Το 2017 κυκλοφόρησε ένα διαφημιστικό σποτάκι εταιρείας κινητής τηλεφωνίας που καλούσε με τρόπο οξύμωρο τον πατέρα μιας οικογένειας να κλείσει το κινητό και να σταματήσει να ασχολείται με τη δουλειά του ώστε να περάσει περισσότερο χρόνο με τα δυο παιδιά του. Λίγοι θα μπορούσαν να φανταστούν ότι αυτή η διαφήμιση θα συμβάδιζε με τη νέα παιδαγωγική οδηγία που εφαρμόζεται στα δημόσια δημοτικά σχολεία εδώ και περίπου έναν χρόνο. Είναι το μέτρο με τίτλο-σύνθημα «τσάντα στο σχολείο», που υποχρεώνει τους μαθητές να αφήνουν τα βιβλία τους στο σχολείο ορισμένα Σαββατοκύριακα για να μπορούν να περνούν ξένοιαστα όμορφες οικογενειακές στιγμές με τους γονείς τους.


Οι αντιδράσεις γι' αυτό το μέτρο είναι κάπως μοιρασμένες. Πολλοί πιστεύουν ότι πράγματι τα παιδιά σήμερα περνούν πάρα πολύ χρόνο σε εκπαιδευτικές δραστηριότητες και διάβασμα, ότι δεν χαίρονται όσο θα έπρεπε την παιδική τους ηλικία και ότι αυτό το μέτρο κινείται προς την αποκατάσταση αυτού του προβλήματος.

 

Όπως τονίζει η σχετική υπουργική εγκύκλιος: «Η δράση υλοποιείται με σεβασμό στις ανάγκες της παιδικής ηλικίας, με γνώμονα την πολύπλευρη ανάπτυξη των παιδιών της σχολικής ηλικίας (συναισθηματική, κοινωνική και ψυχοκινητική) και με σκοπό να υποστηρίξει ουσιαστικά τον μειωμένο χρόνο δημιουργικής επαφής και επικοινωνίας γονέων-παιδιών».

 

Με βάση, μάλιστα, αυτή την επιχειρηματολογία, η «δράση» αυξήθηκε φέτος σε δύο Σαββατοκύριακα τον μήνα, προσφέροντας όχι μόνο στους «ευαίσθητους» γονείς αλλά και στους ρέκτες ξένων εκπαιδευτικών συστημάτων μια εικονική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση.

 

Άλλοι γονείς, πάλι, βρίσκουν αυτή την αλλαγή ακατανόητη ή προσχηματική και προβληματίζονται για το γεγονός ότι τα παιδιά τους κουβαλάνε ό,τι βιβλίο έχουν και δεν έχουν στο σχολείο (επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο τις ασήκωτες τσάντες τους), μη τυχόν μπουν στον πειρασμό να διαβάσουν κάτι (αφού δεν προτείνεται κάποιο εξωσχολικό ανάγνωσμα στο πλαίσιο της δράσης).

 

Το δημόσιο δημοτικό σχολείο, που σε μεγάλο βαθμό, λόγω των αδυναμιών του, αφήνει τους γονείς να παίξουν, ως μη όφειλαν, ρόλο παιδαγωγικό, τους λέει ξαφνικά να μην το παρακάνουν, να μην ανησυχούν για τα κενά των παιδιών τους, να ξεχάσουν για λίγο τον ρόλο του απαιτητικού φροντιστή και να πάρουν εκείνον του αγαπησιάρικου διασκεδαστή.

 


Οι μαθητές φυσικά και χαίρονται με την όλη κατάσταση, αν και ορισμένοι από αυτούς δεν μπορούν να καταλάβουν ακριβώς γιατί τα συγκεκριμένα Σαββατοκύριακα «ελευθερίας» ο δάσκαλος ή η δασκάλα δεν τους απαλλάσσουν απλώς από το διάβασμα. Το κουβάλημα των βιβλίων δημιουργεί μερικώς την εύλογη καχυποψία στους μαθητές ότι οι δάσκαλοι δεν τους εμπιστεύονται και τους θεωρούν σαδομαζοχιστές που θα υποκύψουν στο διάβασμα εάν έχουν τα βιβλία τους σπίτι!


Το «τσάντα στο σχολείο» αποτελεί ίσως το πρώτο μέτρο κρατικής έμπνευσης που προσπαθεί με τόσο απροσχημάτιστο τρόπο να επέμβει στην οικονομία σχέσεων και συναισθημάτων της ελληνικής οικογένειας. Το υποτιθέμενο πρόβλημα του υπουργείου Παιδείας και της παιδαγωγικής λογικής που ακολουθεί είναι ότι οι γονείς καταπιέζουν τα παιδιά τους, «στριμώχνοντάς» τα στη δουλειά.

