Στην politically correct εποχή μας όσοι παρεκκλίνουν από το mainstream πρότυπο μπορεί να προβάλλονται ως καθ' όλα αποδεκτά μέλη της κοινωνίας, στην ουσία όμως εξακολουθούν να χρησιμεύουν είτε ως παραδείγματα προς αποφυγή, είτε ως άλλοι γελωτοποιοί στις αυλές των σύγχρονων βασιλιάδων: των επιτυχημένων.
Στην politically correct εποχή μας όσοι παρεκκλίνουν από το mainstream πρότυπο μπορεί να προβάλλονται ως καθ' όλα αποδεκτά μέλη της κοινωνίας, στην ουσία όμως εξακολουθούν να χρησιμεύουν είτε ως παραδείγματα προς αποφυγή, είτε ως άλλοι γελωτοποιοί στις αυλές των σύγχρονων βασιλιάδων: των επιτυχημένων.

 

Αν διατρέξει κανείς τις εκπομπές της μεσημεριανής ζώνης αντιλαμβάνεται άμεσα πως υπάρχει συνταγή, σχεδόν δοσομετρημένη, για την ιδανική αυλή που πρέπει να πλαισιώνει τις παρουσιάστριες. Τα κανάλια και οι παραγωγοί κρίνουν απαραίτητη την παρουσία ενός εμφανώς gay άνδρα, μιας παχουλής και “ακομπλεξάριστης” 30something γυναίκας, ενός ελαφρά εκμοντερνισμένου μα φανερά παλαιάς κοπής άντρα και ενός ζεύγους ωραίων, νέων και ελαφρώς αφελών εικοσάρηδων.

 

Αρχικά ο τηλεθεατής ίσως ξεγελαστεί και πιστέψει πως τα πάνελ αυτά έχουν συγκροτηθεί ώστε να αντιπροσωπεύουν το σύνολο της κοινωνίας και επιτέλους να εκφράσουν μια πλουραλιστική φωνή. Η ανεκτικοτητα και η ποικιλομορφία εξάλλου αποτελεί απαραίτητο χαρακτηριστικό προκειμένου τα μεσημεριανάδικα να αποτινάξουν την ρετσινιά του οπισθοδρομικού και βαθιά συντηρητικού τηλεοπτικού προϊόντος, με στόχο να προσελκύσουν ένα πιο διευρυμένο κοινό και φυσικά περισσότερες διαφημίσεις.

 

Η λέξη κλειδί όμως εδώ είναι το "ξεγελαστεί". Γιατί μπορεί πλέον οι οθόνες να μην κατακλύζονται αποκλειστικά από αψεγάδιαστες ξανθιές, πρότυπα νοικοκυράς, συζύγου και μητέρας, ωστόσο οι νεοεισαχθείσες φιγούρες μοιάζουν να υπάρχουν για να επιβεβαιώνουν με τα λεγόμενα και τα ακκίσματα τους όλα τα στερεότυπα των διαφορετικών πληθυσμιακών ομάδων που φαινομενικά εκπροσωπούν.

 

Ο λόγος που επιλέγονται είναι απλός: το τηλεοπτικό κοινό έχει ανάγκη να ακούσει πως όλοι επιθυμούν να ενταχθούν στο τρίπτυχο πατρίς-θρησκεία-οικογένεια, πως όλοι αυτομαστιγώνονται αν δεν έχουν κατορθώσει να αποκτήσουν τέλειο σώμα, πρόσωπο χωρίς ρυτίδες, υπέροχο σπίτι και αυτοκίνητο μεγάλου κυβισμού.

 

Έπειτα από λίγα λεπτά καθίσταται σαφές πως και στις καθημερινές ψυχαγωγικές εκπομπές ισχύει ό,τι ισχύει στο τηλεοπτικό σύμπαν εν γένει: οι ρόλοι είναι μοιρασμένοι και οι κανόνες για το τι λέει ποιος τηρούνται απαρέκκλιτα.

 

Τα ανέφελα πρόσωπα των ευειδών νεαρών μελών της παρέας διαφημίζουν την εργένικη ζωή όπου το ξέφρενο clubbing, οι διακοπές με τους κολλητούς και τα extreme sports βάζουν την σφραγίδα της επιτυχίας στην συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα. Οι όποιες θεματολογικές διαφορές εδώ οφείλονται αποκλειστικά στο φύλο. Τα αγόρια κομπάζουν για τις κατακτήσεις τους σε κάθε πτυχή της ζωής, ενώ τα κορίτσια προτάσσουν μια μη απειλητική εικόνα εστιάζοντας σε comme il faut θέματα εμφάνισης και συμπεριφοράς. 

 

Οι gay μιλάνε σχεδόν αποκλειστικά για μόδα, νέες τάσεις και κουτσομπολιό με τρόπο που ο σωστός ο άντρας, ο βαρύς, θα αποκαλούσε γυναικουλίστικο. Είναι ντυμένοι με πιο flashy τρόπο, ενίοτε μάλιστα χρησιμοποιούν καλιαρντές εκφράσεις προσφέροντας μαζί με την «μετάφραση» τους και μία αίσθηση συνάφειας του μέσου Έλληνα με την ομοφυλόφιλη κοινότητα.

  

Οι ευτραφείς γυναίκες εμφανίζονται σχεδόν πάντα ως loud. Ενσαρκώνουν με μπρίο την καταφερτζού, τη γυναίκα που δεν χαρίζει κάστανα. Συνήθως είναι εκείνες που θα σπάσουν τον πάγο λέγοντας τις "σκληρές αλήθειες", βγάζοντας την υπόλοιπη ομάδα από την δύσκολη θέση, όταν αυτό χρειάζεται, ώστε στη συνέχεια το άμοιρο θύμα που έκανε κάποιο αδιανόητο faux pas να σκυλευτεί από την ομήγυρη. Όταν η περσόνα τους δεν προβάλλει το motto "τα πάχη μου, τα κάλλη μου", χρησιμεύουν και ως μάρτυρες ή ζωντανές αποδείξεις για τις διάφορες δίαιτες και κοσμητικές τεχνικές που πουλάνε οι υπέρλαμπρες παρουσιάστριες.

 

Ο "Άνδρας" του πάνελ είναι πάντα στιβαρός, στρογγυλεμένος macho με ρόλο φωτεινού παντογνώστη σε νομικά ή ιατρικά θέματα. Οι υπόλοιποι συνήθως τον κοιτούν με τον σεβασμό που θα έδειχναν στον Πάτερ Φαμίλια στο κυριακάτικο οικογενειακό τραπέζι. Δεν διστάζει να χτυπήσει το χέρι στο τραπέζι, όταν η συζήτηση αγγίζει σοβαρά κοινωνικά θέματα και δεν φείδεται σεξιστικών αστείων, τα οποία μοιράζει δεξιά κι αριστερά στις μειονεκτούσες φιγούρες που τα υπομένουν γελώντας, θέτοντας εαυτόν για άλλη μία φορά στην θέση της καρικατούρας. Και όλο αυτό είναι οκ, γιατί "'νταξ μωρέ, αγαπιόμαστε, κάνουμε αστειάκια και δεν κρύβεται κάτι άλλο από κάτω".

 

Η πειθήνια συμμόρφωση και αποδοχή των κανόνων αυτών εξηγεί γιατί ποτέ δεν βλέπουμε έναν gay πανελίστα να συζητά καίρια θέματα της LGBT κοινότητας με σοβαρότητα και με στοιχεία, σε μια προσπάθεια πραγματικής ευαισθητοποίησης του mainstream πληθυσμού. Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως ανοιχτά λεσβίες πανελίστριες δεν υπάρχουν ούτε για δείγμα, ίσως επειδή η αναγνώριση της υπαρξής τους έξω από το πλαίσιο της τσόντας για ετεροφυλόφιλους άνδρες θα οδηγούσε σε αυτανάφλεξη την πλειοψηφία του κοινού των εκπομπών αυτών. Δεν ακούμε ποτέ τις πέραν του ιδανικού δείκτη μάζας σώματος γυναίκες να μιλάνε ανοιχτά για το τι σημαίνει να μην χωράς στα περισσότερα ρούχα των καταστημάτων από όπου ψωνίζει η πλειοψηφία των γυναικών ή πως είναι να ντρέπεσαι να γδυθείς με αναμμένο φως μπροστά σε έναν νέο εραστή.

 

Και ο λόγος είναι απλός: το τηλεοπτικό κοινό έχει ανάγκη να ακούσει πως όλοι επιθυμούν να ενταχθούν στο τρίπτυχο πατρίς-θρησκεία-οικογένεια, πως όλοι αυτομαστιγώνονται, αν δεν έχουν κατορθώσει να αποκτήσουν τέλειο σώμα, πρόσωπο χωρίς ρυτίδες, υπέροχο σπίτι και αυτοκίνητο μεγάλου κυβισμού. Μέσω της αναγνώρισης αυτής, οι καθημαγμένοι από την δύσκολη πραγματικότητα τηλεθεατές θα πάρουν τα πάνω τους για να συνεχίσουν να καταναλώνουν το τηλεοπτικό προϊόν και κατά συνέπεια τα διαφημιζόμενα αγαθά.

 

Στην politically correct εποχή μας όσοι παρεκκλίνουν από το πρότυπο αυτό μπορεί να προβάλλονται ως καθ' όλα αποδεκτά μέλη της κοινωνίας, στην ουσία όμως εξακολουθούν να χρησιμεύουν είτε ως παραδείγματα προς αποφυγή, είτε ως άλλοι γελωτοποιοί στις αυλές των σύγχρονων βασιλιάδων: των επιτυχημένων.