνες του παρελθόντος τους, φιγούρες του αναρχικού πανθέου, καλλιτέχνες της αυτοκαταστροφικής υπέρβασης και εραστές της νυχτερινής μέθης, στα Εξάρχεια όλα πάνε να βουλιάξουν κάτω από τα σύμβολα. Σαν να μην πηγαίνει εκεί άνθρωπος για γάλα και τσιγάρα στο ψιλικατζίδικο της γωνίας, σαν να μην υπάρχουν καρότσια μωρών και κλινήρεις γέροι, σαν να μην κατοικούν μηχανικοί που ψήφισαν τον Ιούλιο Κυριάκο Μητσοτάκη, παρά μόνο αρχιτέκτονες της γενιάς του '60 που αγάπησαν σφόδρα τον Αλέξη Τσίπρα – αν και μέχρι πριν από λίγα χρόνια θα τον θεωρούσαν συμβιβασμένο ρεφορμιστή.

 

Με δυο λόγια, τα Εξάρχεια έχουν εξαϋλωθεί κι έχουν γίνει παρανάλωμα κάποιων πολιτικών ονείρων. Τώρα όμως δυο βλέμματα ψάχνουν να εξηγηθούν μεταξύ τους, εξοφλώντας παλιούς λογαριασμούς.

 

Ένα αντικαθεστωτικό χωριό πίσω από το οποίο στεγάζονται τα πιο διαφορετικά πράγματα: νοσταλγίες της πρώτης νεότητας, κληρονομημένοι φόβοι για τον μπάτσο, αριστερά τραύματα. Στο πέρασμα των χρόνων, η θρησκεία της εξέγερσης έγινε τελετή ενηλικίωσης ανήσυχων νέων, μαζί όμως και παιχνίδι ισχύος και μια ρουτίνα μητροπολιτικής καταστροφικότητας σε αναμονή κάποιου μεγάλου Τελικού Πολέμου.


Το ένα βλέμμα –ας το ονομάσω, καταχρηστικά, δεξιό, αν και δεν περιορίζεται σε ένα κομματικό κοινό‒ ονειρεύεται μια ανέφικτη προαστιακή ευπρέπεια, έναν Χολαργό στη θέση των ταγκαρισμένων νεοκλασικών του εξαρχειώτικου βιότοπου. Εδώ, η τάξη ταυτίζεται με τη χαμένη αστική ομοιογένεια ή με την κατάργηση κάθε ανατρεπτικής παραφωνίας. Δεν είναι, όμως, τόσο η ευνομία που ενδιαφέρει όσο η εικόνα της επιβολής του νόμου που ενθουσιάζει. Κάπου εδώ ξεπροβάλλει η ανακούφιση και η χαρά στο ενδεχόμενο να γκρεμιστούν τα «τσαντίρια» και όλα όσα συνδέονται με αυτά.

 

Δεν είναι όμως αυτή όλη η ιστορία. Απέναντι σε αυτό το βλέμμα, και σε μεγάλο βαθμό εδώ και καιρό χορηγός του, ζει και αναπαράγεται η θρησκεία της εξέγερσης. Ένα αντικαθεστωτικό χωριό πίσω από το οποίο στεγάζονται τα πιο διαφορετικά πράγματα: νοσταλγίες της πρώτης νεότητας, κληρονομημένοι φόβοι για τον μπάτσο, αριστερά τραύματα.

 

Στο πέρασμα των χρόνων, η θρησκεία της εξέγερσης έγινε τελετή ενηλικίωσης ανήσυχων νέων, μαζί όμως και παιχνίδι ισχύος και μια ρουτίνα μητροπολιτικής καταστροφικότητας σε αναμονή κάποιου μεγάλου Τελικού Πολέμου. Τέλος, έχει μπει στη μέση, και ορίζει πια ένα κομμάτι της επικράτειας, η αισθητική του μηδενισμού και η νοσηρή κανονικοποίηση των καμένων κάδων. Και από δίπλα, αυτό που στη γλώσσα των ημερών έχει ονομαστεί ναρκομαφίες και η δική τους σκοτεινή παραεξουσία.

 

Αυτό που αφήνεται έξω από το σκηνικό δράμα της εξέγερσης και της αντιεξέγερσης είναι η καθημερινότητα. Δεν χρησιμοποιώ τη λέξη της μόδας «κανονικότητα» που έγινε κι αυτή πια ιδεολογικό σύμβολο (σωτήριος στόχος για τους μεν και ανάθεμα για τους δε), αλλά αναφέρομαι στη χαμηλής κλίμακας καθημερινότητα που δεν θέλει να εκπροσωπείται από τους επαγγελματίες των συμβολισμών. Ας το ορίσουμε διαφορετικά: τα Εξάρχεια υποφέρουν από κορεσμό συμβολικών πολέμων και ακραίων ιδεολογικών στοιχημάτων.

 

Συγχρόνως, πιέζονται και από νέες μηχανές ομογενοποίησης, από το Αirbnb και τον δικό του ταξικό και πολιτισμικό ηγεμονισμό που χαράζει νέες διαιρέσεις μέσα στην κατακερματισμένη πόλη. Το βέβαιο είναι πως έχουν γίνει περισσότεροι όσοι βλέπουν τώρα τα Εξάρχεια ως ένα σύνολο παραπτωμάτων και παραβάσεων. Ειδικά εξ αποστάσεως, πολλοί δεν μπορούν να φανταστούν κάτι άλλο εκτός από τα γεγονότα του αστυνομικού δελτίου.

