ΕΔΩ ΚΙ ΑΡΚΕΤΑ ΧΡΟΝΙΑ
η ζωή μου, λόγω των αυξημένων επαγγελματικών υποχρεώσεων, κυλούσε σε πολύ έντονους και γρήγορους ρυθμούς, με αποτέλεσμα να μπορώ να είμαι στο σπίτι μου δυο ή τρεις ώρες, πέρα από τις ώρες που κοιμόμουν.


Ευχόμουν εδώ και μήνες να συμβεί κάτι μαγικό για να μπορέσω να κάτσω στο σπίτι τουλάχιστον για έναν μήνα! Ήθελα να ξεκουραστώ, να διαβάσω τα βιβλία που εδώ και μήνες αδιάβαστα στέκονται στη βιβλιοθήκη, να ακούσω τις μουσικές που θέλω, να χαρώ τον σύζυγο μου, να γυμναστώ...

 

Σκέφτομαι τους ανθρώπους που παλεύουν με τον ιό, ασθενείς και γιατρούς, τους ανθρώπους που δεν έχουν σπίτι για να μείνουν, που δεν έχουν τίποτα.


«Έπιασε» η ευχή μου, αυτό όμως που έγινε δεν ήταν μαγικό αλλά εφιαλτικό. Κάθομαι επιτέλους στο σπίτι αλλά ειδικά τις πρώτες μέρες της καραντίνας, δεν είχα το μυαλό να διαβάσω, να δω online παραστάσεις, ν' ακούσω μουσική. Το μυαλό μου ήταν και είναι στους γονείς μου, στον αδερφό μου και την οικογένεια του που μένουν πολύ μακριά απ την Αθήνα (στην Κομοτηνή) και δεν μπορώ να τους δω –και που δεν θα πήγαινα ούτως ή άλλως με την παρούσα κατάσταση, μόνο και μόνο στην ιδέα ότι μπορεί να είμαι ασυμπτωματική και να μεταφέρω τον ιό–, στον σύζυγό μου που δουλεύει σε κατάστημα τροφίμων, στην κοπέλα που μένει στο διπλανό διαμέρισμα, τη Viviana, που είναι καθηγήτρια ελληνικών στη Ρώμη και μεταφράστρια (έρχεται στη Ελλάδα όσο πιο συχνά μπορεί) κι όταν επικοινωνούμε μου περιγράφει τη ζοφερή κατάσταση της Ιταλίας.


Σκέφτομαι τους ανθρώπους που παλεύουν με τον ιό, ασθενείς και γιατρούς, τους ανθρώπους που δεν έχουν σπίτι για να μείνουν, που δεν έχουν τίποτα.


Όσο περνάει ο καιρός «ξεμουδιάζω», θέλω να πιστεύω πως θα τα καταφέρουμε και θα αποκτήσουμε κοινωνική συνείδηση, θα νοιαστούμε για τον διπλανό μας, θα είμαστε πιο ανθρώπινοι από δω και πέρα. Για να δούμε...