Έχει φτάσει πάλι αυτή η εποχή του βαθέος, αποχαυνωτικού θέρους, όπου όλοι ονειρεύονται νησιά, ανεμελιά, ακρογιαλιές, δειλινά – κάπου ιδανικά να πάνε, όσοι μπορούν, όπως μπορούν, όσο μπορούν, μακριά από το αστικό καμίνι και τις αβάσταχτες υποχρεώσεις.

 

Σαν να μην έφτανε η καθημερινή φόρτιση, η ατμόσφαιρα στην πόλη επιβαρύνεται επιπλέον με προσδοκίες, με λαχτάρες, με επιθυμίες απόδρασης, με οράματα από παλιά καλοκαίρια, αλλά και φθόνο –την πιο τοξική ουσία της ανθρώπινης σύστασης‒ για όσους έχουν κλείσει ή έχουν φύγει διακοπές σε ομορφότερα, σε κοσμικότερα, σε πιο ιδανικά μέρη από αυτά που θα βρεθούμε εμείς, «εάν και εφόσον...». Και οι εξιδανικευμένες, επιμελώς στημένες αναρτήσεις / ανταποκρίσεις / πόζες από «μαγικά μέρη» στο Instagram καθόλου δεν βοηθάνε την κατάσταση.


Πού, πώς, πότε, με ποιον, με ποια, με ποιους;


Πονάει πάντα εκείνο το σημείο στη Γραμμή του ορίζοντος του Βακαλόπουλου:

«Kάποτε υπήρχε μόνο ένα νησί και τώρα πηγαίνουν όλοι σε κανένα νησί, να πάμε σε κανένα νησί, θα είναι σε κανένα νησί, θα ανακαλύψουν κανένα νησί. Η Βάνα θα βρίσκεται σε κανένα νησί αυτήν τη στιγμή, θα πίνει κανένα ποτό. Πίνουν διάφορα ποτά, ταξιδεύουν σε διάφορα νησιά, έχουν συνεχώς την αίσθηση ότι δεν ήπιαν ακόμα τίποτα, δεν πήγαν πουθενά. Τα ανακατεύουν για να ξεχάσουν ότι υπάρχει μόνο ένα νησί, μια παραλία, ένα ποτό..».


Θυμάμαι κι ένα «καλοκαιρινό/ερωτικό» ποίημα που είχε γράψει ακριβώς πριν από πενήντα χρόνια (όταν ήταν τριάντα ετών) ο Αμερικανός ποιητής Φρανκ Λίμα με τίτλο απλώς «Summer (a love poem)»:

 

Ήθελα να είμαι σίγουρος ότι αυτό είναι το νησί μας
για να περπατάμε πλάι στη θάλασσα ανάμεσα στα μεγάλα αστέρια
Σου προσφέρω την τρομερή μου σωφροσύνη
Την αιώνια εκείνη φωνή που δεν με αφήνει να σε πλησιάσω
Παρ' ότι κάθε φθινόπωρο είναι σαν να σμίγουμε ξανά
Νιώθω την απελπισία ενός γίγαντα που έχει παγώσει στο τσιμέντο
όταν αγγίζω την πόρτα που έχεις πάνω της σταθεί
Αυτό δεν εννοείς;
Τη χαρά που δίνουν τα χέρια
και τα χείλη που είναι πιο υγρά από τον ωκεανό
ή τον υπέροχο πόνο
των δοντιών χωρίς ανάσα
σ' ένα ταραγμένο όνειρο
που δεν σκεφτόμουν τίποτε άλλο
εκτός από σένα με φόντο τον ουρανό
καθώς σε ξεδίπλωνα
σαν να είναι η ζωή μου υγρό σινιάλο
ενός μεγάλου έρωτα που εμείς εφηύραμε
σαν κομήτης που κόβει τον αέρα ανάμεσά μας!...

(30 Ιουλίου 1969)


Υπάρχει, βέβαια, πάντα και ο στεγνός πραγματισμός της κεκτημένης με βάσανα και πικρίες ωριμότητας που εξορκίζει επιτυχώς τα φαντάσματα μιας καλοκαιρινής νεότητας γεμάτης ανεμελιά αλλά και αβάσταχτου άγχους συντήρησης σχέσεων υπό τον ήλιο και την αλμύρα και φέρνει το γαϊδουροκαλόκαιρο στις αληθινές του διαστάσεις («ο σώζων εαυτόν σωθήτω», δηλαδή), όπως εκφράζεται στο παλιό εκείνο ποιηματάκι της Ντόροθι Πάρκερ «Indian Summer»:

 

Στα νιάτα μου, είχα βρει ένα τρόπο
να κάνω ό,τι μπορώ για να ευχαριστήσω κάθε περαστική αγάπη
αλλάζοντας τον εαυτό μου
για να ταιριάζω με τις θεωρίες εκείνου
Τώρα πια όμως ξέρω αυτά που ξέρω
και κάνω αυτά που κάνω
Κι αν δεν σ' αρέσει αυτό
στο διάολο αγάπη μου κι εσύ!

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO