Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από το να μην πιστεύεις στον εαυτό σου. Θα μου, πεις κι εσύ πού το ξέρεις; Ήμουν ο μετρ του είδους. Μισή ζωή και βάλε. Είναι άδικο, είναι βαρύ, είναι σκληρό, είναι τυραννικό. Είναι ο ορισμός της κόλασης.

 

Πετάχτηκα στο μαγαζί με τα βιολογικά να αγοράσω τα αγαπημένα γιαουρτάκια των κοριτσιών. Όταν δεν έχεις τα παιδιά σου κάθε μέρα, τότε μόνο μπορείς να εκτιμήσεις το δώρο τού να τα έχεις. Πώς ήταν που μας υποδέχονταν οι γονείς μας Χριστούγεννα και Πάσχα, όταν επιστρέφαμε από τις σπουδές; Που ήταν το σπίτι γεμάτο καλούδια; Έτσι, λοιπόν, είναι και το δικό μου σπίτι τα απογεύματα και τα Σαββατοκύριακα που έχω τα κορίτσια. Προτού έρθουν, φροντίζω να υπάρχουν στο σπίτι όλες οι αγαπημένες τους λιχουδιές.

 

Με το που μπήκα στο μαγαζί, δεν την πρόσεξα. Αυτούς τους ανθρώπους δεν τους προσέχεις εύκολα. Είχε και μεγάλη ουρά. Την παρατήρησα μόνο όταν είχα φτάσει πια δίπλα της, στο ταμείο.


Καθόλου σίγουρη για τον εαυτό της. Ακόμα και από τον τρόπο που κάποιος πιάνει τα πράγματα και σκανάρει τις τιμές μπορείς να καταλάβεις αν είναι σίγουρος για τον εαυτό του. Πρόσωπο ανασφαλές. Κούρεμα ιδιαίτερο. Όχι άσχημο, αλλά ιδιαίτερο. Βλέμμα ασταθές, το χέρι να μη σφίγγει καλά, φωνή να ταλαντεύεται. Γενικά, δεν ήταν στο κέντρο της. Δεν το 'χε, που λένε.

 

Όταν δεν ζητάς στο μαγαζί, μάλλον δεν θα ζητάς ούτε στη δουλειά, ούτε στον δρόμο, ούτε στην οικογένεια, ούτε από φίλους ούτε και από γνωστούς. Κι άμα δεν ζητάς, το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν θα πάρεις. Κι όσο δεν θα παίρνεις, τόσο θα σε πιάνει το μαράζι και τόσο δεν θα ζητάς. Και φτου κι απ' την αρχή. 

Έρχεται η σειρά μου. Χτυπάει τα γιαουρτάκια, δεν με πολυκοιτάει. Στο τέλος μου ανακοινώνει την τιμή. «Επτά ευρώ κι εξήντα λεπτά, παρακαλώ». Βγάζω δεκάρικο. Η αλήθεια είναι ότι μάλλον αναζητούσε κάτι σε πιο ψιλά, αλλά δεν το ζήτησε. Άλλο αναζητάω, άλλο ζητάω. Αυτοί οι άνθρωποι αναζητάνε, αλλά συνήθως δεν ζητάνε. Το ξέρω κι αυτό καλά.

 

Η τύπισσα, λοιπόν, έχει μάλλον συμβιβαστεί με την ιδέα ότι δεν έχω ψιλά.

 

Στην πορεία διαπιστώνω ότι έχω κάτι κέρματα στην τσέπη μου.

 

«Θέλετε και τρία ευρώ, για να διευκολύνω;»

 

«Ναι, σας ευχαριστώ».

 

Εκεί εγώ δεν απαντώ κι εκείνη μάλλον το εκλαμβάνει ως απόρριψη. Κενό δισταγμού από την πλευρά της.

 

«Ζητάω πολλά;»

 

Με κοιτάει στα μάτια, όπως θα σε κοίταζε ένας επαίτης.

 

Όταν δεν ζητάς στο μαγαζί, μάλλον δεν θα ζητάς ούτε στη δουλειά, ούτε στον δρόμο, ούτε στην οικογένεια, ούτε από φίλους ούτε και από γνωστούς. Κι άμα δεν ζητάς, το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν θα πάρεις. Κι όσο δεν θα παίρνεις, τόσο θα σε πιάνει το μαράζι και τόσο δεν θα ζητάς. Και φτου κι απ' την αρχή.

 

Ήμουν προ εβδομάδων με τη θεραπεύτριά μου και μιλούσαμε για τους ανθρώπους που ανακαλύπτουν για πρώτη φορά τα ευεργετήματα της προσωπική εξέλιξης. «Ενθουσιάζονται γρήγορα», μου λέει η Μαρία, «αλλά μετά τα παρατάνε εύκολα».


«Και γιατί το κάνουν αυτό;»

 

Την κοιτάω στα μάτια και αναζητώ την απάντηση από κάποιον που πραγματικά ξέρει.

 

Κενό σοφίας.

 

«Γιατί χορταίνουν με τα ψίχουλα. Έχουν μάθει να χορταίνουν με τα ψίχουλα, Στέφανε».

 

Καμιά φορά συνεχίζω νοερά τις συζητήσεις στο μυαλό μου.

 

Σκέφτομαι την τύπισσα στο ταμείο.

 

Με ξανακοιτάζει με ανασφάλεια και με ρωτάει:

 

«Και είναι κακό να ζητάω πολλά;»

 

«Καθόλου. Είναι όμως ολέθριο να αρκείσαι στα λίγα».