[Η Marina Alessandri -που υπογράφει αυτό το ενδιαφέρον κείμενο περί της καταναγκαστικής χαράς των σύγχρονων κοινωνιών- είναι επίκουρη καθηγήτρια Φιλοσοφίας και διδακτορική συνεργάτις στο Τμήμα στις Μεξικανο-αμερικανικών σπουδών και Σπουδών Φύλου και γυναικών στο Πανεπιστήμιο του Texas Rio Grande Valley. Άρθρα της έχουν δημοσιευθεί στους New York Times και New Philosopher, μεταξύ άλλων].

 

Πριν από χρόνια βρέθηκα σε μία τελετή προσκόπων κάπου στις βορειοανατολικές Ηνωμένες Πολιτείας, όπου και εισέπνευσα το αμερικανικό πνεύμα, αφιλτράριστο. Οι στολές των προσκόπων είχαν ραμμένες πάνω τους αστέρια και λωρίδες, δίπλα στα διακριτικά τους. Μπροστά σε μία υπερμεγέθη αμερικανική σημαία βρεθήκαμε όλοι μαζί να προσευχόμαστε στον άγνωστό, ασαφή Θεό της Αμερικής, ευχαριστώντας για την ύπαρξη μας και ζητώντας κάποιο είδος δύναμης ή προστασίας. 

 

Μετά τα αγόρια απήγγειλαν τον προσκοπικό κώδικα: μια δέηση για να είναι αξιόπιστοι, αφοσιωμένοι, χρήσιμοι και... χαρούμενοι. 

 

Ως φιλόσοφος, βαθύτατα επηρεασμένη από τον Νίτσε πάντα φανταζόμουν τη χαρά ως ασθενικό παιδί, που γεννήθηκε εννέα μήνες μετά από ένα ραντεβού που κλείστηκε μέσω Tinder και ανάμεσα στη στωική φιλοσοφία και τον Χριστιανισμό. Αλλά εκείνη τη μέρα έμαθα ότι η χαρά ήταν ένα ορφανό αγγλάκι, λαθρομετανάστης στις ΗΠΑ στις αρχές του 20ύ αιώνα που τώρα, έβγαζε τα προς το ζην σε όλο το ολοζώντανο μεγαλείο του σύγχρονου αμερικανικού kitsch: τυπωμένο πάνω σε μαξιλάρια, κούπες καφέ και παντόφλες.

 

Η άνευ λόγου χαρά είναι κάτι βαθιά φυτεμένο στο αμερικανικό έδαφος και οι φτωχοί πρόσκοποι είναι φτιαγμένοι για να πιστεύουν ότι πρόκειται περί αρετής. 

 

Κι όμως! Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν κατονομάσει τέσσερις αρετές: την ηρεμία, τη σοφία, το θάρρος και τη δικαιοσύνη. Ο Αριστοτέλης πρόσθεσε και κάποιες ακόμη, αλλά η χαρά δεν ήταν ανάμεσα σ' αυτές.

 

Οι Έλληνες φιλόσοφοι δεν φαινόταν να ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για τη σχέση ανάμεσα στο πώς νιώθουμε, όταν ενεργούμε για κάτι. Για το πώς νιώσαμε σε σχέση με το πώς ενεργήσαμε. Ο Αριστοτέλης είχε πει ότι το ιδανικό θα ήταν να νιώθουμε καλά, όταν κάνουμε το σωστό, αλλά δεν θεωρούσε το αίσθημα ευχαρίστησης αναγκαίο για κάθε φορά που κάναμε μία καλή, μία όμορφη ή μία δίκαιη πράξη.

 

Η άνευ λόγου χαρά είναι κάτι βαθιά φυτεμένο στο αμερικανικό έδαφος και οι φτωχοί πρόσκοποι είναι φτιαγμένοι για να πιστεύουν ότι πρόκειται περί αρετής. Κι όμως! Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν κατονομάσει τέσσερις αρετές: την ηρεμία, τη σοφία, το θάρρος και τη δικαιοσύνη. Ο Αριστοτέλης πρόσθεσε και κάποιες ακόμη, αλλά η χαρά δεν ήταν ανάμεσα σ' αυτές.

