Διάβασα ότι χθες ο Τσίπρας δέχτηκε τους αντιπροσώπους των θυμάτων της πυρκαγιάς στο Μέγαρό του.

 

Να τους πει τι; Και να του απαντήσουν τι;

 

Από κάθε άποψη, αυτή η συνάντηση θα είχε τα στοιχεία μιας φάρσας, με απώτερο στόχο μια συναλλαγή.

 

Τα κόμματα (όλα τα κόμματα- αλλά ειδικά τα κόμματα της εξουσίας) δεν έχουν λόγια παρά για να πουν ένα μόνο πράγμα: Θέλω να κρατηθώ στην εξουσία. Ολα τα άλλα είναι θόρυβος που ενοχλεί τον θόρυβο της δικής τους προπαγάνδας.

 

Το ίδιο ισχύει και για τους δημοσιογράφους που έχουν μολυνθεί από τα κόμματα, συστρατεύονται με το ένα ή το άλλο και μιμούνται τις άθλιες ρητορικές τους: νοιάζονται μόνο για τα παζάρια της εξουσίας, τα ανταλλακτικά ωφέλη, το ξέπλυμα του εγκλήματος- δεκάρα δεν δίνουν για τους νεκρούς καθεαυτούς. Κυνικοί, όπως τα κόμματα τα οποία υπηρετούν.

 

Ακόμη κι όσοι συγκλονίζονται συλλογικά στα social media γυρνώντας απ' το μπάνιο·  κατά βάθος είναι αδιάφοροι, εγωιστές, στον κόσμο τους: περισσότερο τους ενδιαφέρει πόσα likes θα πάρουν. 

 

Σε αυτήν ειδικά την εποχή, που όλοι είναι αποκαμωμένοι κι έκθετοι, ο καθένας σώζει το τομάρι του- τα μικρά ή μεγάλα συμφέροντά του: κανείς δεν προτίθεται ειλικρινά να μπει στη θέση του δυστυχισμένου. 

 

Ξέρει ασφαλώς να λέει γνώμες, ανθρωπιστικά τσιτάτα,  με το ένα χέρι να αφήνει δακρυσμένα emoji και με το άλλο να απλώνει το αντιηλιακό, ξέρει να κάνει τον ταπεινό συμπάσχοντα από το μπαλκονάκι του fb: είτε επειδή ψωμίζεται από το σύστημα, είτε επειδή είναι το σύστημα, είτε επειδή του αρέσει να περνιέται για μεγαλόψυχος, είτε απλώς επειδή έχει ένοχη συνείδηση επειδή ξερει ότι είναι σχετικά προνομιούχος. 

 

Αν πραγματικά εννοούσε ένα κλάσμα από όσα έλεγε, πώς γίνεται σε δύο μέρες να ξεπερνάει τόσους νεκρούς για να θρηνήσει με την ίδια ένταση το επόμενο pet του συλλογικού πένθους;

 

Αντί να φέρει «αντιπροσώπους» των θυμάτων ο Τσίπρας στο αεροστεγές γραφείο του,  καλά θα έκανε (αν άντεχε)  να πάει στα σπίτια τα οποία ρημάξαν απ΄τη δική  του ανικανότητα.

 

Αλλά κι εκεί η αλήθεια θα διπλαρωνόταν. 

 

Γιατί τα θύματα δεν έχουν γλώσσα λαλέουσα, πολιτικάντικη, διαπραγματευτική (είδαμε πώς αντέδρασαν μπροστά στην κτηνωδία του Καμμένου). Ξέρουν μόνο να κλαίνε. Να ψελλίζουν. Να χάνουν το δίκιο τους.

