ΤΟ «LOVELIFE» ΤΟΥ ΗΒΟ ΜΑΧ, που στην Ελλάδα θα προβάλλεται κάθε Πέμπτη από το COSMOTE SERIES HD, μοιάζει με lo-fi εκδοχή του Sex and the City: στο επίκεντρο βρίσκεται μια καλοπροαίρετη ηρωίδα, έχει φίλες εξομολόγους, έμπιστες και υποστηρικτικές στις συζητήσεις για τα ερωτικά πονάκια, κινείται στη Νέα Υόρκη και προσπαθεί να βγάλει ένα νόημα στη δύσκολη εξίσωση της επαγγελματικής αυτονόμησης με το αιώνιο πρόβλημα της ιδανικής σχέσης.

 

 

Η μεγάλη διαφορά με τη σειρά που σημάδεψε τη διστακτική αυτοπεποίθηση μιας γενιάς από πολύχρωμα κορίτσια είναι πως η μόδα, δηλαδή μια επιφανειακή, αν και σημαντική ερμηνεία της προσωπικότητας, δεν παίζει κανέναν απολύτως ρόλο.

 

Η Ντάρμπι της Άννα Κέντρικ παρουσιάζεται ως απροσποίητο, απλό κορίτσι που αποφοίτησε από το κολέγιο και έχει πιάσει δουλειά ως ξεναγός σε μουσείο. Την ενδιαφέρει η φωτογραφία, αλλά γίνεται σαφές πως δεν έχει βρει ακόμη το στίγμα της, όπως η Κάρι, με το εύγλωττο ημερολόγιο, που λειτουργεί σαν προσωπική μαρτυρία και από τη στιγμή που δημοσιεύεται, κοινωνεί και παραδειγματίζει.

 

Το ταλέντο της Κέντρικ είναι να περνά από την αρχική αμηχανία και την ανθρωποδιωχτική νευρικότητα στη χαριτωμένη οικειότητα, στη συμπάθεια που προκαλεί η αυθεντική της απορία μπροστά στην αβεβαιότητα μιας προοπτικής ζωής, του μόνιμου δεσμού ή, φευ, του μεγάλου, μυθιστορηματικά μοιραίου έρωτα.

 

Η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ και οι φίλες της χρησιμοποίησαν τη μόδα ως έκφραση και καταφύγιο, δέλεαρ και ασπίδα, συνήθως εξωφρενική, για να δείξουν πώς μια γυναίκα διαθέτει τα όλα της απέναντι σε ένα περιβάλλον άγνωστο και μεροληπτικό. Χωρίς να είναι θεωρητική ή εντυπωσιακή per se, η Πάρκερ μετέστρεφε την εμμονή των fashionistas σε καλογραμμένη, ψυχαγωγικά φεμινιστική ειρωνεία στην τελευταία καταγεγραμμένη περίοδο υπερβολής του Μεγάλου Μήλου.

 

Η Κέντρικ, με το συγκεκριμένο φιζίκ και την καλλιεργημένη κωμικότητά της, μπαίνει στη σειρά (της οποίας είναι και παραγωγός) με την ευδιάκριτα συγκρατημένη νεύρωσή της, μια υπολογισμένη ροπή προς τη χαμογελαστή στάση αναμονής – για να δείξει τα πραγματικά της αισθήματα χρειάζεται αλκοόλ ή χρόνο. Η σταρ του «Pitch Perfect» μας πείθει πως η καθόλου φαντασιόπληκτη, σίγουρα φιλότιμη, αρκετά σκόρπια Ντάρμπι δεν ξεκινά μια γνωριμία έχοντας το πάνω χέρι.

 

Ο πρώτος, και φαινομενικά σίγουρος δεσμός, αποδεικνύεται φευγαλέος. Πρώτος εκείνος της λέει πως την αγαπά, αλλά η πόλη δεν τον κρατά: έχει φιλοδοξίες, ενώ εκείνη κάνει το λάθος να τις ξεχάσει για χάρη του.
Ο πρώτος, και φαινομενικά σίγουρος δεσμός, αποδεικνύεται φευγαλέος. Πρώτος εκείνος της λέει πως την αγαπά, αλλά η πόλη δεν τον κρατά: έχει φιλοδοξίες, ενώ εκείνη κάνει το λάθος να τις ξεχάσει για χάρη του.

 

Το ταλέντο της Κέντρικ είναι να περνά από την αρχική αμηχανία και την ανθρωποδιωχτική νευρικότητα στη χαριτωμένη οικειότητα, τη συμπάθεια που προκαλεί η αυθεντική της απορία μπροστά στην αβεβαιότητα μιας προοπτικής ζωής, του μόνιμου δεσμού ή, φευ, του μεγάλου, μυθιστορηματικά μοιραίου έρωτα. Φανταζόμαστε πως είναι από εκείνες τις κοπέλες που, ακόμη κι αν χωρίσει άδοξα, θα παραμείνει καλή φίλη, γιατί πρώτα και κύρια είναι εντάξει παιδί, χωρίς να είναι απαραίτητα τέλεια ή άγια.