 

Το να ενεργεί κανείς με γνώμονα την αρετή πολύ συχνά σημαίνει ότι ενεργεί απολύτως καθαρός από οποιαδήποτε μορφή υπερβολής ή αδυναμίας. Αλλά για να αγγίξουμε αυτό το βαθύτερο νόημα του, οφείλουμε να εγκαταλείπουμε κάθε δράση που χάνει τον αρχικό της στόχο. Μιλάμε για κάτι εξαιρετικά δύσκολο για τον μέσο όρο των ανθρώπων, που αν έπρεπε να κάνουν μια επιλογή ανάμεσα στο να νιώσουν καλά και να πράξουν σκάρτα ή να νιώσουν άσχημα, αλλά να κάνουν το σωστό, θα έπρεπε να ακολουθήσουν την Αριστοτέλεια σκέψη που θα επέλεγε το πρώτο. 

 

Διότι ο Αριστοτέλης, ναι μεν κατανοούσε ότι τα συναισθήματα είναι δύσκολο να τα ελέγξουμε, κάποτε και αδύνατο, γνώριζε επίσης όμως ότι τα καλά συναισθήματα συνήθως περιβάλλουν τις μεγάλες, ιδανικές, ηρωικές πράξεις μας. Ενώ περιμένουμε τα καλά συναισθήματα να εμφανιστούν, μπορούμε, έλεγε, στο μεσοδιάστημα να εξασκούμαστε στην επιμονή, τη σοφία, το θάρρος και τη δικαιοσύνη. Και ενώ είχε πει πολλά γι' αυτά, ποτέ δεν είπε κάτι για το χαμόγελο...

 

Οι Ρωμαίοι στωικοί από την πλευρά τους, πλησίασαν περισσότερο στο ζήτημα της χαράς, όταν αποφάσισαν ότι θα πρέπει να δίνουμε σημασία σ' αυτό που νιώθουμε. Πίστευαν μάλιστα ότι μπορούμε να ελέγχουμε τις συμπεριφορές μας. Ακόμη και αυτοί, ωστόσο, δεν υπερασπίζονται τη χαρά, παρά την προσπάθεια των Αμερικανών μεταφραστών να δηλητηριάσουν τα κείμενά τους με αυτήν.

 

Για παράδειγμα, ο Μάρκος Αυρήλιος, στους Διαλογισμούς του, συμβουλεύει τον εαυτό του να είναι "εύνους", κατά κυριολεξία, δηλαδή, «καλοπροαίρετος». Αυτό μεταφράστηκε στα αγγλικά ως «καλός» από τον Francis Hutcheson και τον James Moore το 1742 στη Σκωτία και στη συνέχεια ως «καλοσύνη» από τον Βρετανό μεταφραστή Τζορτζ Λονγκ το 1862, πριν επιστρέψει στο «καλόγνωμος» το 1916 υπό την επιρροή ενός άλλου Βρετανού μεταφραστή, του CR Haines. Το 2003, ο Γκρέγκορι Χέιζ, από την Ινδιανάπολη, μεταφράζει ως εὔνούν τον «χαρούμενο».

 

Προφανώς, ο συγκεκριμένος ήταν πρόσκοπος. Ή Χριστιανός. Ή και τα δύο. Δεν εξηγείται αλλιώς. 

 

Στον κατάλογο των αρετών των Στωικών φιλοσόφων, οι χριστιανοί προσέθεσαν την πίστη, την ελπίδα και την αγάπη. Αυτά είναι ένα δώρο από τον Θεό, σε αντίθεση με την επιμονή και τη δικαιοσύνη, τις οποίες μπορούμε να επιφέρουμε και μόνοι μας στον κόσμο.

 

Η πίστη είναι η πεποίθηση ότι έχοντας κανείς τον Θεό στο πλευρό του, όλα είναι δυνατά, όλα είναι εφικτά. Η ελπίδα είναι να αμφισβητείς το παραπάνω σε πραγματικό χρόνο και η αγάπη είναι απολύτως πρόθυμη να κάνει λάθος και για τα δύο. 

 

Αυτά τα τρία προσθέτουν ένα αναμφισβήτητα συναισθηματικό στοιχείο στο μείγμα των αρετών, αλλά ακόμη και ο Ιησούς δεν ζήτησε τη χαρά. Το πιο κοντινό που είχε πει για τη χαρά είναι η συμβουλή που είχε δώσει προς τους μαθητές του, ότι δηλαδή δεν πρέπει να φαίνονται κακοπαθημένοι και σε καθεστώς θλίψης όταν νηστεύουν...

