Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Το μπάσκετ είναι από τα λίγα πράγματα που δουλεύουν καλά στην Ελλάδα. Οι ομάδες μας συνεχίζουν να πρωταγωνιστούν στην Ευρώπη, παρά τις εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες που έχει προκαλέσει η οικονομική κρίση, οι Έλληνες προπονητές συγκαταλέγονται στους κορυφαίους της Ευρώπης, κάθε σχολείο, γειτονιά και χωριό της Ελλάδας διαθέτουν γήπεδα μπάσκετ, από τα οποία συνεχίζουν και βγαίνουν ιδιαίτερα ποιοτικοί παίκτες, όπως έδειξε και η πρόσφατη κατάκτηση του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος με τους εφήβους. Οπότε είναι λογικό και θεμιτό να ασχολούμαστε με την Εθνική Ομάδα και ιδιαίτερα φέτος, όταν για πρώτη φορά στην ιστορία μας είχε προστεθεί στο ιδιαίτερα ταλαντούχο σύνολο ένας από καλύτερους παίκτες του ΝΒΑ, ένας αυθεντικός ALL STAR, ο Γιάννης Αντετοκούνμπο. 

 

Στον Γιάννη είχαμε δει το δικό μας Γκασόλ, Πάρκερ, Νοβίτσκι, Κιριλένκο κτλ που θα μας άλλαζε επίπεδο και θα μας οδηγούσε ως κάποιο μετάλλιο. Πέρα όμως από το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα, ο Γιάννης έχει συγκεντρώσει ένα είδος λατρείας από τους Έλληνες εξωπραγματικό για την εποχή του τέλος των ψευδαισθήσεων στην οποία ζούμε και περίεργο λόγω του χρώματός του που τον καθιστά αυτομάτως έναν Έλληνα που δεν έχουμε συνηθίσει. Και πως θα μπορούσε να γίνει αλλιώς όταν εκτός της χολιγουντιανής ιστορίας του, από πλανόδιος πωλητής για να βγάζει τα προς το ζην στα Σεπόλια έφθασε ως την κορυφή του ΝΒΑ με μυθικό συμβόλαιο 100 εκατ. δολαρίων, φαίνεται ότι είναι και ένας φοβερός τύπος που πραγματικά αγαπάει την Ελλάδα. Χωρίς κάποιο ιδιαίτερο λόγο. Η ιστορία με την ιθαγένεια του είναι γνωστή: την απέκτησε λίγες εβδομάδες πριν επιλεγεί στα ντραφτ του ΝΒΑ, την ώρα που καραδοκούσε η Νιγηρία και η Ισπανία -αν δεν τον επέλεγαν στο ΝΒΑ θα έπαιζε στη Ρεάλ Σαραγόσας. Έως τότε ήταν παράνομος, ένα παιδί γεννημένο στην Ελλάδα, πλήρως ενταγμένο στη χώρα, χωρίς διαβατήριο (ούτε Νιγηριανό) και δικαιώματα. Και όμως την ημέρα της επιλογής του στο ΝΒΑ ανέβηκε στη σκηνή με την ελληνική σημαία. Μια από τις λίγες φορές που τον ακούσαμε να μιλάει για αυτό το θέμα ήταν πριν δύο μήνες περίπου στη Στέγη όταν λιτά και απλά είπε ότι «Δεν πρέπει να είσαι ο Αντετοκούνμπο για να πάρεις ελληνική ιθαγένεια».

 

Ο Γιάννης είναι μόλις 22 χρονών και έχει παίξει ήδη σε δύο διοργανώσεις με την εθνική. Έχει κάθε δικαίωμα να μείνει εκτός σε κάποιες από αυτές και η πορεία του με το εθνικό συγκρότημα θα κριθεί στο τέλος της καριέρας του.

 

Πίσω στο θέμα μας και για την οικονομία της συζήτησης ας πούμε ότι η Ελληνική Ομοσπονδία έχει (κάποιο) δίκιο και ότι ο Γιάννης δεν είναι στην ουσία τραυματίας, αλλά η ομάδα του Μιλγουόκι Μπακς και ο ίδιος φοβήθηκαν ενδεχόμενο τραυματισμό λόγω ενοχλήσεων στο γόνατο. Σε αυτή την περίπτωση εκθέτεις όλα τα στοιχεία που έχεις στη διάθεσή σου και υποστηρίζουν την άποψη σου στην ανακοίνωση και δεν αφήνεις υπονοούμενα για θεωρίες συνωμοσίας και άλλα, δίνοντας τροφή σε κάθε πικραμένο με πληκτρολόγιο. Αυτό που δεν εξηγεί η ανακοίνωση στον μέσο φίλαθλο της Εθνικής είναι γιατί ο Γιάννης να έρθει στην Ελλάδα και να πάρει μέρος στην προετοιμασία για να υποδυθεί στη συνέχεια τον τραυματία και γιατί οι Μπακς άφησαν να περάσει τόσος καιρός για να ξεδιπλώσουν το σχέδιο τους, ενώ θα μπορούσαν να το θέσουν σε κίνηση πριν ο παίκτης έρθει στην Ελλάδα και πάρει μέρος στην προετοιμασία πολύ πιο εύκολα και ανώδυνα για εκείνους.  

 

Οι επικριτές του Γιάννη που τον συγκρίνουν με άλλους παίκτες του ΝΒΑ που έχουμε συνδέσει με επιτυχίες των εθνικών ομάδων τους (Πάρκερ, Γκασόλ για παράδειγμα) ξεχνούν ότι ο Γιάννης είναι μόλις 22 χρονών και έχει παίξει ήδη σε δύο διοργανώσεις με την εθνική. Έχει κάθε δικαίωμα να μείνει εκτός σε κάποιες από αυτές και η πορεία του με το εθνικό συγκρότημα θα κριθεί στο τέλος της καριέρας του. Τέλος, είναι δύσκολο να μην βρεις απίστευτα υποκριτική την απαίτηση να «σφίξει τα δόντια» και να παίξει ο Γιάννης, αψηφώντας σοβαρές ενδεχόμενες συνέπειες για τον ίδιο, να επιδείξει δηλαδή ένα είδος υπέρτατου πατριωτισμού που δεν συνάδει με τη νέο-ελληνική κουλτούρα της αποφυγής με κάθε τρόπο των υποχρεώσεων απέναντι στη χώρα. Σε τελική ανάλυση, ο Γιάννης δεν μας χρωστάει τίποτα.