ΘΥΜΑΜΑΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
που κλείσαμε το μαγαζί μας. Θυμάμαι πως το περιμέναμε, πως ήταν απόγευμα και το μάθαμε στις ειδήσεις, θυμάμαι να κατεβαίνουμε την Μπενάκη και να προσπαθώ να κρατήσω ήρεμο τον Γιάννη ‒ οι κουζίνες ανοιχτές, είχαμε ψωνίσει προμήθειες, σκεφτόμασταν γρήγορα, πολύ γρήγορα. Θυμάμαι να κατεβαίνω τη Βαλτετσίου με τροφές για τα γατιά και να βλέπω τον κόσμο στα μαγαζιά να πίνει κρασί, να κάθεται έξω σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Ήταν ένα «τριζάτο» απόγευμα, καθαρό, από εκείνα που υπόσχονται την άνοιξη, από εκείνα που σε κάνουν αισιόδοξο σχεδόν αυτόματα και απαλά. Θυμάμαι να βάζω τον εαυτό μου να εναρμονιστεί, να ρουφήξει όλες τις λεπτομέρειες, θυμάμαι να λέω «κοίταξέ το καλά, μετά όλα θα είναι διαφορετικά». Θυμάμαι να μιλάμε στα παιδιά στο μαγαζί, να είμαστε ήρεμοι, να λέμε πως θα τα καταφέρουμε, θα βρούμε τρόπους, πως αυτή είναι μονάχα μία φάση που θα πρέπει να περάσουμε για να πάμε στην επόμενη.


Ακόμα το σκέφτομαι κάθε πρωί. Ένας μήνας, δύο μήνες, ένας χρόνος δεν είναι τίποτα μπροστά στη ζωή που οφείλω να ζήσω. Είμαι εδώ για να ζήσω και να βοηθήσω. Κάθε μέρα το λέω. Είμαι εδώ για να ζήσω και να βοηθήσω.


Ήμουν προπονημένη για να ζω μέσα στο σπίτι. Τον τελευταίο χρόνο είχα αφήσει τη δουλειά γραφείου που είχα για να φτιάξω τη δική μου δουλειά και για έναν χρόνο ζούσα έτσι πάνω-κάτω. Η κρυμμένη εσωστρεφής που υπήρχε μέσα μου βγήκε έξω σαν μαζορέτα, κάθισε στον καναπέ του σπιτιού μας θριαμβευτικά, άναψε κεριά, πήρε ένα ποτήρι κρασί και μου είπε «επιτέλους». Ο Γιάννης ανέλαβε τις δουλειές του σπιτιού, εγώ το μαγείρεμα. Κάθε μέρα πάει στο μαγαζί, ποτίζει τα φυτά, ταΐζει τα γατιά, τον βλέπω καμιά φορά να χαϊδεύει τους πάγκους και να κοιτάζει γύρω-γύρω. Το ταλέντο του είναι να φροντίζει και να διασκεδάζει κόσμο, δεν ξέρει άλλο, τον αγαπώ γι' αυτό.

 

Υπάρχουν γνωστοί μου που λένε πως, μετά από αυτό, πάλι το ίδιο σκατάνθρωποι θα είμαστε. Δεν το πιστεύω, γιατί δεν ξέρω κανέναν σκατάνθρωπο.


Ως προπονημένη και πρωταθλήτρια, μία από τις δουλειές μου είναι να φτιάχνω ρουτίνες στο σπίτι. Ξυπνώ κάθε μέρα την ίδια ώρα, εκτός της Κυριακής. Καφές. Διαλογισμός. Δεκαπέντε λεπτά γυμναστική. Μπάνιο. Ντύσιμο και make up. Δέκα και μισή ξεκινάω να δουλεύω και σταματώ στις 19:30-20:00. Τώρα φτιάχνω διαφορετικές ρουτίνες για το βράδυ. Δευτέρα παίζουμε επιτραπέζια, την Τρίτη ταινίες, Τετάρτη διάβασμα. Νιώθω πως χτίζω ένα σπίτι κανονικότητας μέσα στο σπίτι μας για να δέχομαι τις δύσκολες μέρες, τις άγριες μέρες. Γιατί έρχονται κι αυτές. Και φεύγουν. Όπως και οι καλές μέρες.

 

Τίποτα δεν μένει για πάντα. Το σκέφτομαι κάθε μέρα. Όπως ρωτάω και τον εαυτό μου: «Πώς μπορώ να βοηθήσω σήμερα;». Μπορεί να είναι μια ιστορία που θα πω στα social και θα ξεχαστούν, θα μάθουν κάποιοι, μπορεί να μαγειρέψουμε για τους γείτονες, να προσφέρω δωρεάν τις υπηρεσίες μου. Κάθε μέρα θα φροντίσω να πάρω τηλέφωνο κάποιον που είναι μόνος του ή ζορίζεται με παιδιά ή με κάτι άλλο, ίσα για να του φτιάξω το κέφι, να μιλήσει, να του πω πως όλα θα πάνε καλά. Ό,τι κάνω καλά μπορεί να είναι βοήθεια για άλλους.

 

Λέω συνέχεια πως αυτό είναι το τέλος της επιτήδευσης. Κανένας δεν μπορεί να σκηνοθετήσει τον τέλειο εαυτό του στα social, όλοι σπίτι μας είμαστε με χαχόλικα ρούχα. Μόλις βλέπουμε κάτι επιτηδευμένο, κάτι που ίσως θυμίζει ψεύτικο, σαν να χτυπάει συναγερμός μέσα μας. Όσοι δεν έχουν να πουν και να δείξουν τίποτα κάτω από τα ρούχα του βασιλιά φαίνονται, όσοι δεν μπορούν να είναι ευγενικοί με τη στιγμή πάλι φαίνεται.


Υπάρχουν γνωστοί μου που λένε πως, μετά από αυτό, πάλι το ίδιο σκατάνθρωποι θα είμαστε. Δεν το πιστεύω, γιατί δεν ξέρω κανέναν σκατάνθρωπο. Ο ευρύτερος κύκλος μου είναι όλοι άνθρωποι καλοί ‒ με άβολες συμπεριφορές ναι, και λάθη στην καθημερινότητα, άτσαλες κινήσεις. Αλλά είναι καλοί, δουλεύουν σκληρά, προσπαθούν. Ξέρω εμάς τους ατελείς, τίποτε άλλο.


Έχω δουλειά κάθε μέρα, ευτυχώς, αλλά ακόμα και αν δεν είχα, ξέρω πως θα έβρισκα ή θα εφεύρισκα κάτι. Νομίζω πως είναι η υπερδύναμή μου, σπιτόγατα με σπιντ δημιουργικότητας.


Διαβάζω συνέχεια για τη μόδα και τις συνήθειες πριν και μετά τους δύο παγκόσμιους πολέμους. Βλέπω τι έκανε ο κόσμος τότε, που ήθελε να κρυφτεί, τι ήθελε να καλύψει, τι προσδοκούσε να ξαναβρεί. Νομίζω, εκεί είναι το πιο αγαπημένο μου καταφύγιο. Όπως και εκείνο το βράδυ που ο Γιάννης με έπιασε στο σαλόνι για να χορέψουμε ένα τραγούδι.

 

Είμαστε πιο δυνατοί απ' όσο πιστεύουμε.