 

Άντε κι αυτό που είπε ο Απόστολος Παύλος ότι «ο Θεός αγαπά έναν χαρούμενο προσφέροντα». Αλλά το αρχικό αρχαιοελληνικό ιδεώδες ακούγεται πιο κοντά στο ότι «ο Θεός αγαπά αυτόν που δίνει, χωρίς να χρειάζεται να πεισθεί» παρά σαν τον ορισμό αγάπης και χαράς των προσκόπων. Επίσης, ο Απόστολος Παύλος είχε πει ότι οι Χριστιανοί πρέπει «να κάνουν τα πάντα χωρίς να γκρινιάζουν και να διαφωνούν».

 

Ο άξονας από τη δράση προς τη στάση που ξεκίνησε από τους Στωικούς και τον οποίο υιοθέτησαν εν πολλοίς και οι χριστιανοί έθεσε την ιστορική βάση για το νόμο των Προσκόπων στις ΗΠΑ.

 

Το 1908, ο Βρετανός Αντιστράτηγος Ρόμπερτ Μπάντεν-Πάουελ δημιούργησε (αυτό που τελικά θα γινόταν) το παγκόσμιο κίνημα των Προσκόπων. Πρόθεσή του ήταν να ενσταλάξει τις καλές παλιές χριστιανικές αξίες σε όλα τα καλά παιδιά της Βρετανίας.  Η ευτυχία και άλλες αρετές του τότε νέου οργανισμού σύντομα έκαναν τον γύρο του κόσμου, κατακτώντας τις ΗΠΑ το 1916.

 

Τελικά, ο Σύνδεσμος των Προσκόπων στο Ηνωμένο Βασίλειο τουλάχιστον απεμπόλησε τη χαρά. Σύμφωνα με τους βρετανικούς κανονισμούς, οι Πρόσκοποι δεν υποχρεούνται να είναι χαρούμενοι. Χρειάζεται απλώς να είναι ενάρετοι και να δρουν σωστα ά, αν κάτι λέει αυτό για τη Βρετανική κουλτούρα. 

 

Στις ΗΠΑ πάλι, οι πρόσκοποι συσχετίζουν τη χαρά με τη θετική ενέργεια. ένας πρόσκοπος πρέπει να «αναζητά τη θετική πλευρά της ζωής. Πράξτε με χαρά τα καθήκοντα σας. Προσπαθήστε να βοηθήσετε τους άλλους, κάνοντάς τους χαρούμενος». Αντί να γκρινιάζει ενώ εργάζεται, ένας εύθυμος πρόσκοπος θα πρέπει να καλλιεργήσει μια χαρούμενη στάση. Να αρπάζει τις ευκαιρίες, ενώ οι άλλοι δεν το κάνουν, και είναι πιο πιθανό, αυτός ο πρόσκοπος, να βρει τα καθήκοντα με σημαντικό βαθμό δυσκολίας πιο ευχάριστα από άλλα. Τέλος, ένας καλός πρόσκοπος πρέπει να πιστεύει ότι η χαρά είναι μεταδοτική και μπορεί να εξαπλωθεί και στους γύρω του.

 

Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η χαρά αφομοιώθηκε όχι μόνο από τους προσκόπους, αλλά και από τον ευρύτερο αμερικανικό πολιτισμό: οι ΗΠΑ είναι ένα χωνευτήρι του χριστιανισμού, του στωισμού, της γνωσιακής συμπεριφοριστικής θεραπείας, του καπιταλισμού και του βουδισμού, που, σε διαφορετικό βαθμό, είναι υπεύθυνοι για τη στάση μας και, τελικά, για την ευτυχία μας.

 

Μια γρήγορη περιήγηση στο τμήμα αυτοβοήθειας σε οποιοδήποτε βιβλιοπωλείο των ΗΠΑ αναγγέλλει ότι πολλοί Αμερικανοί είναι απελπισμένοι να ξεκινήσουν το ταξίδι τους προς τη φωτεινή πλευρά. Ωστόσο, βιβλία σχετικά με το πώς μπορεί να μυηθεί κανείς στην αισιοδοξία κάνουν εκατομμυριούχους τους συγγραφείς τους.

