Ακόμα και σε ένα τόσο έντονα «παγκοσμιοποιημένο» και «συνδεδεμένο» περιβάλλον σαν αυτό που ζούμε, με πάνω από 4 δισεκατομμύρια ανθρώπους να έχουν πρόσβαση στο Ίντερνετ, πολλοί δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι συνέβη μια τέτοια σφαγή αθώων σε ένα μέρος σαν τη Νέα Ζηλανδία – που, σύμφωνα με μια γενική κι αόριστη εντύπωση, αποτελεί μια ηπιότερη και λιγότερο μάτσο Αυστραλία ή μια εκδοχή του Καναδά στους Αντίποδες της υφηλίου, όπου ζουν αρμονικά άνθρωποι και πρόβατα με μόνιμο φόντο το σκηνικό του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών.


Πολλοί δεν θέλουν να πιστέψουν επίσης ότι τα κίνητρα και η μεθοδολογία του χριστιανοφασίστα τρομοκράτη (ή «μακελάρη», όπως τον λέμε διακριτικά) είχαν να κάνουν και με τον τρόπο που μέσα από πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να μεταδοθεί ζωντανά και να εξαπλωθεί στα πέρατα του ψηφιακού σύμπαντος ακόμα και η πιο ειδεχθής φονική τελετουργία.


Κάποιοι άνθρωποι ζορίζονται ιδιαιτέρως με τη σύγχρονη πραγματικότητα, αλλά αυτός δεν είναι λόγος για να επιμένουν να ζουν στο 1999, τότε που στη Δύση είχαμε, υποτίθεται, βρει το ελιξίριο μιας αιώνιας φιλελεύθερης ευημερίας και δεν θέλαμε να ξέρουμε τι συμβαίνει στον υπόλοιπο κόσμο, ούτε και περιμέναμε ότι αυτός θα έρθει κάποτε να μας χτυπήσει την πόρτα.

 

Οι φανατισμένοι ψευτο-φονταμενταλιστές ενοχλούνται βαθιά από τις ζωές των Άλλων και σε κάποιες περιπτώσεις παίρνουν την απόφαση να τις "διορθώσουν" διά της βίας  ―Σλάβοϊ Ζίζεκ


Κάποιοι άνθρωποι, αγαθών ενδεχομένως προθέσεων και κλονισμένης ευαισθησίας, πιστεύουν ότι η πατριδοκαπηλία, ο αγοραίος εθνικισμός και το «Μακεδονία ξακουστή» αφορούν περιθωριακά στοιχεία που συνωστίζονται στις τάξεις της Χρυσής Αυγής (που έτσι κι αλλιώς τα ποσοστά της κάθε άλλο παρά «περιθωριακά» είναι), ενώ πρόκειται για έναν μέσο τύπο Έλληνα, ο οποίος επιλέγει με κλειστά μάτια την υποχώρηση στα πιο εσωστρεφή και συντηρητικά ένστικτα.

 

Και ακούει σαν οικείο σκοπό και αγαπημένη μελωδία τις ελληνικές βερσιόν της ρητορικής μίσους τύπων σαν τον Ορμπάν, φέρ' ειπείν, που τόσες φορές έχει κραυγάσει ότι «η φιλελεύθερη δημοκρατία έχει αποδειχτεί εντελώς ανίκανη να προστατέψει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, να εγγυηθεί τη σωματική ακεραιότητα και να συντηρήσει τη χριστιανική κουλτούρα».

 

Η απάντηση σ' αυτήν τη ρητορική, που μοιάζει να εξαπλώνεται σαν τον καρκίνο, δεν μπορεί να είναι ούτε ένας αφηρημένος οικουμενισμός φορτωμένος με ενοχές και αλαζονεία ούτε ο νωχελικός στιγματισμός του λαϊκισμού και του φονταμενταλισμού αλλά και των θρησκειών εν γένει.


Στο φινάλε, όπως τονίζει και ο Ζίζεκ (ναι, ο Ζίζεκ, που θα πάθει κανένα εγκεφαλικό κάποια μέρα από την έντονη διέγερση και μετά θα το μετανιώσουν όσοι τον παίρνουν στην πλάκα) σε ένα πρόσφατο άρθρο του για τα «προβλήματα ταυτότητας», οι πιο αδίστακτοι φορείς τρόμου και πανικού δεν είναι πραγματικοί «φονταμενταλιστές»:


«Οι αποκαλούμενοι φονταμενταλιστές –είτε πρόκειται για χριστιανούς είτε για μουσουλμάνους – πιστεύουν πραγματικά; Μπα! Τους λείπουν τα βασικά στοιχεία που καθορίζουν τους αυθεντικούς φονταμενταλιστές, από τους Θιβετιανούς μοναχούς ως τους Άμις στις ΗΠΑ: η απουσία μισαλλοδοξίας και φθόνου και η απάθεια προς τον τρόπο ζωής όσων δεν πιστεύουν. Αν πίστευαν ότι είχαν βρει την Αλήθεια, δεν θα ένιωθαν απειλή από τους άπιστους και τους αλλόθρησκους. Όταν ένας στεγνός βουδιστής συναντά έναν ηδονιστή Δυτικό, δεν τον οικτίρει, απλώς μπορεί να του υπενθυμίσει διακριτικά ότι η διαρκής αναζήτηση της ευζωίας γίνεται αυτοκαταστροφική. Οι φανατισμένοι ψευτο-φονταμενταλιστές ενοχλούνται βαθιά από τις ζωές των Άλλων και σε κάποιες περιπτώσεις παίρνουν την απόφαση να τις "διορθώσουν" διά της βίας».

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO