Οι μαθητικές καταλήψεις αυτών των ημερών δεν είναι μόνο ευκαιρία να αναδειχθούν οι ευθύνες όσων ενθάρρυναν και εκμεταλλεύτηκαν επί δεκαετίες αυτή την αυτοκαταστροφική μορφή νεανικής διαμαρτυρίας. Είναι, επίσης, αφορμή να επανεξετάσουμε την ανιστόρητη διαστρέβλωση και παραμόρφωση που έχει υποστεί ο εθνικισμός ως έννοια και ως όρος.


Ο εθνικισμός, γενικά, έχει αποκτήσει κακό όνομα, είτε εξαιτίας εγκλημάτων που έγιναν πρόσφατα στο όνομά του (π.χ. στην πρώην Γιουγκοσλαβία) είτε εξαιτίας ακραίων ή και διεστραμμένων μορφών του, όπως η Χ.Α. στη χώρα μας και άλλα ακροδεξιά κινήματα αλλού. Ωστόσο, χρειάζεται να θυμηθούμε ότι ο εθνικισμός ως ιδεολογία γεννήθηκε φιλελεύθερος και δημοκρατικός. Υπήρξε καρπός δύο ελπιδοφόρων επαναστάσεων κοσμοϊστορικής σημασίας: της Αμερικανικής το 1776 και της Γαλλικής το 1789. Με τους όρους μιας διάκρισης που γεννήθηκε ακριβώς τότε, ο εθνικισμός αρχικά ήταν αποκλειστικά «αριστερός». Μόνο στη διάρκεια του 19ου αιώνα και από αντίδραση στη Γαλλική Επανάσταση εμφανίστηκαν «δεξιές» έως και «ακροδεξιές» εκδοχές ή παραμορφώσεις του, με απώτατη συνέπεια τα παραληρήματα του φασισμού και του ναζισμού τον 20ό αιώνα.

 

Το να εκχωρούμε συνολικά τον εθνικισμό στη Χ.Α. και να την αφήνουμε να παριστάνει ότι τον μονοπωλεί αποτελεί ένδειξη έσχατης πνευματικής οκνηρίας και ασυναρτησίας. Είναι αυτόχρημα τραγελαφικό να παριστάνουν τους Έλληνες εθνικιστές όσοι λατρεύουν και αναπολούν Γερμανούς ακραίους εθνικιστές, όπως ο Χίτλερ και το κόμμα του, που επιτέθηκαν στην Ελλάδα ως εχθροί και την αιματοκύλισαν.


Για τον αρχέγονο φιλελεύθερο εθνικισμό, τα έθνη είναι καταρχήν ισότιμα. Ισχύει, δηλαδή, ό,τι ισχύει και για τα άτομα. Για να ταυτιστείς με το έθνος στο οποίο ανήκεις δεν χρειάζεται να μισείς ούτε να υποτιμάς τα άλλα. Άλλωστε, είσαι πάντα ελεύθερος να αλλάξεις έθνος, αν θέλεις. Επιπλέον, ο φιλελεύθερος εθνικισμός μπορεί ασφαλώς να συνδυαστεί αρμονικά με διεθνισμό ή και άλλες υπερεθνικές ταυτότητες, όπως είναι για μας η ευρωπαϊκή. Έλληνας, Ευρωπαίος, πολίτης του κόσμου. Προσωπικά, έτσι νιώθω από παιδί και δεν χρειάστηκε (ευτυχώς) να διαλέξω.

 

Η λεγόμενη «πολιτική ορθότητα» έχει επιβάλει σήμερα να αποφεύγεται σαν αναθεματισμένος ο όρος «εθνικισμός» και να προτιμάται ο όρος «πατριωτισμός». Ο Γάλλος Πρόεδρος Μακρόν έφτασε μάλιστα στο σημείο να θεωρήσει τις δύο έννοιες διαμετρικά αντίθετες. Πρόκειται και εδώ για τεράστια και τελείως ανιστόρητη παρανόηση. Ο πατριωτισμός είναι έννοια ευρύτερη, επειδή είναι νοητός και σε κράτη που δεν είναι εθνικά, όπως, για παράδειγμα, οι πόλεις-κράτη της Αρχαιότητας ή της Αναγέννησης και πολυεθνικές αυτοκρατορίες έως σχετικά πρόσφατα.