 

Μας λένε ότι το κλειδί της ευτυχίας είναι η αοσιοδοξία, και ότι το κλειδί της αισιοδοξίας είναι η χαρά. Η αορτή της αμερικανικής οικονομίας αντλεί την αισιοδοξία, τη θετικότητα και την ευθυμία, ενώ διάφορες πηγές μεταφέρουν αμερικανικά δολάρια αφελώς επενδυμένα σε προγράμματα σχεδιασμένα για να πλουτίζουν γρήγορα άνθρωποι, που χειρίζονται το συναίσθημά μας. 

 

Ο Σωκράτης είχε δίκιο λοιπόν όταν στο Συμπόσιο, ο Πλάτωνας τον εμφανίζει να λέει ότι ελκυόμαστε από αυτό που δεν είμαστε και οι ψυχολόγοι πίσω από το μάρκετινγκ ευτυχίας γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα την πανταχού παρούσα αμερικανική ανησυχία και κατάθλιψη. Πολλοί από εμάς που δεν μπορούμε να είμαστε χαρούμενοι από τη φύση μας, πιεζόμαστε να χαμογελάμε, βασιζόμενοι στην κατασκευασμένη ιδέα ότι μόνο εμείς είμαστε υπεύθυνοι για την ευτυχία μας.

 

Ο Σωκράτης είχε δίκιο στο Συμπόσιο, όταν εμφανίζει τον Πλάτωνα να λέει ότι ελκυόμαστε από αυτό που δεν είμαστε. Και οι ψυχολόγοι πίσω από το μάρκετινγκ ευτυχίας γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα την πανταχού παρούσα αμερικανική ανησυχία και κατάθλιψη. Πολλοί από εμάς που δεν μπορούμε να είμαστε χαρούμενοι από τη φύση μας, πιεζόμαστε να χαμογελάμε, βασιζόμενοι στην κατασκευασμένη ιδέα ότι μόνο εμείς είμαστε υπεύθυνοι για την ευτυχία μας.

 

Κοιτάξτε σε όποια βιτρίνα, οποιασδήποτε πόλης και εκεί θα ανακαλύψετε μια καταναλωτική κουλτούρα, ανθρώπων απελπισμένων να ζήσουν καλά, βασιζόμενοι στο ρητό: «Σκεφτείτε όπως ένα πρωτόνιο: πάντα θετικά!».

 

Καταστήματα με είδη οικιακής χρήσης είναι γεμάτα με υπενθυμίσεις για το πόσο ευτυχισμένοι θα μπορούσαμε να είμαστε μόνο αν είχαμε φλυτζάνια τσαγιού μας με τυπωμένα ψευδο-φιλοσοφικά λόγια, όπως «Η συνεχής χαρά είναι ένα σημάδι σοφίας»,  μόνο που τα φλυτζάνια δεν γνωρίζουν τίποτα ούτε από χαρά ούτε από σοφία.

 

Κοιτάξτε τη Δανία: οι Δανοί δεν είναι ιδιαίτερα χαρούμενοι, αλλά αν οι στατιστικές λένε την αλήθεια, είναι πιο ευτυχισμένοι από τους περισσότερους στον πλανήτη. Έχω πάει στη Δανία και παραδόξως δεν είναι γεμάτη από μηνύματα περί χαράς. 

 

Αν πρέπει να πεις σε κάποιον πώς να νιώσει, αν πρέπει να του πεις ότι πρέπει να είναι χαρούμενος, σίγουρα δεν θα το καταλάβει. Η χαρά που νιώθει κάποιος αυθόρμητα κι αυθόρμητα προσφέρει είναι κάτι το λαμπρό, αλλά σε κάποιον που δεν νιώθει έτσι; Πόσο ενάρετο είναι να ενεργεί κάποιος με γενναιότητα από τη στιγμή που δεν φοβάται! Ο Αριστοτέλης επέμενε ότι οι ενάρετες πράξεις είναι ανεξάρτητες, κάποτε και ενάντιες, σ' αυτό που πραγματικά νιώθουμε. Και για να το πούμε πιο απλά, οι ενάρετες πράξεις πρέπει να είναι σκόπιμες για να θεωρούνται ενάρετες. 