 

Από την άλλη πλευρά βρίσκουμε όσους τα αγκαλιάζουν φιλόστοργα, σαν να είναι πάντα τα Εξάρχεια των ηρωικών λόχων της ΕΠΟΝ ή οι ανάσες ελευθερίας και αντικομφορμισμού των πρώτων χρόνων της Μεταπολίτευσης. Απωθημένα ενός συντηρητισμού που από καιρό έχει πειστεί πως τα Εξάρχεια είναι η κόλαση και πείσματα και τύφλωση μιας αριστεράς που όλο και πιο συχνά πνίγεται στον ίδιο της τον λυρισμό.

 

Σε αυτό το σημείο έχουμε πάψει πια να καταλαβαίνουμε τι συμβαίνει και ο ένας κλείνει τα μάτια με τον φόβο μήπως αληθεύει αυτό που ισχυρίζεται ο άλλος. Μιλάς με αριστερούς που φοβούνται το έγκλημα, μα δημοσίως μπαίνουν στο ρούχο της αντικαταστολής. Και από την άλλη, διαβάζεις τις απλουστευτικές τερατολογίες όσων θεωρούν πως τα Εξάρχεια είναι σαν το Μπρονξ πριν από τον δήμαρχο Τζουλιάνι.

 

Μπορούμε να σκεφτούμε κάτι διαφορετικό για τα Εξάρχεια; Εδώ που φτάσαμε, μοιάζει σχεδόν αδύνατο. Συναντά, μάλιστα, κανείς και την άποψη ότι δεν επιτρέπεται να έχεις καν λόγο γι' αυτά, παρά μόνο αν κατοικείς εκεί. Ή, έστω, μόνο αν έχεις περάσει εκεί άπειρες ώρες της ζωής σου. Τυχαίνει να καλύπτω το τυπικό προσόν των άπειρων ωρών, όμως τέτοιοι όροι φαίνονται εξωφρενικοί: είναι το δείγμα μιας σχεδόν tribal αλαζονείας που είναι βαθιά ολοκληρωτική στον πυρήνα της.

 

Στο κάτω-κάτω, τα Εξάρχεια είναι κομμάτι του κεντρικού ιστού της Αθήνας. Ανήκουν, όπως κάθε συνοικία και περιοχή της πρωτεύουσας, σε όλους και σε όλες, πέρα από τον εγωισμό κάθε ατομικής βιογραφίας και τα αναμνηστικά της. Πιστεύω, όμως, πως για να μιλήσουμε γι' αυτά και τη μοίρα τους πρέπει να εγκαταλείψουμε το ύφος του ιδιοκτήτη, του νόμιμου επικαρπωτή ή του αιώνιου κληρονόμου. Να αναγνωρίσουμε ότι η παρακμή και ο αυταρχισμός φυτρώνουν παντού, με όποιο σύστημα σκοπών και αν στολίζονται δημόσια. Και, φυσικά, να μην ταυτίζουμε το κράτος δικαίου και τους κανόνες του με τη «βρεγμένη σανίδα» των θυμωμένων παππούδων, πόσο μάλλον με το «αιματάκι των μπάχαλων».


Όπως και σε πλείστα άλλα της ελληνικής ζωής, τα Εξάρχεια χρειάζονται περισσότερη αλήθεια. Όχι την καθήλωση στον μύθο τους ούτε την αντικατάσταση των παλιών μύθων από μια εκδικητική ψευδο-κανονικότητα. Έτσι κι αλλιώς, οι πολιτικές μνήμες και οι καλλιτεχνικές γενεαλογίες δεν μπορεί να αποκαθηλωθούν με διοικητικά μέτρα ούτε με αστυνομικές επιχειρήσεις. Ωστόσο, οι κάτοικοι της Στουρνάρη και της Τρικούπη πρέπει, επειγόντως, να αναπνεύσουν· τα παιχνίδια κυριαρχίας να αυτοπεριοριστούν· οι ρόλοι να αφήσουν επιτέλους χώρο στην κοινή ελευθερία, στην ανώνυμη και δίχως διακριτικά ελευθερία των πολλών. Γιατί, όπως και αν φανταστεί κανείς την ιδιαιτερότητά τους, τα Εξάρχεια δεν ανήκουν ούτε στην τέχνη, ούτε στα στέκια τους, ούτε στις συλλογικότητές τους. Δεν ανήκουν στις επίσημες ή στις underground αγορές τους. Ούτε καν στην ιστορία και σε μία και μοναδική κληρονομιά εναλλακτικού βίου.


Μπορεί να υποθέσουμε ότι για διαφόρους λόγους της κοινωνικής τους σύνθεσης τα Εξάρχεια πολύ δύσκολα θα γίνουν συντηρητικά. Κανένας όμως δεν είναι υποχρεωμένος να ακούει πανκ αν του αρέσει η τζαζ, ούτε να συμμετέχει σε καταδρομικές περφόρμανς αν αγαπάει τη νομιμότητα. Έτσι κι αλλιώς, η ανθρώπινη συνύπαρξη είναι ευθύνη και αυτοπεριορισμός. Αυτό που δεν έχει νόημα είναι η αιχμαλωσία της καθημερινότητας και η συμφιλίωση με τον φόβο.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO