Η ΜΕΡΑ ΞΕΚΙΝΑΕΙ
με ένα sms που με ενημερώνει ότι επιτέλους έφτασε η μέρα που θα παραλάβω το μικρόφωνό μου, ένα μικρόφωνο που είχα αγοράσει μήνες πριν από μια μικρή βιοτεχνία στο Σαν Φρανσίσκο και έτυχε να αποσταλεί λίγο πριν από την καραντίνα, άρα να υποστεί όλες τις επιπλέον καθυστερήσεις ενός ήδη καθυστερημένου συστήματος.


Παρ' όλα αυτά, είναι τόσο όμορφο αυτό το βίντατζ μικρόφωνο, που ακόμα και η γκρίνια για όλα αυτά μοιάζει σχεδόν ερωτικό νάζι. «Η αποστολή σας με αριθμό ΤΑΔΕ σας περιμένει στο ΤΑΔΕ κατάστημα της ΤΑΔΕ ταχυδρομικής».


Fuck!


Πρέπει να βγω έξω και να πάω να το πάρω δηλαδή, αλλιώς θα πρέπει να περιμένω άγνωστο αριθμό ημερών γιατί υπάρχουν άλλες προτεραιότητες ‒ ίσως δεν έπρεπε να πω ότι είναι απλώς ένα μικρόφωνο, ίσως έπρεπε να πω ότι είναι φάρμακα για να ζήσω, «απαραίτητα, και επείγει να τα παραλάβω».


«Θα πάω» σκέφτομαι. Θα βάλω τα άρματα και τις ασπίδες, θα τρέξω από την είσοδο της πολυκατοικίας στο αμάξι και από το αμάξι στην είσοδο του υποκαταστήματος και θα τα παραλάβω.

 

Σκέφτομαι ότι ίσως πρέπει να απενεργοποιήσω την αναγνώριση προσώπου στο κινητό, γιατί αν πρέπει κάθε φορά να βγάζω μάσκα για να πάρω τηλέφωνο, δεν θα τη βγάλω καθαρή. Εδώ μιλάμε για απόλυτη αποτυχία του συστήματος και θα στείλω μέιλ στην Αpple μόλις γυρίσω σπίτι.


Προσπαθώ να σκεφτώ ποια ρούχα μού είναι λιγότερο απαραίτητα, που θα μπορούσα να ζήσω και χωρίς αυτά μετά, σε περίπτωση που πρέπει να τα κάψω για να εξαφανίσω τα ίχνη της αρρώστιας και της μόλυνσης. Βρίσκω ένα παλιό τζιν που μου είναι και πολύ μεγάλο πια ούτως ή άλλως, βρίσκω και μια ζώνη του πεθερού μου απ' τα νιάτα του, την περνάω και τη δένω σφιχτά να μη μου πέφτει το παντελόνι και να μην αφήνει τρύπα πουθενά για να εισβάλει η αρρώστια. Βάζω κι ένα παλιό t-shirt που κάποτε είχε περάσει δόξες [από Getto και +Soda μέχρι Αυτοκίνηση και Κακό Λύκο (ψάξτε τα)] –τώρα πια μόνο για ύπνο μού χρησιμεύει‒ και το χώνω μέσα από το τζιν. Κλείνω αεροστεγώς τον εαυτό μου.


Ένα χαμόγελο ικανοποίησης για την ίδια μου τη σκέψη μάλλον εμφανίζεται. Το 'χω.


Κάλτσες. Τις πιο ψηλές. Παπούτσια αθλητικά για να μπορώ να τρέξω. Και, πάνω απ' όλα, ένα πλαστικό-νάιλον μπουφανάκι, αντιανεμικό και αδιάβροχο, ώστε να πλυθεί με χλωρίνη μετά και να στρώσει. Ή με κάποιο οξύ, καυστική ποτάσα ίσως.