 

Ο Μπάντεν - Πάουελ το ήξερε αυτό και το 1908 το υπενθύμισε στους προσκόπους του ότι, για κάθε φορά που συμβαίνει κάτι ενοχλητικό, το οποίο μπορεί να τους βγάλει εκτός στόχου:

 

"... Θα πρέπει να πιέζετε τον εαυτό σας να χαμογελάει αμέσως και να σφυρίζει μια εύθυμη μελωδία και αυτομάτως θα είστε εντάξει. Ένας πρόσκοπος πηγαίνει με το χαμόγελο και σφυρίζοντας. Είναι αυτό που του φτιάχνει τη διάθεση και μετά τη διάθεση των άλλων ανθρώπων, ειδικά σε περιόδους κινδύνου, γιατί εκείνος ξέρει πώς να κάνει αυτό το αίσθημα να διατηρείται αναλλοίωτο τότε".

 

Τα λόγια του Baden-Powell είχαν τη δύναμη να εξαναγκάσουν μια γενιά αγοριών να προσποιηθούν ότι η ζωή είναι καλή, όταν δεν είναι. Οι... συνήγοροι της άνευ λόγου χαράς, εξακολουθούν να βρίσκουν ψήγματα αρετής σε αυτή τη θεωρία.

 

Η αδιάκοπη πίστη της Αμερικής στη χαρά αφθονεί στις παροιμίες μας: «Πιάνεις περισσότερες μύγες με μέλι», «Σκέψου ευτυχισμένες καταστάσεις, κάνε θετικές σκέψεις», «Η ζωή είναι καλή», «Μην ανησυχείς, είσαι ευτυχισμένη» και «Το γέλιο είναι το καλύτερο φάρμακο», να μερικά αποφθέγματα που δεν είναι παρά παραλλαγές της θεωρίας Baden-Powell για την χαρά, άνευ λόγου, με το ζόρι.

 

Μόνο που υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στην εξάσκηση των ανθρώπων στις αρχαιοελληνικές αρετές της της υπομονής, της επιμονής, της δικαιοσύνης ή του θάρρους και στην αφομοίωση της αμερικανικής αρετής της χαράς, η οποία συνορεύει με την ψύχωση.

 

Η υπομονή μας ζητά να αλλάξουμε τη συμπεριφορά μας, αλλά δεν μας ζητά να αισθανόμαστε διαφορετικά ούτε να προσποιούμαστε ότι αισθανόμαστε διαφορετικά. Ο Αριστοτέλης πίστευε ότι η πρακτική εξάσκηση στην υπομονή κατά τη διάρκεια ενός χρόνου θα μας έκανε φυσικά πιο υπομονετικούς, αλλά η προσποίηση δεν ήταν ποτέ μέρος αυτής της συμφωνίας.

 

Μπορείτε να είστε υπομονετικός, ενώ στην πραγματικότητα είστε ανυπόμονος και δεν είναι ψέμα. Αλλά όταν παριστάνετε τον χαρούμενο, απλώς λέτε ψέματα και παρασύρετε κι άλλους σ' αυτό το ψέμα. Και φυσικά ενθαρρύνετε να τυπωθούν τα πιο τρελά κι ανόητα μηνύματα πάνω σε κούπες, μπλουζάκια και ποδιές κουζίνας τύπου «Χαμόγελο! Η ευτυχία σού πάει πολύ"... 

 

Η χαρά που αντιλαμβανόμαστε ως αρετή -κατά τον προσκοπικό κώδικα- αντί για ένα αυθόρμητο συναίσθημα είναι μια προσποίηση. Δεν είναι ενέργεια, αλλά είναι πράξη. Κανένα πρόβλημα με το να σφυρίζετε ενώ κάνετε κάποια κοπιώδη εργασία, αλλά το να αναγκάζετε τον εαυτό σας να χαμογελάσει, αυτό ισοδυναμεί με χυδαίο ψέμα, απέναντι στους άλλους γύρω σας και κυρίως απέναντι στον εαυτό σας. 

