Κάποιοι πάνε κι έρχονται, κάνουν χιλιόμετρα, κι όλα γύρω τους παραμένουν ίδια. 

 

Καμία επαφή με το περιβάλλον.

Αδυνατούν να δουν. Να καταλάβουν πού βρίσκονται. Τι συμβαίνει γύρω τους. Κουβαλάνε το μέσα τους ανέγγιχτο. 

 

Χαρές, λύπες, γλέντι, τσακωμός, σε όλα ξένοι, αμέτοχοι, αδιαπέραστοι. Απλώς παρίστανται.

 

Πάμε στα πιο ανώδυνα: τους εκδρομείς.

 

Το μοδάτο ζευγάρι ήταν γύρω στα τριάντα. Μάλλον από την Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη, έχουν εκδράμει στο ορεινό χωριό, με υψόμετρο κοντά στα 1000 μέτρα.

 

Πέρασαν πάνω από δυο εκατοντάδες χιλιόμετρα στην Εθνική οδό, πέρασαν τον κάμπο της Λαμίας και ανέβηκαν τις δασωμένες στροφές του Τυμφρηστού. 

 

Μετά το τούνελ, βρέθηκαν σε έναν τόπο με πελώρια βουνά γύρω τους. Παντού έλατα και πράσινο σε όλες τις αποχρώσεις.

 

Όταν έφτασαν στο χωριό κάθισαν στην ταβέρνα της πλατείας. 

Ο τεράστιος πλάτανος στη μέση, της κρατάει ίσκιο, και στο πλάι, σαν φυσικό αιρ κοντίσιον, έξι κρυστάλλινες νερομάνες τρέχουν ασταμάτητα.

 

Ο τόπος μύριζε λιγωτικά από τις σούβλες που γύριζαν.

Πήγε ο ταβερνιάρης να πάρει παραγγελία. Αφού συνεννοήθηκαν μεταξύ τους, ανέλαβε ο άντρας. 

 

― Τι ψάρια έχετε; ρώτησε χαμογελαστός.
― Βιτούλ, λέει απορημένος ο ταβερνιάρης (βετούλι, το πολύ μικρό κατσίκι).
― Συγνώμη, τι ψάρι είν’ αυτό;
― Βιτούλ’, ξανά ο ταβερνιάρης.

 

Λίγες μέρες πριν, μια χαριτωμένη οικογένεια εκδρομέων στο ίδιο σκηνικό. Αυτοί δεν ήξεραν ούτε πού είναι.

 

Την ώρα που τρώνε, ο μικρός γιος χαζεύει απέναντι το εντυπωσιακό Βελούχι, και ρωτάει:  

― Μπαμπά, ποιο βουνό είν’ αυτό;
― Ο Όλυμπος.  
― Κάποιος το ‘λεγε Βελούχι.
― Είπαμε, ο Όλυμπος. Τρώγε.