 

Αυτό μου 'χει ξεμείνει από ένα διάστημα που σκέφτηκα να κάνω σκι, αγόρασα ρούχα και μετά κατάλαβα ότι θέλει γενικά πολλά χρήματα και πολύ χρόνο για να ασχοληθείς σοβαρά με το άθλημα, έτσι τώρα έχω τις φόρμες, τα γάντια, το μπουφανάκι, κάτι γυαλιά, μια κρέμα αντηλιακή με μαύρο και κόκκινο χρώμα που γινόσουνα σαν Απάτσι και κάνα δυο φωτογραφίες να χαίρομαι σαν βλάχος στα λιφτ. Μαζί με κάτι άλλους ανθρώπους στο βάθος της φωτογραφίας. Τελείως ανέμελους και ανύποπτους για τον Αρμαγεδώνα που θα ερχόταν μιάμιση δεκαετία μετά. Και σκέφτηκα ότι μπορεί αυτοί να έχουν αποκλειστεί στο βουνό, στους πάγους τώρα. Και ίσως, αυτήν τη στιγμή, χρησιμοποιώντας τα μπαστούνια του σκι, να κυνηγάνε λαγούς και να μάχονται αρκούδες για να επιβιώσουν. Και ίσως κάποιοι δεν τα κατάφεραν και οι υπόλοιποι αναγκάστηκαν απ' την πείνα –αφού άφησαν τα σώματά τους για λίγο καιρό να σιτέψουν‒ να τους...


Και το χαμόγελο της δικής μου ετοιμότητας μεγάλωσε από ικανοποίηση. Είχα κάνει τις σωστές επιλογές τελικά.

 

Φοράω τα χειρουργικά μου γάντια –μαύρα, για περισσότερο στυλ‒ και βάζω ένα ακόμα ζευγάρι στην τσέπη για καβάτζα ‒ δεν ξέρεις τι μπορεί να συμβεί. Βάζω και την επίσης μαύρη με εξαερισμούς στα πλάγια μάσκα μου ‒ αυτή έφτασε προχθές από το Αmazon Γερμανίας. Μοιάζω με παίκτη του Τέκκεν. Για σήμερα αυτοαποκαλούμαι Κορώνα Μπάστερ ‒ όχι αυτό είναι σαν προϊόν από τηλεμάρκετινγκ... Κορώνα Φάιτερ ίσως; Μπα. Ταυτοσημία. Αντι-βάιρους ‒ όχι. ΑντιΚορώνα ‒ όχι είναι σαν πολιτικό σχόλιο...


ΦακΓιουΒι, στα αγγλικά δηλαδή FuckYouVi, το Vi από το Virus. Γαμάτο. Αυτό. Έτσι με βαφτίζω για σήμερα. ΦακΓιουΒι! Ταιριάζει και με τα σλόγκαν της εποχής: staythefuckhome κ.λπ.


Γνήσιο τέκνο των καιρών μας.


Ευτυχώς που το αμάξι δεν ανοίγει με αναγνώριση προσώπου, γιατί δεν θα άνοιγε ποτέ να μπω έτσι πως είμαι. Σκέφτομαι ότι ίσως πρέπει να το απενεργοποιήσω αυτό και στο κινητό, γιατί αν πρέπει κάθε φορά να βγάζω μάσκα για να πάρω τηλέφωνο, δεν θα τη βγάλω καθαρή. Εδώ μιλάμε για απόλυτη αποτυχία του συστήματος και θα στείλω μέιλ στην Αpple μόλις γυρίσω σπίτι. Αυτό είναι σχεδόν exploitable, κανονικά ίσως θα έπρεπε να με πληρώσει η Αpple που θα τους γλιτώσω από χιλιάδες αποζημιώσεις. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που θα κολλήσουν την αρρώστια για να μιλήσουν στο κινητό πρέπει να απευθυνθούν στην εταιρεία για αποζημιώσεις ‒ στην Αμερική τουλάχιστον, γιατί εδώ δεν δουλεύει τίποτα. Το πολύ πολύ να πληρώσεις και τα δικαστικά του άλλου. Μέιλ στην Apple, ναι. Ούτε το δαχτυλικό κάνει πια. Όλα λάθος δηλαδή. Και στις υπόλοιπες εταιρείες που το έβαλαν δηλαδή; Όλοι λάθος. Σκέφτομαι τα εκατομμύρια δολάρια που θα μπαίνουν στον λογαριασμό μου από τα λεφτά που τους έσωσα. Και τα ευχαριστήρια από τον Τιμ και το ολόγραμμα του Στιβ και από μερικούς Κινέζους CEO που δεν ξέρω πώς τους λένε, αλλά και όλους τους χρήστες της κινητής που γλίτωσαν από την ασθένεια να με ευγνωμονούν για τη σωτηρία τους.


