«Οι Eυρωπαίοι πρέπει να βρούμε τη συλλογική μας λίμπιντο» δήλωσε ο Ζαν-Κλoντ Γιούνκερ με αφορμή την ατονία που επικρατεί στις περισσότερες χώρες σε σχέση με τις ευρωπαϊκές εκλογές. Η κουβέντα μας πάει κατευθείαν στο ανάλαφρο ύφος του συγκεκριμένου πολιτικού, σε αυτό το στυλ που συνηθίζει να παρεκκλίνει από τον επίσημο κώδικα και να μιλάει μια πιο «ανθρώπινη γλώσσα» (αυτό που οι κακεντρεχείς ονομάζουν μέθη του Γιούνκερ).

 

Όμως η χαμένη λίμπιντο της ευρωπαϊκής πολιτικής είναι ένα πολυσυζητημένο θέμα των τελευταίων χρόνων. Έχει γίνει κυριολεκτικά του συρμού, αφού καθημερινά κάποιος θα σχολιάσει το ξεθυμασμένο ενδιαφέρον των πολιτών για τα ευρωπαϊκά πράγματα. Σε συνεντεύξεις διανοουμένων και συγγραφέων, στα μαθήματα των πανεπιστημιακών, στην αρθρογραφία γύρω από τη σύγχρονη Ευρώπη και τις κρίσεις της ξεχωρίζει το ίδιο μοτίβο που τώρα το ανέσυρε με μια πικάντικη λέξη ο Γιούνκερ. Λείπουν, λένε, τα μεγάλα δημοκρατικά πάθη και η αναγκαία συναισθηματική επένδυση στους στόχους και στις ευρωπαϊκές ιδέες. Επειδή, μάλιστα, απουσιάζει το θερμό συναίσθημα, έρχονται οι Σαλβίνι, Ορμπάν και Σία για να σφετεριστούν τις συγκινήσεις, κλέβοντας για λογαριασμό τους την «ψυχή» της πολιτικής.

 

Πριν από δέκα-δεκαπέντε χρόνια ήταν συνηθισμένη η υπεράσπιση της ορθολογικής ψυχρότητας απέναντι στα πολιτικά πάθη. Εδώ και κάποια χρόνια το ρεύμα κυλάει αντίθετα: τώρα από τους πιο απρόβλεπτους δρόμους ακούει κανείς λόγια υπέρ πάθους και πλήθους.


Πρέπει να πούμε όμως ότι αυτή η ιστορία είναι πολύ παλιά. Δεν περίμενε την κρίση της ευρωπαϊκής ενοποίησης στις αρχές του 21ου αι. ή τη συγκυρία των πρόσφατων λαϊκισμών για να εμφανιστεί. Σε όλη την πορεία της νεότερης δημοκρατίας συγκρούονται θερμές και ψυχρές αντιλήψεις για την πολιτική, οι θιασώτες των δημοκρατικών παθών με εκείνους που δεν έχουν τόσο εμπιστοσύνη στις αρετές της πολιτικής λίμπιντο. Πριν από δέκα-δεκαπέντε χρόνια ήταν συνηθισμένη η υπεράσπιση της ορθολογικής ψυχρότητας απέναντι στα πολιτικά πάθη.

 

Εδώ και κάποια χρόνια το ρεύμα κυλάει αντίθετα: τώρα από τους πιο απρόβλεπτους δρόμους ακούει κανείς λόγια υπέρ πάθους και πλήθους. Κάποτε (όχι καιρό πριν) κυριαρχούσε ο φόβος ή ο δισταγμός για την απελευθέρωση των συναισθημάτων στην πολιτική. Σήμερα, και καθώς πλησιάζουν οι ευρωεκλογές, ο ένας μετά τον άλλον στην Ευρώπη σπεύδουν να δηλώσουν ότι η Ευρώπη χρειάζεται ξανά ενθουσιασμό και λαϊκό συναίσθημα. Μέχρι και ο όχι ακριβώς θερμός τύπος Μάνφρεντ Βέμπερ υποχρεώνεται να στηλιτεύσει τις... ελίτ!