 

Το ευχάριστο είναι πως δεν θυματοποιείται επειδή δεν ταιριάζει στο πρότυπο του αθάνατου μοντέλου ή της μοντέρνας instagrammer: έχει δικαίωμα στο σεξ, το διεκδικεί χωρίς περιττές απελπισίες και της συμβαίνει συχνά, αν και όχι με την περιοδικότητα που μπορεί να ονειρεύεται.

 

Ήδη, από το πρώτο εκ των 10 συνολικά ημίωρων επεισοδίων τα αδιέξοδα χτυπούν την πόρτα της Ντάρμπι. Ο πρώτος, και φαινομενικά σίγουρος δεσμός, αποδεικνύεται φευγαλέος. Πρώτος εκείνος της λέει πως την αγαπά, αλλά η πόλη δεν τον κρατά: έχει φιλοδοξίες, ενώ εκείνη κάνει το λάθος να τις ξεχάσει για χάρη του. Στη συνέχεια, τα φτιάχνει με το αφεντικό της (εξαιρετικός ο Σκουτ Μακνέρι, αλαζονικός και κυριολεκτικός ταυτόχρονα) αμέσως μόλις εκείνος χωρίζει.

 

Το εκτροχιασμένο, ντροπιαστικό μεθύσι της στην κηδεία του πατέρα του φωνάζει και με το παραπάνω πως, για να ανήκει σε μια οικογένεια, οφείλει να ξεπεράσει τεχνητά την ανάγκη της να γίνεται αρεστή πάση θυσία. Κανείς δεν μπορεί να ξεπεράσει τέτοιο ρεζιλίκι και η ευγενική αποφυγή του περιστατικού δεν σημαίνει πως ξεχνιέται το κακό προηγούμενο.

 

Ο αμέσως επόμενος προκύπτει από τυχαία γνωριμία. Νέος και ενθουσιώδης, ο άνδρας βγάζει τα εσώψυχά του σε μια Ντάρμπι που δείχνει να έχει αλλάξει, αποφεύγοντας μετά τη σεξουαλική συνεύρεση μαζί του, λέγοντας σωρεία ψεμάτων για τη φύση της δουλειάς της, το πού εργάζεται και για τις προθέσεις της. Είναι φανερό πως δεν θέλει να πληγωθεί, αλλά η ειλικρίνειά του την αφοπλίζει.

 

Κορίτσι της διπλανής πόρτας και μετριοπαθής πρέσβειρα της προσγειωμένης θηλυκότητας, η Ντάρμπι δεν φορά καμία ιδιαίτερη προσωπικότητα και χτίζει χαρακτήρα διαμέσου των ανδρών-σταθμών της, ενδόμυχα ελπίζοντας σε όσα φέρνει η (δραματική) στιγμή.
Κορίτσι της διπλανής πόρτας και μετριοπαθής πρέσβειρα της προσγειωμένης θηλυκότητας, η Ντάρμπι δεν φορά καμία ιδιαίτερη προσωπικότητα και χτίζει χαρακτήρα διαμέσου των ανδρών-σταθμών της, ενδόμυχα ελπίζοντας σε όσα φέρνει η (δραματική) στιγμή.


Έχοντας δει τα τρία πρώτα επεισόδια, δεν γνωρίζω αν η γλυκόπικρη διαδρομή της Ντάρμπι θα καταλήξει στο αυτονόητο, δηλαδή στην οικογενειακή ηρεμία που υπονοεί η τρικυμία εν κρανίω που τη διακατέχει ή αν θα μάθει από τα λάθη της (συγχωρητέα, φυσικά, για την ηλικία της) και θα βρει τον προσωπικό της στόχο.

 

Με τα ιντερλούδια σεξ, το Lovelife δεν είναι μια εξιδανικευμένη ρομαντική απόδραση αλλά μια ψύχραιμη κομεντί που ακουμπά ελαφρά τον ρεαλισμό. Αντίθετα με το Sex and the City, ποντάρει στον άπιαστο υδράργυρο της αγάπης. Η δράση δεν μοιράζεται σε τέσσερις γυναίκες αλλά επικεντρώνεται σε μία, αν και δίπλα στην Ντάρμπι μισανοίγει ένα παράθυρο ενδιαφέροντος για τη συγκάτοικο και φίλη Σάρα (Ζόι Τσάο), με το κατασταλαγμένο cool της να υποχωρεί σε μια σταδιακή ανησυχία.

 

Προϋπαντώντας τη νέα δεκαετία, η διαφορά με τα βρυχώμενα, ξεσαλωμένα '20s του προηγούμενου αιώνα δεν θα μπορούσε να είναι πιο έντονη. Κορίτσι της διπλανής πόρτας και μετριοπαθής πρέσβειρα της προσγειωμένης θηλυκότητας, η Ντάρμπι δεν φορά καμία ιδιαίτερη προσωπικότητα και χτίζει χαρακτήρα διαμέσου των ανδρών-σταθμών της, ενδόμυχα ελπίζοντας σε όσα φέρνει η (δραματική) στιγμή.