 
Όταν, όμως, αναφέρεται σε ένα απροσχημάτιστα εθνικό κράτος, ο πατριωτισμός λογικά δεν μπορεί παρά να αποτελεί μία εκδοχή του εθνικισμού – όχι κάτι «άλλο», διαφορετικό. Έτσι π.χ. όρισα ως «εσωστρεφή πατριωτισμό» την αντιβενιζελική εκδοχή του νεοελληνικού εθνικισμού την εποχή του Εθνικού Διχασμού. Η βενιζελική εκδοχή του ίδιου εθνικισμού ήταν τότε ο αλυτρωτισμός, δηλαδή η απελευθέρωση («λύτρωση») των ομοεθνών που ζουν υπό ξένη κυριαρχία και η προσάρτηση των περιοχών τους στο εθνικό κράτος.


Τέλος, παρανόηση ή ευσεβή πόθο αποτελεί και η εντύπωση ότι ο εθνικισμός είναι τάχα ιστορικά ξεπερασμένος στην πραγματικότητα. Τον αρχέγονο φιλελεύθερο εθνικισμό εξακολουθεί να αποτυπώνει καταρχήν η εσωτερική, αλλά και η διεθνής έννομη τάξη. Όλα σχεδόν τα κράτη είναι (ή παριστάνουν ότι είναι) εθνικά. Συναποτελούσαν προπολεμικά την Κοινωνία των Εθνών και μεταπολεμικά συναποτελούν, ακριβώς, τα Ηνωμένα Έθνη.


Όσο, λοιπόν, το κράτος μας παραμένει, με την ελεύθερη θέληση της συντριπτικής πλειοψηφίας του, ένα εθνικό κράτος –φιλελεύθερο, δημοκρατικό, κοινωνικό, φιλειρηνικό, φιλόξενο, αλλά πάντως εθνικό–, χρειάζεται να αποκτούν οι πολίτες του την αντίστοιχη εθνική ταυτότητα. Χρειάζεται δηλαδή να μαθαίνουν από το σχολείο έναν ιστορικά τεκμηριωμένο εθνικισμό, απαλλαγμένο από αβάσιμες μυθολογίες και αστόχαστη μισαλλοδοξία. Παρά τις τυπικές τελετές και παρελάσεις, το σχολείο στη χώρα μας έχει προ πολλού πάψει να εκπληρώνει ικανοποιητικά αυτόν το ρόλο. Στο κενό έχουν πλέον παρεισφρήσει η Χ.Α. και άλλα ακροδεξιά κυκλώματα, προσφέροντας στους μαθητές αυτό που δεν προσφέρει το σχολείο.


Το να εκχωρούμε συνολικά τον εθνικισμό στη Χ.Α. και να την αφήνουμε να παριστάνει ότι τον μονοπωλεί αποτελεί ένδειξη έσχατης πνευματικής οκνηρίας και ασυναρτησίας. Είναι αυτόχρημα τραγελαφικό να παριστάνουν τους Έλληνες εθνικιστές όσοι λατρεύουν και αναπολούν Γερμανούς ακραίους εθνικιστές, όπως ο Χίτλερ και το κόμμα του, που επιτέθηκαν στην Ελλάδα ως εχθροί και την αιματοκύλισαν. Οι θαυμαστές τους σήμερα διαιωνίζουν συμβολικά την εσχάτη προδοσία που διέπραξαν τότε οι κατοχικοί συνεργάτες των Γερμανών. Είναι τάχα αυτό «εθνικισμός»;


Επιπλέον, το να αφήνουμε την εθνική διαπαιδαγώγηση των ελληνόπουλων στη Χ.Α. και παρόμοια κυκλώματα (διαδικτυακά και μη) ισοδυναμεί με αυτοκτονία – όχι μόνο για το δημοκρατικό πολίτευμα αλλά και για το ίδιο το έθνος μας. Αν όντως η Χ.Α. έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στις τωρινές μαθητικές καταλήψεις, αυτές αποτελούν ίσως μια τελευταία προειδοποίηση.