Δεν κατάλαβα καν πως είχα μπει ήδη στο αμάξι.

 

Με όλες αυτές τις σκέψεις, κρατημένη την ανάσα και σκυμμένο το κεφάλι, αποφεύγοντας τον άνεμο που θα μπορούσε να μεταφέρει τον ιό, έτρεξα και σχεδόν σαν τους Ντιουκς πήδηξα μέσα από το παράθυρο. Όπως και να 'χει, έφτασα. Μπήκα. Και ήμουν ακόμη ζωντανός. Σύντομα εκατομμυριούχος. Και χαμογελαστός. Τζόκερ σχεδόν.

 


Να οδηγάς χωρίς βιασύνη, αριστούργημα. Δεν νιώθεις καν τις χιλιάδες λακκούβες έτσι.


Η διαδρομή μου με το αμάξι είχε την αίσθηση ταινίας καταστροφής. Η ντόπια μας υπερπαραγωγή. Άδειοι δρόμοι, ένας δυο γέροι σαν χαμένοι να περπατούν στη μέση της λεωφόρου, ένας άλλος στην άκρη να βήχει κι εγώ να σκέφτομαι, ενώ ακούω μουσικάρες από το Spotify, ότι «πάει κι αυτός» και αν άραγε θα τον προσμετρήσουν στους νεκρούς και πόσο λάθος είναι οι στατιστικές τελικά. Ακόμα και τα δέντρα μοιάζουν μαραμένα, έτοιμα να τα παρατήσουν κι αυτά. Ή να κάνουν κι αυτά ένα μικρό διάλειμμα. Ή να βρουν τρόπους να δουλέψουν απ' το σπίτι. «Έφτασε το οξυγόνο σας» ίσως είναι το επόμενο sms που θα λάβω.


Φτάνω στο υποκατάστημα της ταχυδρομικής. Άνθρωποι να περιμένουν σε ένα ιδιότυπο γραμμικό ινσταλέισον, σαν σπασμένη ευθεία γραμμή_/\__/, κάθε 2-3 μέτρα και από ένας. Με πρωτόγνωρη υπομονή. Μπαίνω κι εγώ σε αυτήν τη σειρά. Ένα κορίτσι μπροστά μου, μια νεαρή μητέρα με την κόρη της που την κρατάει απ' το χέρι, ανέμελη κι αυτή σαν τους τύπους στη φωτογραφία του σκι, γυρνάει και με κοιτάει. «Σας έχω δει», μου λέει, «στην ΤΑΔΕ παράσταση, σας ευχαριστούμε, είχαμε διασκεδάσει τόσο πολύ». «Να 'στε καλά» της απαντάω μέσα από τη μάσκα, θαμπά. Αναρωτιέμαι πώς με γνώρισε και αν τελικά τα μάτια αρκούν για να σε γνωρίσει κάποιος και αν ναι, αυτό θα είναι το επόμενο μέιλ μου στην Αpple για να κατοχυρώσω την πατέντα αναγνώρισης απλώς από το βλέμμα.


«Δεν χρειάζεται να είστε τόσο απελπισμένος» μου λέει.


Και κοιτάω και τη μικρή της κόρη και βλέπω τα ματάκια της να γίνονται όλο και πιο σχιστά ‒ από ένα γέλιο μάλλον, που το ακούω πίσω από τη ροζ μασκούλα της.


Και ξαφνικά,

ένιωσα ξανά μετά από καιρό

τον αέρα,

πέρασε από τους πόρους της μάσκας μου,

με δρόσισε,

με γέμισε

και ναι

μετά από καιρό

μια καινούργια ανάσα

με ξαναέβαλε μπρος.