Το 1968 πήραμε ένα τρανζίστορ. Το ιδιοποιήθηκα. Άκουγα νυχθημερόν εκπομπές. Ραδιοφωνικός σταθμός Αμαλιάδος, Πύργου, Μεσολογγίου ‒τραγούδια για την κακόψυχη ελληνική επαρχία, με τα νεράντζια στον αγιασμό και τις δολοφονίες για ένα μέτρο βάλτου, τραγούδια για τα Δουνέικα, την Κάτω Αχαγιά, τη Ζαχλωρού, την Κουρούτα‒, ινδορεμπέτικα με φωνές σαν υπερήχους, μαγκίτικα με φωνές απ’ το πηγάδι. Της Λαρίσης το ποτάμι που το λένε Πηνειό, Είμαστε αδέρφια γι’ αυτό και δεν πρέπει… ‒ και ξώφαλτσα κάποια τραγούδια που μάλλον από τύχη έμπαιναν κι έσωζαν κόσμο.

 

Ήταν τέτοιο το κόλλημα, που ένα καλοκαιριάτικο μεσημέρι, στη σιέστα, ο πατέρας μου, αγουροξυπνημένος, σηκώθηκε με τα σώβρακα, μου πήρε το τρανζίστορ από τα χέρια και το έσπασε στο πάτωμα. 

 

Πήραμε άλλο.

 

Όσο μεγάλωνα, μεγάλωνε κι η εμμονή μου, σε βαθμό αυτισμού. Εκτός από την εργαλειακή μου προσήλωση στα έντυπα (όχι ακριβώς φετιχιστική· πρόσεχα εξαρχής τις γραμματοσειρές, τη σμίλη της μονοτυπίας πάνω στο χαρτί ‒σαν κοχύλι πατημένο στην άμμο‒, το ράστερ, το offset, την αρχιτεκτονική των τίτλων ‒φωναχτό ή απάνεμο‒, με το μάτι ενός wannabe μάστορα ‒ και τα πρόσεχα πολύ περισσότερο από το νόημα των γραφομένων) ‒ εκτός από αυτό, λοιπόν, ανέπτυξα ένα είδος ανάλαφρης ψυχασθένειας: υποδυόμουν ότι φέρω μέσα μου έναν ραδιοφωνικό σταθμό. Ότι είμαι ένας ραδιοφωνικός σταθμός. Είκοσι τέσσερις ώρες το 24ωρο. 

 

Κατάρτιζα το πρόγραμμα με τον τρόπο της Ραδιοτηλεόρασης (που επίσης διάβαζα με πάθος, αν και δεν είχε σήμα το νησί ‒ αποστηθίζοντας το περιεχόμενο εκπομπών που δεν άκουγα) και οπουδήποτε βρισκόμουν, ό,τι και να έκανα, «μετέδιδα» εγγαστρίμυθα το πρόγραμμά μου. Φρόντιζα να είμαι ακριβής στο ωράριο, στις αλλαγές των εκπομπών, την αποφώνηση κ.λπ., από το πρωί που πήγαινα σχολείο μέχρι να αποκοιμηθώ. Έλεγα τα τραγούδια το ένα μετά το άλλο, φρόντιζα το στίγμα να είναι ελαφρό, κομψό (όχι πολλά μπουζούκια) και με ενοχλούσε οτιδήποτε ανέκοπτε τη μετάδοση, π.χ. ένα «γεια». 

 

Aνέπτυξα ένα είδος ανάλαφρης ψυχασθένειας: υποδυόμουν ότι φέρω μέσα μου έναν ραδιοφωνικό σταθμό. Ότι είμαι ένας ραδιοφωνικός σταθμός. Είκοσι τέσσερις ώρες το 24ωρο.

 

Αυτή η λόξα, μεταξύ άλλων, με βοήθησε στα πιο δύσκολα χρόνια του μπούλινγκ, τα οποία τοποθετούνται στην αυγή της σεξουαλικότητας. Ήταν ένα πρωτόγονο timeline, με κανέναν φίλο και μηδέν likes. Ένα ανεπίδοτο παραμιλητό, σαν πολλά που βλέπω τώρα στο Facebook. Κράτησε 3-4 χρόνια μέχρι που δεν τράβαγε άλλο και άρχισα να αναζητώ πιο λεπτουργημένα ψεύδη.

 

Αυτό ήταν η τηλεόραση που δυστυχώς δεν είχαμε. Λόγω ένδειας. 

 

Μετά το σχολείο ξεροστάλιαζα στις βιτρίνες των δύο μαγαζιών που πούλαγαν ηλεκτρικά είδη. Δεν είχε ακόμα τοποθετηθεί ο αναμεταδότης του Αίνου και το σήμα ήταν κόσκινο. Η εικόνα ερχόταν κι έφευγε σαν εφιάλτης ‒Ντέιβιντ Λιντς ή, μάλλον, Αρονόφσκι: τύποι με γυαλαμπούκες που μίλαγαν για το Διάστημα (Μεσθεναίος), θείτσες που έστρωναν το κάπως κοντό φουστάνι τους μιλώντας για το νοικοκυριό‒, εξωγήινος κόσμος, πριν βγει ο καταστηματάρχης, ενοχλημένος από την ντάγκλα μου, να ξεροβήξει. 