 

Ατάκες του τύπου «Κάντο, μέχρι να το πιστέψεις» έχουν βάναυσες συνέπειες, όταν εφαρμόζονται στα συναισθήματα. Όταν προσπαθείτε να πείσετε τους άλλους ότι είστε καλά, ενώ δεν είστε, σίγουρα δεν μιλάμε για μια πράξη αρετής, αλλά για μια μέγγενη. Για το τέλος της ανεπάρκειας, για έλλειμμα εμπιστοσύνης. Τέτοιου είδους υπερβολική πίστη στη δύναμη της χαράς καταντά ανοησία. Αυτού του είδους η χαρά είναι το απόλυτο κακό. Σημαίνει: δεν σας εμπιστεύομαι τα πιο σκοτεινά συναισθήματά μου . Σημαίνει: δε νομίζω ότι είστε αρκετά υπεύθυνοι για να αντέξετε την αλήθεια της εσωτερικής μου ζωής. Η χαρά με το ζόρι είναι μια άρνηση της ζωής. Το εκβιασμένο χαμόγελο, θα είναι πάντα ένα ψεύτικο χαμόγελο, μια απόδειξη ότι δεν ζούμε με ειλικρίνεια. Μια απόφαση ότι θέλουμε να κρατήσουμε κάποιους ανθρώπους μακριά από τις εύθραυστες καρδιές μας, ακόμη και τους αγαπημένους μας. 

 

Όταν προσπαθείτε να πείσετε τους άλλους ότι είστε καλά, ενώ δεν είστε, σίγουρα δεν μιλάμε για μια πράξη αρετής, αλλά για μια μέγγενη. Για το τέλος της ανεπάρκειας, για έλλειμμα εμπιστοσύνης. Τέτοιου είδους υπερβολική πίστη στη δύναμη της χαράς καταντά ανοησία.

 

Τι είναι, λοιπόν, η χαρά; Ένας αντιπρόσωπος των ίσων ευκαιριών προς όλους. Χαμογελάμε σε όλους και κάπως έτσι αυτοί βλέπουν τον ευγενή εαυτό μας, όχι όμως και τον αληθινό. 

 

Αν, όμως, σταματήσουμε να μασκαρεύουμε τη θλίψη μας με ψεύτικη χαρά, τότε θα είμαστε πραγματικά ελεύθεροι να δούμε τη θλίψη των άλλων. Γιατί η χαρά, άθελά της (;), ακυρώνει τη χριστιανική αρετή της πίστης. Λέει: δεν μπορείτε να χειριστείτε την έκφραση των συναισθημάτων μου και σας αρνούμαι να μου αποδείξετε το σωστό.

 

Δεδομένου ότι είναι χτισμένη από την βεβαιότητα ότι οι άλλοι θα μας απογοητεύσουν, η χαρά δεν έχει πίστη. Αρνείται τη δυνατότητά της. Στην πραγματική ζωή, άλλοι πιθανώς θα μας απογοητεύσουν. Εάν τους δείξουμε αυτό που αισθανόμαστε πραγματικά, πιθανώς θα το βάλουν στα πόδια. Αλλά δεδομένης της έμφασης στη χαρά, ειδικά στις ΗΠΑ, όπως εντυπώνεται στον προσκοπικό κώδικα, δεν είναι να απορείς με την εξάπλωσή της. 

 

Ας βρούμε λοιπόν μια ισορροπία γι' αυτή τη νέα αρετή και ας της δώσουμε το όνομα της ειλικρίνειας. Αντί για ένα ψεύτικο χαμόγελο, θα μπορούσαμε να κυκλοφορούμε με τη φυσική μας έκφραση στο πρόσωπο. Θα ήταν ένα σημάδι ότι λέμε "ναι", αντί "όχι" στις πίκρες της ζωής, στη θλίψη, στο άγχος, στην ασθένεια, στη θλίψη, στην κατάθλιψη, στη μοναξιά και στο θυμό, για όλα εκείνα που ξέρουμε να τιτλοφορούμε ως «αρνητικά» συναισθήματα.

