Μόλις βγήκε το πόρισμα για τον Ζακ Κωστόπουλο. Και είναι ξεκάθαρο: Το παιδί πέθανε από τα χτυπήματα. Και δεν ήταν κάτω από καμιά επήρεια. Ούτε καν υπολογίσιμου αλκοόλ.

 

Πέθανε από γροθιές. Κλωτσιές. Χτυπήματα.

 

Δολοφονήθηκε!

 

Βέβαια θα αρχίσει πάλι η διαστρέβλωση. «Αυτοτραυματίστηκε... Έπεσε μόνος του πάνω στα τζάμια... Πάνω στις κλωτσιές μας... πάνω στις γροθιές μας».

 

Θα είναι άραγε η δικαιοσύνη ελάχιστα δίκαιη, ώστε να τιμωρήσει παραδειγματικά τους δολοφόνους; Αυτούς που φορτωμένοι από την «αγανάκτηση του νοικοκύρη» έλιωσαν σα μύγα μια ζωή;

 

Και θα ψάξει κανείς πώς γεννήθηκε και απλώθηκε το ψέμα, η προετοιμασμένη ελεεινολογία, ότι δήθεν ήταν ένα τζάνκι που μες στη ντάγκλα του μπήκε να κλέψει;

 

Από ποιον κύκλο, ποια επίσημα ή ημιεπίσημα χείλη πρωτοβγήκαν τα fake news (που αν ήταν ένα θύμα ανώνυμο, ουδέποτε θα αναιρούνταν) ότι «ο Ζακ ήταν φουλ στα ναρκωτικά» ― για να αναπαραχθεί άκριτα, χλευαστικά στα social media;

 

Ψιλά γράμματα. Το ουσιώδες είναι ότι δι' ασήμαντον αφορμήν αλλά για βαθιές ρατσιστικές αιτίες, δολοφονήθηκε ένας άνθρωπος στο κέντρο της πόλης.

 

Είναι από κάθε άποψη εξοργιστικό. Και δυσοίωνο.

 

Η κοινωνία αυτή, διαλυμένη από την κρίση, κυρίως όμως διχασμένη από επικίνδυνους ή επιπόλαιους πολιτικούς, κυοφορεί κάτι άσχημο.

 

Αν δεν αντιδράσει έγκαιρα, μαζικά το πολιτισμένο, ανοιχτόμυαλο κομμάτι της κοινωνίας, ο καθημερινός φασισμός θα απλωθεί στην κακορίζικη πόλη.