 

Αλλά προς το οικοτροφείο, ανάμεσα στους ευκάλυπτους, υπήρχε ένα μοναχικό λυόμενο με κήπο ολόγυρα κι εκεί έμενε ένα παραπληγικό παιδί που πέθανε στα 18. Πήγαινα και του έκανα παρέα, κανείς δεν πήγαινε. Ένιωθα συγγενής ως προς αυτό. Το ντιλ ήταν τίμιο.

 

Τις νύχτες του καλοκαιριού, το βγάζανε να πάρει αέρα στη βεράντα και του είχαν αγοράσει τηλεόραση. Πήγαινα κρυφά απ’ τον χωματόδρομο και παραμόνευα πίσω από τα ηλιοτρόπια.

  

Εκεί άκουσα πρώτη φορά, 10 το βράδυ, το μουσικό σήμα του «Χαβάη 5-0». Είδα τα κύματα του ωκεανού κι ανέβασα παλμούς. Οι φαντασιώσεις μου άλλαξαν πίστα. Εισήλθα στη φάση Tropicana.

 

Αργότερα οι δικοί μου έμαθαν ότι ξεροσταλιάζω στα χωράφια και μου απαγόρευσαν να ξαναπάω, ταπεινωμένοι. Κρυφά, έκαναν τα πάντα να αγοράσουν τηλεόραση. 

 

Την είδα ξαφνικά ένα Σαββάτο βράδυ που γύρισα από το φροντιστήριο αγγλικών. Έπαθα διάλειψη. Και δεν ξεκόλλησα για τα επόμενα 6 χρόνια. Αργά μια νύχτα είδα την Πλισέσκαγια να χορεύει Λίμνη των κύκνων. Κι ένα άλλο, τον Θησαυρό της Σιέρα Μάντρε

 

Μια αδηφάγα περιέργεια με κατέκλυσε για συμπεριφορές κι εκφράσεις που ήταν «αφύσικες» όπως εγώ, ο τρόπος που τα χέρια τρέμουν όταν ένας κύκνος πεθαίνει, το κέρδος που κάποτε υπάρχει όταν χάνεις στη ζαριά της φυσικής επιλογής, η κρυφή σημασία του nonsense στο Εκείνος κι Εκείνος, τυπάκια που λαθραία πέρναγαν κάτω από το μάτι της δικτατορίας, κατέβαιναν απ’ την οθόνη στη σερβάντα με τα σοκολατάκια και τα φουσέκια του πατέρα μου και μου έκαναν πατ-πατ στην πλάτη, καλός είσαι κι εσύ, θα επιζήσεις, όπως επιζήσαμε, σε κάποιο ουράνιο χωράφι υπάρχουν παιδιά που ντύνονται σαν μέλισσες και χορεύουν μέρα-νύχτα, θα βρεις τον δρόμο σου να πας εκεί, να φύγεις από το σκυλάδικο της ετεροκανονικότητας. 

 

Κι όντως: ένα μεσημέρι, έχοντας φάει κι άλλη οικογενειακή ήττα που δεν είναι της παρούσης, ήμουν εμβρόντητος στο δωμάτιο με τη σερβάντα της πυρίτιδας και η τηλεόραση έπαιζε Thunderbirds - Κεραυνούς του Διαστήματος με κούκλες. Υπήρχε κι ένα βάζο, απομίμηση Βοημίας με σκαλιστό γυαλί, και μέσα πέντε έξι άγρια τριαντάφυλλα. Φυλλορροούσαν.

 

Ήταν η αποφασιστική στιγμή: είπα μέσα μου να μη στενοχωριέμαι πια, ότι δεν είναι ακριβώς κοινή η μοίρα του παιδιού με τον γονιό του κι ότι εγώ, που είμαι ένα πλάσμα αυτόνομο και μόνο, ίσως καταφέρω να ζήσω κάτι άλλο, αλλού. Ότι θα αφήσω να εξελίσσεται αμέριμνα η δυστυχία γύρω μου, αρκεί εγώ να φτιάξω ένα κόσμο εσωτερικό, ένα βυθισμένο άντρο, που δεν θα το ξέρει κανείς. Ότι θα φύγω ‒ τέρμα και τελείωσε!

 

Κι έτσι επέζησα: σαν μια Ραδιοτηλεόραση με μορφή ανθρώπου: ήξερα εκπομπές που δεν ακούστηκαν· μετέδωσα εκπομπές που δεν άκουσε κανείς.

 

Κι όμως, στο τέλος κάποιο τραγούδι ακούστηκε απ' το σπασμένο μου τρανζίστορ: Ζω.