 

Αυτές οι επιβεβαιώσεις της οξύτητας της ζωής θα μπορούσαν απλώς να την κάνουν πιο εύθραυστη - ή να κερδίσουν, ή να μας κάνουν να κλάψουμε. Με τη σειρά τους, αυτές οι πρόσφατα επικυρωμένες εκφράσεις αρνητικότητας θα μπορούσαν να διευκολύνουν την όποια επικοινωνία μας και να μας κάνουν να συζητήσουμε ειλικρινά για τις κακουχίες της ζωής. Οι μέχρι χθες ευάλωτοι εαυτοί μας θα μπορούσαν να δουν τα αντίστοιχα τρωτά σημεία των οικείων μας ή των ανθρώπων ακόμη πιο μακριά από το δικό μας περιβάλλον. Αυτή η ανταλλαγή ευθραυστότητας θα μπορούσε ενδεχομένως να αποτελέσει το κλειδί για την ενσυναίσθηση. Εάν συμφωνούσαμε να σταματήσουμε να σπαταλάμε συναισθηματική ενέργεια που καλύπτει τις απογοητεύσεις μας με ευθυμία, τότε θα είμαστε ελεύθεροι να μιλάμε στην καρδιά και στη θλίψη των άλλων ανθρώπων.

 

Ο ισπανός φιλόσοφος Miguel de Unamuno είδε τις εκφράσεις του πόνου που ανταλλάσσονται μεταξύ δύο ανθρώπων ως τον μεγαλύτερο εξισωτή της ανθρωπότητας. Πίστευε δε  ότι οι βαθύτερες συνδέσεις θα μπορούσαν να γίνουν πάνω στα συντρίμμια της ευημερίας...

 

Αλλά οι βαθιές σχέσεις έρχονται με κόστος. Η χαρά δεν είναι μόνο ένα αμερικανικό φαινόμενο, αλλά είναι κάτι ενσωματωμένο στην ταυτότητα του έθνους, κάτι που θεωρείται αήττητο και δεν είναι ξεκάθαρο ότι είμαστε ακόμη έτοιμοι να το αποχωριστούμε. Για να γίνει κάτι τέτοιο, οι Αμερικανοί θα πρέπει πρώτα να εγκαταλείψουν την ιδέα ότι η ευτυχία είναι θέμα στάσης ζωής.

 

Αυτό είναι μια πρόκληση όχι μόνο για την ιστορία των Προσκόπων, αλλά, γενικότερα, για την κυρίαρχη εικόνα του σύγχρονου Αμερικανού, του μεμονωμένου ατόμου που κρατά το πηγούνι ψηλά και ποτέ δεν το βάζει κάτω.  Νομίζω οτι αυτή η αφήγηση ήταν ζωτικής σημασίας για τη γέννηση των ΗΠΑ και στη συνέχεια για τον τρόπο που κατέστη υπερδύναμη.

 

Εγκαταλείποντας την ιδέα ότι είμαστε ταγμένοι στη χαρά, κινδυνεύουμε να βρεθούμε σοβαρά αντιμέτωποι με την συνηθισμένη, ανθρώπινη, θνητή μας φύση. Εάν, όμως, μπορούσαμε να μάθουμε να μοιραζόμαστε τη δυστυχία των άλλων, χωρίς να προσπαθούμε να τους φτιάξουμε τη διάθεση και αν μπορούσαν και οι άλλοι να κάνουν το ίδιο για εμάς, τότε θα είχαμε δημιουργήσει έναν πυρήνα αληθινής αδελφότητας, με τον τρόπο που ο Αριστοτέλης είχε συλλάβει ότι θα πρέπει να ζούμε με τους οικείους μας και τους συνανθρώπους εν γένει.

 

Ο λόγος για τον τρόπο που ίσως και ο ίδιος Baden-Powell και οι Πρόσκοποι σκέφτονται ότι ενεργούν, όταν κάνουν λόγο για χαρά. Η βαθιά ανθρώπινη σχέση και επικοινωνία -με άλλα λόγια, η αγάπη- δεν έχει καμία ανάγκη από καταναγκαστική χαρά και συχνά υπονομεύεται από προσωπεία. Αν θέλουμε να αγαπάμε ειλικρινέστερα και να αναζητούμε την αληθινή ευτυχία και φιλία, ήρθε η ώρα να καλλιεργήσουμε την εντιμότητα, αντί της ευκαιριακής, κίβδηλης ευθυμίας. 

 

Το άρθρο μεταφράστηκε από το LIFO.gr με την άδεια του aeon