 

Είναι, όμως, τόσο απλά τα πράγματα; Ας παραδεχτούμε ότι καμιά σοβαρή ιστορία της Ευρώπης δεν μπορεί να γραφτεί χωρίς τους χάρτες των συναισθημάτων, των λαϊκών παθών και των μύθων που δημιούργησαν κάποιες κοινές ιστορίες, αλλά τροφοδότησαν και συγκρούσεις, σχίσματα και αποξενώσεις. Ας παραδεχτούμε, ακόμα, πως δεν πείθουν οι αφηγήσεις που μένουν μόνο στους θεσμούς, στα γραφειοκρατικά πεπραγμένα και στα γριφώδη κείμενα των συμφωνιών. Τα επίσημα κείμενα της Ευρώπης είναι σαν κώδικες για τους μυημένους και τους επαγγελματίες, οδηγίες που άλλοτε θυμίζουν τη γλώσσα δημόσιων υπηρεσιών και άλλοτε business plan μιας πολυεθνικής.

 
Ας είμαστε, όμως, κάπως περισσότερο καχύποπτοι και γι' αυτήν τη νέα μόδα διανοουμένων και πολιτικών να νοσταλγούν τα «μεγάλα πάθη». Τα νοσταλγούν ή, πιθανόν, προσποιούνται πως τα νοσταλγούν για να μην τους στιγματίσουν ως μέρος του παλιού, ολιγαρχικού κόσμου; Ας είμαστε επιφυλακτικοί διότι στο όνομα των δημοκρατικών παθών γεννιούνται και πολλές αντικοινοβουλευτικές φαντασιώσεις, φυτρώνουν ανυπόληπτοι σωτήρες των λαών, ενώ βλέπουμε να επεκτείνεται δεξιά και αριστερά μια φτηνή ηθικολογική πολιτική.

 

Στο όνομα της «συγκίνησης» χαράζονται, ας πούμε, ψεύτικα σύνορα ανάμεσα στην ελίτ και στον λαό, λες και η ελίτ συνιστά κάποιο ενιαίο μπλοκ και ο λαός ένα συμπαγές σώμα. Η πάση θυσία αναζήτηση συναισθηματικών δονήσεων στην πολιτική ξεχνάει, επίσης, πως υπάρχουν και πράγματα δυσάρεστα, διαδικασίες που δεν έχουν λούστρο, πολιτική που δεν είναι έκσταση ούτε γιορτή, αλλά δουλειά, μεσολάβηση, σύνθεση. Υπάρχει ένα πολύ μεγάλο κομμάτι πολιτικής και διοίκησης που δεν χειραφετεί ούτε υποδουλώνει γιατί αφορά τα πεζά πράγματα του βίου.


Αν, λοιπόν, η Ευρώπη δεν προκαλεί πάθη, αυτό δεν σημαίνει πως το βασικό της πρόβλημα είναι αυτό. Άλλωστε, οτιδήποτε υπερβαίνει τον άμεσο περίγυρο και τα «σύνορα» της καθημερινότητας των πολλών φαντάζει μακρινό και δεύτερης τάξης θέμα. Η πολιτική, σε μεγάλο βαθμό, ορίζεται από αυτό που νιώθουμε ως ορατό και ψηλαφιστό. Για την πλειονότητα των ανθρώπων τα πολιτικά συναισθήματα γεννιούνται και κυκλοφορούν στα τοπικά και εθνικά τους περιβάλλοντα.


Ανάμεσα στον φανατισμό και στην αδιαφορία υπάρχουν πολλές δυνατότητες. Ο φανατισμός αφορά περισσότερο τους νέους αντι-ευρωπαϊσμούς, ενώ ο φιλοευρωπαϊσμός στέκεται αμήχανος, απολογητικός και συχνά ενοχικός. Χρειαζόμαστε, όμως, περισσότερη διαύγεια και αλήθειες και για την Ευρώπη και όχι τη λίμπιντο που ονειρεύεται ο Γιούνκερ. Αυτή ας μείνει αλώβητη για άλλα πράγματα, για τη ζωή πέρα από την πολιτική και τα διλήμματά της.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO