ΝΑ ΠΑΤΗΣΩ ΚΑΤΩ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΓΙΑ ΛΙΓΟ, να τον φέρω στα μέτρα μου, να τον φοβερίσω, να κοροϊδέψω για λίγο τη ζωή. Να χορέψω επάνω στον τάφο, επάνω στη γη που θα με παραλάβει όταν έρθει η ώρα μου.

 

Είθε να μη χάσουμε τα λογικά μας.


Είθε να βγούμε ζωντανοί μέσα έξω.


Είθε να έφευγε ο πόνος και να έμενε μόνο η ένωση, η συγκίνηση, ο αλληλοσπαραγμός.


Μα ο άνθρωπος ξεχνάει.


Μα ο άνθρωπος πονάει.


Μα ο άνθρωπος δαγκώνει.


Γιατί βασανίζεται και βασανίζει πρώτα απ' όλα τον εαυτό του και μετά όλους τους άλλους.


Πεθαίνουν μόνοι τους, έχουν διαύγεια μέχρι την τελευταία στιγμή, ζητούν μια βιντεοκλήση να πουν αντίο.


Αυτό είναι που δεν μπορώ να βαστάξω απ' όλο αυτό το πράμα που μας έχει βρει.


Δεν ξέρω τι είναι, δεν ξέρω ποιος το έκανε, ποιος το έστειλε, εμείς; Κάποιος άλλος;


Ήρθε για κάποιον λόγο; Για να γίνουμε καλύτεροι; Χειρότεροι;


Για να μάθουμε; Για να ξεχάσουμε;

 

Εκεί που φύτρωνε φλησκούνι και άγρια μέντα, εκεί να ξαναβγούμε να τρέξουμε γυμνοί και να ξαπλώσουμε στα στάχυα να τρίβουμε την πλάτη μας σαν τα σκυλάκια και τα γατάκια και να κάνουμε βαρελάκια γελώντας και ο ήλιος να μας καίει το πρόσωπο και το κορμί μας.


Για να είμαστε ίσοι όλοι μια φορά στη ζωή μας; Για να έχουμε όλοι για μια φορά το ίδιο πρόβλημα; Θα μας ενώσει; Θα μας χωρίσει; Θα το ξεχάσουμε εάν βγούμε υγιείς και ζωντανοί από αυτήν τη λαίλαπα ή θα αγκαλιαζόμαστε πιο πολύ και δεν θα δίνουμε δεκάρα για τη ζωάρα μας, για την καριέρα μας, για το πόσο γαμάτοι είμαστε, και δεν θα πέφτουμε να πεθαίνουμε με το παραμικρό που θα μας συμβαίνει;


Μια στιγμή, μια στιγμούλα να βρίσκουμε να προσευχόμαστε όπου θέλουμε, όπως θέλουμε, για εκείνους που έφυγαν, για εκείνους που είναι μονάχοι, για εκείνους που δεν έχουν σπίτι, για εκείνους που δεν έχουν πατρίδα, για τα ζώα που είναι μοναχά κι αυτά, για εκείνους που έφυγαν αλλιώς, για εκείνους που μας φροντίζουν, για εκείνους που μας αγαπούν, για εκείνους που αγαπάμε.
Για εμάς.

 

Εκεί που φύτρωνε φλησκούνι και άγρια μέντα, εκεί να ξαναβγούμε να τρέξουμε γυμνοί και να ξαπλώσουμε στα στάχυα να τρίβουμε την πλάτη μας σαν τα σκυλάκια και τα γατάκια και να κάνουμε βαρελάκια γελώντας και ο ήλιος να μας καίει το πρόσωπο και το κορμί μας.


Και μετά να πάμε στη θάλασσα και να έχει άμμο παχιά πολύ για να ξαπλώσουμε και να κοιμηθούμε και μόλις ξυπνήσουμε ιδρωμένοι να βουτήξουμε στην αγκαλιά της.