 

Πατώντας σε κάποιες πραγματικές ή υποθετικές περιπτώσεις υπερβολής, οι οποίες όμως σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν τον κανόνα της επιτρεπτικής και ιδιαίτερα προστατευτικής μέσης ελληνικής οικογένειας, προσπαθεί να επιφέρει δύο χτυπήματα. Το πρώτο είναι να αισθανθούν οι γονείς ενοχές για οποιαδήποτε παραπάνω φιλοδοξία έχουν για τα παιδιά τους. Το άλλο είναι να αισθανθούν διπλές ενοχές για τη σχετική αδυναμία τους να είναι διαθέσιμοι στα κελεύσματά τους εξαιτίας επαγγελματικών ή άλλων λόγων.

 

Όπως ο πρωταγωνιστής της διαφήμισης της εταιρείας κινητής τηλεφωνίας, έτσι και ο σημερινός γονέας εγκαλείται από το υπουργείο (δηλαδή από το κράτος) για τη δοτικότητά του και, βέβαια, για τις απαιτήσεις του όσον αφορά το μέλλον των παιδιών του. «Κλείστε τα κινητά σας, κλείστε τα βιβλία και αγαπηθείτε, ελάτε πιο κοντά» είναι η σχεδόν ιερατική φωνή που ακούγεται τόσο στην υπουργική εγκύκλιο όσο και σε άλλες πρακτικές εμπορίας κοινωνικής ευαισθησίας.

 

Με την «τσάντα στο σχολείο» δεν έχουμε να κάνουμε με την κάπως βαρύγδουπη συζήτηση που έχει ξεκινήσει εδώ και χρόνια για την αριστεία. Εδώ έχουμε να κάνουμε με κάτι πολύ πιο βασικό. Το δημόσιο δημοτικό σχολείο, που σε μεγάλο βαθμό, λόγω των αδυναμιών του, αφήνει τους γονείς να παίξουν, ως μη όφειλαν, ρόλο παιδαγωγικό (είτε οι ίδιοι είτε, αν δεν έχουν χρόνο, καταφεύγοντας στην παραπαιδεία, ήδη από το δημοτικό), τους λέει ξαφνικά να μην το παρακάνουν, να μην ανησυχούν για τα κενά των παιδιών τους, να ξεχάσουν για λίγο τον ρόλο του απαιτητικού φροντιστή και να πάρουν εκείνον του αγαπησιάρικου διασκεδαστή.


Κάπως έτσι η κινηματογραφική ταινία των '80s Ρόδα, τσάντα και κοπάνα ολοκληρώνεται και υπερβαίνεται ταυτόχρονα. Το σχολείο θεσμοθετεί τις χαμηλές προσδοκίες όχι μόνο εντός (π.χ. με το σχεδόν ανύπαρκτο σύστημα βαθμολογικής διαφοροποίησης των μαθητών, τη μη διόρθωση εργασιών κ.ά.) αλλά και εκτός των ορίων του. Το ίδιο το σχολείο γίνεται ο φύλακας των βιβλίων που δεν πρέπει να διαβαστούν παραπάνω. Κανείς δεν μπορεί να είναι αδιάβαστος, αφού κανείς δεν μπορεί να διαβάσει τις ημέρες της συγκεκριμένης «δράσης».

 

Η οργανωμένη κοπάνα των δύο Σαββατοκύριακων τον μήνα με σατανικό τρόπο απονευρώνει κρούσματα απειθαρχίας που μέχρι πρότινος κρατούσαν οι μαθητές ως δυνατότητα με πιθανές κυρώσεις, αφού τώρα συμμετέχουν σε αυτήν κανονικά οι γονείς. Η κοπάνα γίνεται πια εκπαιδευτικός θεσμός, οικογενειακός δεσμός, συλλογικός κανόνας διαφυγής από τη δύσκολη πραγματικότητα.

 

Η υπερπροστατευτική ευαισθησία απέναντι στα παιδιά, που συνεχίζουν να ταυτίζονται στερεοτυπικά με την αθωότητα και την ανωριμότητα, κρατικοποιείται. Η ελληνική οικογένεια που προσβλέπει ακόμα μέσω της εκπαίδευσης στην κοινωνική κινητικότητα ή καταξίωση θα πρέπει να το ξανασκεφτεί: είτε να στείλει τα παιδιά της στα ιδιωτικά σχολεία είτε απλώς να αποδεχτεί το δημόσιο σχολείο της κοινωνικής εξίσωσης προς τα κάτω.