Η διαρκής αντίφαση του ανθρώπου είναι πως ομνύει στο παλιό και ευαγγελίζεται το νέο. 

 

Το νέο έχει την προσδοκία πως θα είναι καλύτερο από το προηγούμενο και ίσως αλλάξει κάτι σ’ εμάς τους ίδιους. 

 

Η ανεξάντλητη ανθρώπινη περιέργεια και η τάση για αλλαγή που έκανε το δίποδο εξερευνητή, εφευρέτη, κάτοικο ή επισκέπτη κάθε γωνιάς του πλανήτη είναι πάντα παρούσα. Όλοι θέλουν να μάθουν, να πληροφορηθούν για το καινούργιο.

 

Η μαγική λέξη της διαφήμισης είναι «νέο».

Και συνακόλουθα όλες οι παραδηλώσεις του: «ήρθε», «για πρώτη φορά», «επιτέλους»,  «νέες παραλαβές», «νέα σύνθεση».

 

Προκαλούν εξασφαλισμένα το ενδιαφέρον, το «νέο μοντέλο», η «νέα μόδα», το «νέο πρόγραμμα», το «υπό νέα διεύθυνση». Τα κόμματα αλλάζουν αρχηγούς και πουλάνε ανανέωση, οι κυβερνήσεις ανασχηματίζονται με «νέα άφθαρτα πρόσωπα» και στη βιομηχανία του θεάματος ζητούνται διαρκώς «νέα πρόσωπα». 

 

Από την άλλη, το παλιό είναι ακαταμάχητο. 

Διαθέτει την πατίνα και τη σιγουριά του δοκιμασμένου. Το δίποδο προσκολλάται στη συνήθεια, σ’ αυτό που γνωρίζει και κάθε ιδέα αλλαγής του προξενεί τρόμο. 

 

Δεν ξεκουνάς τον άλλον από τη βολή του, την ασφάλεια που νιώθει  στην πεπατημένη. Πολύ δύσκολα να ξεφύγει.

 

Έτσι πληθαίνουν διαρκώς «παραδοσιακά» προϊόντα, συνταγές, γιορτές, έθιμα, κτίσματα, έπιπλα, ρούχα, τραγούδια, χοροί και δεν συμμαζεύεται. Οποιαδήποτε σήμανση γεννά νοσταλγία, τοπικό χρώμα, παλιούς καιρούς, εξιδανεικευμένο παρελθόν και καταστάσεις, κόβει χοντρή μονέδα.

 

Γιατί η πιάτσα είναι πεταλάτη. 

Δεν αφήνει τίποτα ανεκμετάλλευτο. Μας την έχουν στημένη στην αμφιθυμία μας νεοτερικά ή παραδοσιακά.