 

Όπως λέει η φιλόσοφος Σιμόν Βέιλ στο σπαρακτικό της «Το πρόσωπο και το ιερό» (απ΄το οποίο πήρα αφορμή γι αυτό το σημείωμα):

 

«Η δυστυχία είναι από μόνη της άναρθρη. Οι δυστυχισμένοι ικετεύουν σιωπηλά να τους δώσει κάποιος τις λέξεις για να εκφραστούν. Υπάρχουν εποχές που δεν εισακούονται. Υπάρχουν άλλες όπου οι λέξεις τούς προσφέρονται, αλλά κακοδιαλεγμένες, γιατί αυτοί που τις επιλέγουν είναι ξένοι προς τη δυστυχία που διερμηνεύουν.

Η σκέψη αποστρέφεται να σκεφτεί τη δυστυχία, όσο και η ζωντανή σάρκα αποστρέφεται τον θάνατο. Η εκούσια προσφορά ενός ελαφιού που προχωράει βήμα βήμα για να παραδοθεί στα δόντια των κυνηγόσκυλων είναι τόσο περίπου πιθανή όσο και η προσοχή που στρέφεται σε μια πραγματική και πολύ κοντινή δυστυχία, από ένα πνεύμα που έχει την ικανότητα να την αποφύγει.»

 

Έτσι, απέναντι στα ψελλίσματα των δυστυχισμένων που κανείς πραγματικά κι επί της ουσίας δεν τούς υπερασπίζεται, το απύθμενο θράσος του κυνικού πολιτικού ξετυλίγεται ανεμπόδιστα: σχεδόν τους πείθει ότι αυτοί φταίνε επειδή είναι κακοί πολίτες, παρανομούντες, που χτίζουν αυθαίρετα, ότι οι πολιτικοί είναι οι τρυφεροί σωτήρες τους, ότι ήταν η κακιά στιγμή, ότι είναι λάθος τους να κατηγορούν τον πατερούλη Τσίπρα, ότι θα ξεχάσουν γρήγορα- κυρίως ότι θα τους δώσουν αποζημιώσεις, θα τους κάνουν χάρες αν πάψουν να κλαίνε, αν πάψουν επιτέλους να τους ενοχλούν, έτσι όπως είναι δοσμένοι στο μεθυστικό τους όνειρο να οικοδομήσουν μια νέα Ελλάδα, στην έκσταση και στην υπεροψία ττου αντιμνημονιακού θριάμβου τους. 

 

Έτσι, ακόμη μια φορά, ο κυνισμός της εξουσίας κουκουλώνεται. Κι οι δύστυχοι μένουν στη δυστυχία τους ― ένα trending topic στο twitter για 5 μέρες. Τους κλαίει και τους θυμάται μόνο η μάνα τους - αν ζει κι αυτή.

   

Και οι μοιραίοι, γελοίοι, εξοργιστικοί πολιτικοί γυρίζουν με μικρά πηδηματάκια στους χαυνωμένους ρόλους τους. Ιδίως αυτοί που κυβερνούν - φευγάτοι και λιμασμένοι για μεγαλεία. Και όσοι φαίνονται (ο Τσίπρας, η Δούρου ή η εξωτική Αχτσιόγλου), και όσοι δεν φαίνονται, λουφάζοντας μέχρι να περάσει η μπόρα (ο Παππάς, ο Σκουρλέτης- ας θυμηθούμε εδώ και τον κούφιο, σπουδαιοφανή Ξυδάκη που έγραφε στην καθισιά μια ντουζίνα λυγμούς για τους χαροκαμένους, όταν υπηρετούσε χατζηαβάτικα τον δαιμονικό Αλαφούζο, αλλά εδώ τα λόγια σώθηκαν - μη λερωθούν τα Αρμάνι). 

 

Τουλάχιστον, ας το παραδεχτούμε, κι ας πάψουμε το θέατρο. Κανείς δεν νοιάζεται πραγματικά για την δυστυχία των άλλων. Ούτε οι προνομιούχοι της εξουσίας, ούτε καν οι ψευδείς συλλογικότητες του ίντερνετ. 

 

Ούτε κι εγώ, βεβαίως.